a fiction photography project
Το Παγγαίο υπήρξε για μένα από την αρχή κάτι περισσότερο από ένας τόπος, υπήρξε μια παρουσία, μια σκοτεινή και βαθιά περιοχή του κόσμου όπου η ύλη μοιάζει να διατηρεί ακόμη τη μνήμη όσων πέρασαν από πάνω της, όπου το χώμα, η πέτρα, το νερό, τα δέντρα, τα ζώα και οι άνθρωποι συμμετέχουν σε μια κοινή, αργή τελετουργία ζωής και φθοράς. Κάθε φορά που επιστρέφω στο βουνό αισθάνομαι πως εισέρχομαι σε έναν χώρο όπου διαφορετικοί χρόνοι κατοικούν ο ένας μέσα στον άλλον, όπου οι ζωντανοί περπατούν πάνω στα ίχνη των νεκρών, οι νεκροί παραμένουν μέσα στα ονόματα, στις ιστορίες, στα μονοπάτια και στις σκιές, και το παρελθόν αναδύεται μέσα στο παρόν σαν υγρασία μέσα από την πέτρα.
Οι θεοί κατοικούν ακόμη στο Παγγαίο. Η παρουσία τους επιβιώνει πέρα από τη μορφή και πέρα από την πίστη, μέσα στην ίδια την εμπειρία του τοπίου, μέσα στην πυκνότητα του δάσους, στο φως που περνά ανάμεσα από τα κλαδιά, στην ομίχλη που καταπίνει τις κορυφές, στους ήχους των ζώων μέσα στη νύχτα, στα νερά που κατεβαίνουν από το βουνό, στις παλιές ιστορίες για ανθρώπους, αγίους, δαίμονες, μεταλλωρύχους, πολεμιστές και περιπλανώμενες ψυχές. Ο Διόνυσος, ο Ορφέας, οι αρχαίες θεότητες και οι σκοτεινές μορφές της λαϊκής μνήμης μοιάζουν να αλλάζουν συνεχώς όνομα και πρόσωπο, να περνούν από εποχή σε εποχή, να κατοικούν άλλοτε στο σώμα ενός ανθρώπου, άλλοτε σε ένα ζώο, σε έναν βράχο, σε μια φωτιά, σε ένα δέντρο που στέκεται μόνο του μέσα στην ομίχλη.
Φωτογραφίζω το Παγγαίο σαν να προσπαθώ να πλησιάσω αυτή την αόρατη συνέχεια, σαν να αναζητώ μέσα στον πραγματικό κόσμο τα σημεία όπου η πραγματικότητα αποκτά μια δεύτερη, πιο σκοτεινή πυκνότητα. Με ενδιαφέρει η στιγμή κατά την οποία ένα ανθρώπινο σώμα μέσα στο τοπίο μοιάζει ταυτόχρονα σύγχρονο και αρχαίο, ένα ζώο αποκτά την αινιγματική παρουσία ενός οιωνού, ένα δάσος μετατρέπεται σε αρχιτεκτονική μνήμης, ένα εγκαταλειμμένο αντικείμενο φέρει επάνω του τον χρόνο όπως ένα σώμα φέρει μια ουλή. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις το βουνό αποκτά για μένα μια γοτθική ομορφιά, μια ομορφιά γεννημένη από τη συνύπαρξη της έλξης και του δέους, της σάρκας και της πέτρας, της γέννησης και της αποσύνθεσης, της ανθρώπινης επιθυμίας και της απεραντοσύνης του κόσμου.
Υπάρχει κάτι βαθιά προσωπικό σε αυτή την επιστροφή. Όσο φωτογραφίζω το Παγγαίο, τόσο αισθάνομαι πως φωτογραφίζω έναν τόπο που με περιέχει ήδη, έναν τόπο μέσα στον οποίο αναγνωρίζω δικές μου μνήμες, φόβους, επιθυμίες και την επίγνωση της θνητότητας. Το βουνό γίνεται ένας καθρέφτης χωρίς επιφάνεια, μια περιοχή όπου η ζωή και ο θάνατος βρίσκονται τόσο κοντά ώστε μοιάζουν με δύο κινήσεις της ίδιας αναπνοής. Οι άνθρωποι εμφανίζονται για λίγο μέσα σε έναν χρόνο πολύ μεγαλύτερο από τον δικό τους, κουβαλούν τα σώματά τους, τις ιστορίες τους, τις μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας, και ύστερα επιστρέφουν στην ίδια ύλη από την οποία αναδύθηκαν. Τα δέντρα συνεχίζουν να μεγαλώνουν, τα νερά συνεχίζουν να κατεβαίνουν, τα ζώα διασχίζουν τα ίδια μονοπάτια, οι πέτρες συγκρατούν τη θερμότητα του ήλιου και η νύχτα απλώνεται ξανά πάνω στις πλαγιές.
