ΑΜΟΡΦΟ

Ο Χρήστος και η Μαρία γνωρίστηκαν ως παιδιά κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η δυνατή φιλία τους εξελίχθηκε σε σχέση. Παντρεύτηκαν κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα καταφύγιο. Είναι και οι δύο μηχανικοί, πρωτοπόροι στην εποχή τους, αφού περιπλανήθηκαν πολύ στον κόσμο, κατέληξαν σε αυτό το χωριό. Προμήθευσαν το χωριό με ένα αυτόνομο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας. Ό,τι χαλάει περνάει από τα χέρια τους. Αγαπιούνται και δεν έχουν παιδιά.

Ο Βασίλης είναι ψαράς και συγγραφέας. Έχει γράψει μια ποιητική συλλογή με όρους δανεισμένους από τη ζωή, τη φύση των ψαριών και το βυθό της θάλασσας. Η Δέσποινα, όπως και άλλες γυναίκες του χωριού, εργάζεται στη βιομηχανία επεξεργασίας ψαριών και είναι επίσης σοπράνο. Δύο φορές το μήνα πηγαίνει στην πόλη όπου συμμετέχει στις πρόβες της χορωδίας του νομού. Έχει τραγουδήσει σε πολλές διαφορετικές χώρες - και για διαφορετικούς σκοπούς - από τη Ρωσία μέχρι τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και την Ελλάδα. Ζουν μαζί εδώ και 45 χρόνια σε ένα μικρό εξοχικό στην άκρη του χωριού.

Ο Γιώργος και η Εύη είναι ιδιοκτήτες της ταβέρνας του χωριού που άνοιξε ο παππούς της Εύης πριν από 110 χρόνια. Η Εύη φτιάχνει τον καφέ και τα γλυκά και ο Γιώργος το φαγητό, με σπεσιαλιτέ το κατσικάκι στιφάδο με λαχανικά που συνοδεύεται από ζυμωτό ψωμί που φτιάχνει ο ίδιος κάθε μέρα. Τον περισσότερο χρόνο τον ξοδεύουν για να συντηρούν το καφενείο καθώς πάντα κάτι χαλάει, είναι ένα από τα πιο παλιομοδίτικα μέρη του χωριού. Μένουν στον επάνω όροφο και μερικές φορές μένουν στο καφενείο μαζί με άλλους χωριανούς σε περίπτωση γιορτών, πένθους ή φυσικών καταστροφών.