Σε αυτή την εργασία αναζητώ το Παγγαίο ως έναν τόπο όπου το ορατό και το αόρατο αγγίζουν το ένα το άλλο, όπου η φύση αποκτά πνευματική και σχεδόν σωματική παρουσία και όπου κάθε μορφή μοιάζει να συμμετέχει σε μια αρχαία κοσμογονία που συνεχίζει να εξελίσσεται. Η φωτογραφία γίνεται για μένα ένας τρόπος προσέγγισης αυτής της εμπειρίας, μια πράξη παρατήρησης και ταυτόχρονα μια προσωπική τελετουργία επιστροφής, μια προσπάθεια να σταθώ για λίγο μέσα στον χρόνο του βουνού και να αισθανθώ τη θέση του ανθρώπου μέσα σε κάτι απείρως παλαιότερο και μεγαλύτερο από τον ίδιο.
Στο Παγγαίο οι ζωντανοί και οι νεκροί κατοικούν στην ίδια γεωγραφία, οι θεοί περπατούν ακόμη ανάμεσα στα δέντρα, οι δαίμονες επιβιώνουν μέσα στους φόβους και στις αφηγήσεις των ανθρώπων, και η φύση συνεχίζει αδιάκοπα τη δική της μυστική λειτουργία. Το βουνό γίνεται ένας τόπος όπου το ιερό, το ανθρώπινο και το άγριο συναντιούνται, όπου η ομορφιά κουβαλά μέσα της τη φθορά και η φθορά γεννά μια νέα μορφή ομορφιάς. Κάθε φωτογραφία αποτελεί ένα μικρό ίχνος αυτής της συνάντησης, μια απόπειρα να πλησιάσω εκείνη τη στιγμή όπου ο άνθρωπος κοιτάζει το βουνό και, μέσα στο σκοτάδι του, αναγνωρίζει κάτι από το δικό του πρόσωπο.
Το Παγγαίο υπάρχει, αλλά αυτές οι φωτογραφίες δεν συνέβησαν ποτέ. Είναι μία φωτογραφική μυθοπλασία δημιουργημένη με AI, όπου η μυθολογία, η μνήμη και η ιστορία γίνονται αδιαχώριστες. Η AI χρησιμοποιείται όχι απλώς για τη δημιουργία εικόνων, αλλά ως μια σύγχρονη μηχανή παραγωγής μυθολογίας που φαντάζεται όσα δεν φωτογραφήθηκαν ποτέ, ανασυνθέτει όσα μπορεί να υπήρξαν και δίνει μορφή σε μνήμες που επιβίωσαν χωρίς εικόνες.
Mount Pangaio has always been more than a place to me, it has been a presence, a dark and profound region of the world where matter itself seems to preserve the memory of everything that has passed across it, where soil, stone, water, trees, animals and human beings participate in the same slow ritual of life and decay. Each time I return to the mountain, I feel that I am entering a space where different times inhabit one another, where the living walk upon the traces of the dead, where the dead endure in names, stories, paths and shadows, and where the past rises into the present like moisture through stone.
The gods still dwell on Pangaio. Their presence survives beyond form and beyond belief, within the experience of the landscape itself: in the density of the forest, in the light filtering through the branches, in the mist consuming the summits, in the cries of animals at night, in the waters descending from the mountain, in old stories of people, saints, demons, miners, warriors and wandering souls. Dionysus, Orpheus, the ancient deities and the darker figures of folk memory seem to continually change their names and faces, passing from one era into another, inhabiting at times a human body, at times an animal, a rock, a fire, a solitary tree standing in the mist.
I photograph Pangaio as though attempting to approach this invisible continuity, searching within the material world for those places where reality acquires a second, darker density. I am drawn to the moment when a human body within the landscape appears simultaneously contemporary and ancient, when an animal assumes the enigmatic presence of an omen, when a forest becomes an architecture of memory, when an abandoned object carries time upon its surface as a body carries a scar. Through these encounters, the mountain reveals to me a Gothic beauty, a beauty born from the coexistence of attraction and dread, flesh and stone, birth and decomposition, human desire and the immensity of the world.
There is something deeply personal in this act of returning. The longer I photograph Pangaio, the more I feel that I am photographing a place that already contains me, a place in which I recognise my own memories, fears, desires and awareness of mortality. The mountain becomes a mirror without a surface, a territory where life and death exist so close to one another that they begin to resemble two movements of the same breath. Human beings appear briefly within a time far greater than their own, carrying their bodies, their stories and the small rituals of everyday life, before returning to the same matter from which they emerged. The trees continue to grow, the waters continue their descent, animals cross the same paths, stones retain the warmth of the sun, and night spreads once again across the slopes.
Through this work, I approach Pangaio as a place where the visible and the invisible touch, where nature assumes a spiritual and almost corporeal presence, and where every form seems to participate in an ancient cosmogony that continues to unfold. Photography becomes a way of entering this experience, an act of observation and at the same time a personal ritual of return, an attempt to stand for a moment within the mountain’s own time and to sense the place of the human being inside something infinitely older and greater than the self.
On Pangaio, the living and the dead inhabit the same geography, the gods still move among the trees, demons endure within human fears and stories, and nature continues its secret liturgy. The mountain becomes a territory where the sacred, the human and the wild converge, where beauty carries decay within itself and decay gives birth to another form of beauty. Each photograph is a small trace of this encounter, an attempt to approach that moment when a human being looks into the mountain and, within its darkness, recognises something of their own face.
The Pangaio exists, but these photographs never happened.
A photographic fiction created with AI, where mythology, memory and history become indistinguishable. AI is used not simply to create images, but as a contemporary mythology-making machine that imagining what was never photographed, reconstructing what may have been, and giving form to memories that have survived without images.
ABOUT
This project was made using AI
IMAGES

TEXTS
ENGLISH HERE
Μόνο ο άνθρωπος στέκεται μπρος στο Χάος, τη Ζωή, το Παν και το ασυνείδητο είναι του, έτσι τουλάχιστον πίστεψα κι εγώ κάποτε, τώρα πια δυσκολεύομαι να θυμηθώ ποιος ακριβώς το είπε πρώτος, γιατί υπάρχουν αναμνήσεις που αλλάζουν χέρια όπως αλλάζει χέρια ένα κομμάτι χρυσάφι, στην αρχή ανήκουν σε έναν άνθρωπο, ύστερα σε έναν άλλο, ύστερα σε μια πέτρα, στο τέλος κανείς δεν γνωρίζει ποιος τις έζησε, μονάχα η μυρωδιά τους μένει ίδια, υγρός γνεύσιος, καμένο ρετσίνι, ιδρώτας που πρόλαβε να στεγνώσει επάνω σε μάλλινο ρούχο, σίδηρος που άνοιξε πληγή στην παλάμη και ξανάκλεισε μόνος του, αυτά θυμάμαι πιο καθαρά από τα πρόσωπα, τα πρόσωπα αλλάζουν εύκολα, η μυρωδιά ποτέ, γι' αυτό κάθε φορά που το νερό στάζει αργά πάνω σε βράχο νιώθω πως κάποιος επιστρέφει, δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, αν είναι νεκρός ή αν είναι μία ανάμνηση που βρήκε πάλι σώμα για να συνεχίσει τον δρόμο της, τον ακούω να πλησιάζει, πρώτα η ανάσα, ύστερα η αξίνα που χτυπά δοκιμαστικά τον βράχο, ύστερα εκείνη η μικρή παύση πριν από το δεύτερο χτύπημα, σαν να ζητά συγχώρεση από την πέτρα πριν τη λαβώσει, πάντοτε υπήρχε αυτή η παύση, ακόμη κι εκείνοι που ήρθαν αργότερα με σιδερένιες πανοπλίες και μεγάλα ονόματα σώπαιναν για μια στιγμή πριν κατεβούν στις στοές, λες και κάτι τους παρακολουθούσε από μέσα, μπορεί να ήταν ο φόβος τους, μπορεί η υγρασία, μπορεί η ίδια η γη που περίμενε υπομονετικά να τους πάρει πίσω, δεν έμαθα ποτέ, έμαθα όμως πως κανείς δεν μπαίνει βαθιά μέσα στον βράχο όπως μπήκε, όλοι αφήνουν κάτι πίσω τους, άλλος λίγο αίμα, άλλος ένα τραγούδι, άλλος τη φωνή του, άλλος το όνομά του, γι' αυτό υπάρχουν τόσοι ανώνυμοι νεκροί κάτω από τις πλαγιές, δεν έχασαν μόνο τη ζωή τους, έχασαν και τη μνήμη ότι την έζησαν, μερικές φορές τη νύχτα, όταν ο αέρας κατεβαίνει από το Ακοντίσμα και περνά ανάμεσα στις καστανιές, μου φαίνεται πως τους ακούω να ψιθυρίζουν ο ένας το όνομα του άλλου για να μη χαθεί εντελώς, σαν να εξασκούνται ακόμη στην ύπαρξη, όπως εξασκείται ένα παιδί να γράφει τα πρώτα του γράμματα πάνω στο χώμα, μπορεί να κάνω λάθος, μπορεί να είναι ο άνεμος που περνά μέσα από τις παλιές ξυλοδεσιές και τις κάνει να τρίζουν, όμως ο άνεμος ποτέ δεν πρόφερε ονόματα και το ξύλο ποτέ δεν θρήνησε κανέναν, ενώ εκείνες τις νύχτες ακούω καθαρά μια λύπη που δεν ανήκει ούτε στους ανθρώπους ούτε στα ζώα, είναι βαρύτερη, μοιάζει με το βάρος που έχει μια φλέβα χαλκοπυρίτη λίγο πριν τη χτυπήσει η αξίνα, σαν να γνωρίζει ήδη ότι από την επόμενη στιγμή θα πάψει να είναι ολόκληρη, τότε καταλαβαίνω πως ίσως ο θάνατος να μην άρχισε ποτέ με τους ανθρώπους, ίσως να κατοικούσε από πάντα μέσα στην πέτρα περιμένοντας υπομονετικά το πρώτο χέρι που θα τη ράγιζε, κι από τότε αλλάζει μονάχα πρόσωπα, άλλοτε φορά τον ιδρώτα ενός μεταλλωρύχου από τη Νικήσιανη, άλλοτε τα σκισμένα σανδάλια κάποιου Θράκα που ανηφόριζε προς τις κορυφές κουβαλώντας ένα μαύρο κριάρι, άλλοτε τα χέρια ενός μοναχού που μάζευε βροχόνερο από τις σχισμές του βράχου για να ξεπλύνει μια εικόνα, ποτέ όμως δεν αλλάζει μυρωδιά, πάντα η ίδια υγρασία, πάντα ο ίδιος σίδηρος, πάντα το ίδιο βρεγμένο χώμα κάτω από τα νύχια, σαν να υπάρχει μία μόνο ζωή που περνά από σώμα σε σώμα και μία μόνο γη που συνεχίζει να θυμάται όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν κουραστεί να θυμούνται και τότε κατάλαβα πως το σκοτάδι ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου τελειώνει το φως, βρίσκεται εκεί όπου η μνήμη παύει να αναγνωρίζει τον εαυτό της, γι' αυτό όσοι κατέβαιναν βαθιά γύριζαν πάντοτε λίγο διαφορετικοί, δεν ήταν οι πληγές ούτε η κούραση, αυτά τα γνωρίζει κάθε σώμα, ήταν κάτι άλλο, μια μικρή μετατόπιση του βλέμματος, σαν να είχαν αντικρίσει μια ηλικία του κόσμου που δεν χωρούσε πια μέσα στα μάτια τους, τους έβλεπα να ανεβαίνουν αργά από τις στοές, να πλένουν τα χέρια τους στις κρύες πηγές κάτω από τις πλαγιές, να τρίβουν με άμμο τις παλάμες τους ώσπου να φύγει το μαύρο του μεταλλεύματος, το μαύρο όμως έμενε κάτω από τα νύχια, έμενε μέσα στις γραμμές του δέρματος, έμενε στη φωνή, κανένα νερό δεν έφτανε τόσο βαθιά, κι ύστερα έρχονταν οι γυναίκες από τη Μεσορόπη και το Παλαιοχώρι, έφερναν ψωμί, τυρί, κρασί και καθαρά πουκάμισα, κοιτούσαν τους άντρες τους στα μάτια χωρίς να μιλούν πολύ, λες και περίμεναν να βεβαιωθούν πως γύρισε ο ίδιος άνθρωπος, καμιά φορά γύριζε, καμιά φορά κάτι είχε μείνει κάτω, δεν ήξεραν τι, ούτε εκείνοι ήξεραν, μόνο τις νύχτες σηκώνονταν απότομα από τον ύπνο λες και τους είχε φωνάξει κάποιος από πολύ βαθιά, έβγαιναν έξω, κοίταζαν προς το Ακοντίσμα ή προς το Αυγό κι έμεναν ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, εκεί όπου οι κορυφές χάνονταν μέσα στην ομίχλη και οι καστανιές έμοιαζαν με γέρους που είχαν ξεχάσει να πεθάνουν, ποτέ δεν τους ρώτησα τι άκουγαν, γιατί κι εγώ άκουγα πότε πότε τον ίδιο χαμηλό παλμό, έναν ήχο που έμοιαζε με σφυρί επάνω σε σίδερο κι όμως δεν είχε άνθρωπο να τον κρατά, μπορεί να ήταν το νερό που έβρισκε άλλη διαδρομή μέσα στον γνεύσιο, μπορεί η γη που μετακινούσε αργά το βάρος της, μπορεί εκείνοι που οι γέροντες της Νικήσιανης ονόμαζαν Κάβειρους όταν ήθελαν να μιλήσουν σιγά, ποτέ δεν πρόφεραν αυτό το όνομα κοντά στις στοές, το άφηναν να κυλήσει χαμηλά μέσα από τα δόντια σαν να φοβούνταν μήπως κάποιος το αναγνωρίσει, και πάντα αναρωτιόμουν ποιος φοβάται περισσότερο, εκείνος που επικαλείται έναν θεό ή εκείνος που πιστεύει πως ο θεός εξακολουθεί να περπατά μέσα στη λάσπη, γιατί εγώ όσες φορές νόμισα πως είδα κάποιον από εκείνους που αργότερα έγιναν θεοί, τον είδα κουρασμένο, με σκισμένες φτέρνες, με χώμα κολλημένο ως τους αστραγάλους, να κάθεται στην είσοδο μιας στοάς και να φυσά τα χέρια του για να ζεσταθούν, σαν να είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα σκάβοντας μαζί με τους ανθρώπους, ποτέ δεν τον είδα να κρατά κεραυνό, ποτέ δεν τον είδα να λάμπει, τον είδα μόνο να σωπαίνει, κι αυτή η σιωπή ήταν βαρύτερη από κάθε θαύμα, γιατί τότε ένιωσα πως ακόμη και οι αθάνατοι χρειάζονται κάπου να ακουμπήσουν την κούρασή τους, κι αν υπάρχει τόπος που μπορεί να σηκώσει τέτοια κούραση είναι μονάχα η πέτρα, αυτή που δέχεται το αίμα χωρίς να το κρίνει, τα δάκρυα χωρίς να τα μετρά, τα ονόματα χωρίς να τα θυμάται για πάντα, γιατί κι η πέτρα λησμονεί, μόνο που λησμονεί τόσο αργά ώστε οι άνθρωποι το ονομάζουν αιωνιότητα, ενώ είναι απλώς ένας άλλος ρυθμός του χρόνου, τόσο αργός ώστε ακόμη και ο θάνατος κουράζεται να τον ακολουθεί ...και από τότε έπαψα να φοβάμαι εκείνον που έρχεται στο τέλος και άρχισα να φοβάμαι εκείνο που μένει, γιατί ο θάνατος περνά, η μνήμη όμως εγκαθίσταται σαν υγρασία μέσα στον βράχο, απλώνεται αργά, βρίσκει τις πιο λεπτές ρωγμές, κατεβαίνει εκεί όπου το φως δεν έφτασε ποτέ και περιμένει, πάντοτε περιμένει, ώσπου να βρεθεί ένα σώμα αρκετά κουρασμένο για να τη σηκώσει, ίσως γι' αυτό οι γέροι της Μουσθένης απέφευγαν να κοιτάζουν πολλή ώρα τις κορυφές όταν έπεφτε το πρώτο φθινοπωρινό σύννεφο, έλεγαν πως κάθε βουνό αλλάζει πρόσωπο όταν αρχίζει να θυμάται, κανείς δεν εξηγούσε τι ακριβώς θυμάται ένα βουνό, ούτε εγώ το γνωρίζω, μόνο πως υπάρχουν πρωινά που ο αέρας μυρίζει βρεγμένο χαλκό προτού ακόμη βρέξει, πως οι κόρακες πετούν χαμηλότερα πάνω από τις χαράδρες σαν να διαβάζουν κάτι γραμμένο στις πλαγιές, πως οι λύκοι σταματούν ξαφνικά, στρέφουν το κεφάλι προς τη γη και μένουν ακίνητοι σαν να αφουγκράζονται μια φωνή που κανένας άνθρωπος δεν αξιώθηκε να ακούσει ολόκληρη, τότε ακόμη και οι βοσκοί χαμηλώνουν τη φωνή τους χωρίς να το καταλάβουν, ακουμπούν τη μαγκούρα στο χώμα, κοιτούν προς τις ομίχλες που κατεβαίνουν αργά από το Πιλάφ Τεπέ και κάνουν τον σταυρό τους με εκείνη την αδέξια κίνηση που έχουν όσοι φοβούνται περισσότερο τη μνήμη παρά τον Θεό, γιατί ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει, η μνήμη ποτέ, η μνήμη κρατά ακόμη και τη θερμοκρασία του χεριού που άγγιξε έναν βράχο πριν από χίλια χρόνια, κρατά την ανάσα του αλόγου που γλίστρησε στον σχιστόλιθο, κρατά το αίμα που κύλησε από έναν κομμένο αντίχειρα πάνω σε μια φλέβα χρυσού, κρατά το βλέμμα ενός παιδιού που κατέβηκε για πρώτη φορά στις στοές και γύρισε γέρος χωρίς να περάσει ούτε μία ημέρα, όλα μένουν κάπου, τίποτε δεν χάνεται, μονάχα αλλάζει βάθος, κι εγώ όσο περισσότερο περπατώ τόσο λιγότερο εμπιστεύομαι τα μάτια μου, γιατί τα μάτια βλέπουν το τελευταίο στρώμα του κόσμου, ενώ η όσφρηση, τα χέρια, τα γόνατα που ακουμπούν στη γη, αυτά θυμούνται καλύτερα, αυτά ξέρουν πως κάτω από κάθε πέτρα υπάρχει μια παλαιότερη πέτρα, κάτω από κάθε όνομα ένα όνομα που λησμονήθηκε, κάτω από κάθε προσευχή ένας φόβος που δεν βρήκε ποτέ λέξεις, κάποτε συνάντησα έναν γέροντα κοντά στις πηγές του Αγγίτη, έπλενε αργά μια σκουριασμένη αξίνα σαν να ετοίμαζε το σώμα νεκρού για την ταφή, τον ρώτησα γιατί κρατά ακόμη εργαλείο αφού οι στοές είχαν χρόνια εγκαταλειφθεί, με κοίταξε λες και μην κατάλαβε την ερώτηση, χαμογέλασε ελάχιστα και είπε πως οι στοές εγκαταλείπουν πρώτες τους ανθρώπους κι έπειτα οι άνθρωποι τις στοές, ύστερα συνέχισε να τρίβει το σίδερο ώσπου το νερό γέμισε μια θαμπή κοκκινάδα σαν αραιωμένο αίμα, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως ίσως αυτό να είναι το μόνο θαύμα που μου επιτράπηκε να δω, ένας άνθρωπος που καθαρίζει υπομονετικά ένα εργαλείο το οποίο γνωρίζει πως δεν θα ξαναχρησιμοποιήσει ποτέ, κι όμως το καθαρίζει σαν να ετοιμάζει τον κόσμο για κάποιον που θα έρθει ύστερα από αυτόν, ίσως έτσι να σώζεται τελικά η μνήμη, όχι με τα μεγάλα λόγια ούτε με τα μνημεία, αλλά με τα χέρια που συνεχίζουν μια κίνηση ακόμη κι όταν γνωρίζουν πως δεν υπάρχει πια κανείς για να τη δει ...εκείνες τις ημέρες άρχισα να υποψιάζομαι πως το βουνό γνώριζε τον θάνατο πολύ πριν τον μάθει ο άνθρωπος, όχι επειδή είχε δει περισσότερους νεκρούς, αλλά επειδή είχε μάθει να κουβαλά βάρος χωρίς να διαμαρτύρεται, κι αυτό είναι ίσως η πρώτη μορφή του θανάτου, να βαστάζεις κάτι τόσο πολύ ώστε στο τέλος να ξεχνάς πως κάποτε υπήρξες ελαφρύτερος, το έβλεπα στις πλαγιές πάνω από τη Νικήσιανη όταν έσπαζε ο χειμώνας, οι οξιές λύγιζαν από το χιόνι χωρίς θόρυβο, οι καστανιές άφηναν αργά τους φλοιούς τους να σαπίσουν, οι σταχτόραχοι λύκοι περνούσαν ανάμεσά τους με εκείνο το αθόρυβο βήμα που έχουν τα πλάσματα τα οποία γνωρίζουν πως τίποτε δεν τους ανήκει πραγματικά, ούτε το δάσος ούτε η πείνα τους ούτε τα μικρά τους, μόνο η πορεία τους, κι όσο τους κοιτούσα τόσο περισσότερο πίστευα πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ζώο που προσπαθεί να νικήσει τον θάνατο, ενώ όλα τα υπόλοιπα έχουν μάθει να περπατούν δίπλα του χωρίς να του μιλούν, κάποτε κατέβηκα ως τις παλιές χρυσοφόρες στοές όπου έλεγαν πως οι Ηδωνοί άκουγαν τις φωνές της γης πριν χτυπήσουν την πρώτη πέτρα, βρήκα μονάχα νερό, υγρασία και ξύλα που είχαν μαυρίσει από τον χρόνο, ακούμπησα την παλάμη μου στον βρεγμένο γνεύσιο κι ένιωσα μια ψύχρα που δεν έμοιαζε με κρύο αλλά με αναμονή, σαν να στεκόταν από πίσω ολόκληρη η νύχτα και περίμενε να θυμηθώ κάτι που είχα εγκαταλείψει εκεί πριν από αιώνες, τότε μου ήρθε η μυρωδιά του καμένου λίπους από τους λυχνούς, ύστερα ιδρώτας, ύστερα αίμα, ύστερα λιβάνι, όλα μαζί χωρίς καμία σειρά, σαν να μην υπήρχε διαφορά ανάμεσα στους Σάτρες που κατέβαιναν με τις αξίνες τους, στους μοναχούς που αργότερα έψαλαν μέσα στα σπήλαια, στους μεταλλωρύχους που έβηχαν μαύρη σκόνη και στους ανθρώπους που ακόμη δεν είχαν γεννηθεί, εκεί κατάλαβα πως ο χρόνος δεν κυλά κάτω από τη γη, συσσωρεύεται, γίνεται στρώμα επάνω σε στρώμα όπως ο σχιστόλιθος, όπως ο χαλαζίας που φυτρώνει αργά μέσα στις ρωγμές, όπως το χρυσάφι που ποτέ δεν βιάστηκε να γίνει επιθυμία ανθρώπου, μόνο οι άνθρωποι βιάζονται, βιάζονται να βαφτίσουν μια κορυφή, να υψώσουν έναν βωμό, να χαράξουν ένα όνομα πάνω σε μια πέτρα, λες και η πέτρα περίμενε χιλιάδες χρόνια για να τους ακούσει, κι όμως ύστερα έρχεται η βροχή, περνά ένας ακόμη χειμώνας από το Ακοντίσμα, κατεβαίνει η ομίχλη από το Αυγό, οι χαράξεις σβήνουν, τα ονόματα λιώνουν, μένει μόνο το σημάδι της λεπίδας, μια μικρή πληγή επάνω στον βράχο που σιγά σιγά γεμίζει λειχήνες, κι αυτό το μικρό πράσινο που απλώνεται πάνω στην πέτρα μου φαίνεται κάθε φορά πιο αληθινό από όλες τις αυτοκρατορίες που πέρασαν από εδώ, γιατί οι αυτοκρατορίες ζητούσαν να τις θυμούνται, ενώ οι λειχήνες αρκούνται στο να υπάρχουν, κι ίσως αυτή να είναι η μόνη μορφή αθανασίας που δεν χρειάζεται μάρτυρες, να συνεχίζεις να μεγαλώνεις επάνω σε κάτι αρχαιότερο από εσένα χωρίς να ζητάς από κανέναν να προφέρει το όνομά σου, κάποτε νόμιζα πως αυτό το προνόμιο ανήκε στους θεούς, τώρα πια δεν είμαι βέβαιος ούτε γι' αυτούς, γιατί όσες φορές συνάντησα εκείνον που οι άνθρωποι αποκαλούσαν νεφεληγερέτη τον βρήκα να κοιτάζει τη γη περισσότερο από τον ουρανό, σαν να έψαχνε κι εκείνος μέσα στις φλέβες του Παγγαίου κάτι που είχε χάσει πριν ακόμη αποκτήσει κεραυνούς, κι εκεί, μέσα σε εκείνη τη σιωπή που μύριζε σκουριά, υγρό χώμα και βρύα, κατάλαβα πως ακόμη και οι αθάνατοι κουβαλούν μια ανάμνηση τόσο βαριά ώστε ούτε οι ίδιοι μπορούν να τη σηκώσουν μόνοι τους ...έτσι έμαθα να περπατώ χωρίς να εμπιστεύομαι τον δρόμο, γιατί ο δρόμος είναι πάντοτε ο νεότερος κάτοικος ενός βουνού, πριν από αυτόν υπήρξαν οι φλέβες του χαλαζία, οι ρίζες των οξιών, οι λαγούμιες των ασβών, οι διαδρομές των λύκων, οι χαράξεις του νερού, κι ακόμη βαθύτερα εκείνες οι υπόγειες πορείες που κανένα ανθρώπινο πόδι δεν ακολούθησε ολόκληρες, μόνο η υγρασία τις γνωρίζει όλες, αυτή περνά από το ένα πέτρωμα στο άλλο χωρίς να ρωτήσει σε ποια εποχή ανήκει, γι' αυτό κάθε φορά που ακουμπώ το χέρι μου σε βρεγμένο βράχο αισθάνομαι πως αγγίζω κάτι που δεν έχει ηλικία, ούτε νεότητα ούτε γηρατειά, μονάχα διάρκεια, κι η διάρκεια είναι πιο τρομακτική από τον θάνατο γιατί ποτέ δεν ολοκληρώνεται, μονάχα βαραίνει, γίνεται όλο και πυκνότερη ώσπου αρχίζει να σκέφτεται, ναι, κάποτε πίστεψα πως ακόμη και η πέτρα σκέφτεται, όχι όπως ο άνθρωπος με λέξεις και συλλογισμούς αλλά όπως σκέφτεται μια πληγή που αρνείται να κλείσει, αργά, ασταμάτητα, με τον ίδιο τρόπο που το νερό ανοίγει έναν βράχο χωρίς ποτέ να αποφασίσει να τον νικήσει, κι ίσως αυτή να είναι η μόνη αληθινή δύναμη, εκείνη που δεν επιθυμεί καμία νίκη, θυμάμαι έναν γέροντα από την Πρώτη να μου λέει πως όποιος βιάζεται να φτάσει στην κορυφή δεν πρόκειται να γνωρίσει ποτέ το βουνό, τότε γέλασα, νόμιζα πως μιλούσε σαν όλους τους γέρους που αγαπούν περισσότερο τις συμβουλές από την αλήθεια, χρόνια αργότερα κατάλαβα πως δεν εννοούσε τις κορυφές αλλά τις στοές, γιατί όσο βαθύτερα κατεβαίνεις τόσο λιγότερο σε ενδιαφέρει να βγεις, δεν είναι η σκοτεινιά που σε κρατά, ούτε το χρυσάφι, ούτε οι ιστορίες για τους Κάβειρους που περπατούσαν κάποτε κάτω από τις ίδιες οροφές με τους Ηδωνούς και άφηναν στις πέτρες ίχνη από καπνό και λιωμένο μέταλλο, είναι κάτι άλλο, κάτι που αρχίζει σαν απορία και σιγά σιγά γίνεται κατοικία, στην αρχή πιστεύεις πως ψάχνεις μια φλέβα χρυσού, ύστερα έναν θεό, ύστερα έναν νεκρό, στο τέλος καταλαβαίνεις πως όλα αυτά ήταν διαφορετικά ονόματα για την ίδια έλλειψη, εκείνη που κουβαλά κάθε άνθρωπος όταν γεννιέται και προσπαθεί μια ζωή να τη γεμίσει με πίστη, με έρωτα, με εργασία, με παιδιά, με προσευχές, με πολέμους, ενώ η έλλειψη παραμένει ακίνητη σαν τον γνεύσιο κάτω από τα πόδια του, δεν μεγαλώνει, δεν μικραίνει, μονάχα περιμένει να την αναγνωρίσεις, γι' αυτό οι πιο σιωπηλοί άνθρωποι που γνώρισα ήταν πάντοτε εκείνοι που είχαν περάσει πολλά χρόνια μέσα στη γη, οι μεταλλωρύχοι της Νικήσιανης, οι ξυλοκόποι που ανέβαιναν ως τις μαυρόπευκες του Ακοντίσματος, οι μοναχοί που κατοίκησαν στα σπήλαια πάνω από τον Αγγίτη, όλοι τους είχαν το ίδιο βλέμμα, λες και είχαν αντικρίσει κάτι που δεν επιτρέπεται να περιγραφεί επειδή κάθε περιγραφή θα το έκανε μικρότερο, τους ρωτούσαν τι υπάρχει τόσο βαθιά, εκείνοι σήκωναν τους ώμους, χαμογελούσαν σχεδόν ανεπαίσθητα και άλλαζαν κουβέντα, κάποτε νόμιζα πως το έκαναν από φόβο, τώρα πια νομίζω πως το έκαναν από σεβασμό, γιατί υπάρχουν πράγματα που μόλις τα ονομάσεις αρχίζουν να πεθαίνουν, όπως πεθαίνει μια φλόγα όταν την κλείσεις μέσα στη χούφτα σου, κι εγώ φοβάμαι όλο και περισσότερο τις λέξεις, όχι επειδή λένε ψέματα αλλά επειδή συνηθίζουν να τελειώνουν εκεί όπου το βουνό μόλις αρχίζει να μιλά, γι' αυτό αφήνω πολλές φορές τη φράση μισή μέσα μου, όπως αφήνει κανείς ένα εργαλείο στην είσοδο μιας στοάς γνωρίζοντας πως κάποιος άλλος, σε άλλη εποχή, θα το σηκώσει και θα συνεχίσει το ίδιο χτύπημα επάνω στην ίδια πέτρα ...πολλές φορές αναρωτήθηκα αν ο άνθρωπος κατεβαίνει στις στοές για να βρει χρυσάφι ή για να βρει μια μορφή του εαυτού του που έμεινε θαμμένη εκεί πολύ πριν γεννηθεί, γιατί κάθε κατάβαση μοιάζει περισσότερο με επιστροφή παρά με ανακάλυψη, ακόμη κι όταν τα χέρια βγαίνουν άδεια κουβαλούν κάτι που δεν υπήρχε πριν από την κάθοδο, μια βραδύτητα, μια σιωπή, μια μικρή δυσπιστία απέναντι στο φως, οι άνθρωποι που έζησαν χρόνια κάτω από το Παγγαίο δεν αγαπούσαν ποτέ τον ήλιο όπως οι υπόλοιποι, τον κοιτούσαν με εκείνη την επιφύλαξη που κοιτάζει κανείς έναν παλιό φίλο ο οποίος ξέχασε το όνομά του, προτιμούσαν το πρώτο γκρίζο της αυγής, όταν ακόμη οι κορυφές του Αυγού και του Ακοντίσματος έμοιαζαν να επιπλέουν μέσα στην ομίχλη και ο κόσμος δεν είχε αποφασίσει αν θα γίνει ημέρα ή θα παραμείνει νύχτα, εκείνη την ώρα ένιωθα πως όλα ήταν πιο κοντά στην αλήθεια τους, οι πέτρες δεν προσποιούνταν ακόμη πως είναι βουνό, τα δέντρα δεν είχαν γίνει ακόμη δάσος, οι άνθρωποι δεν είχαν φορέσει ακόμη το πρόσωπο με το οποίο θα κυκλοφορούσαν όλη την ημέρα, κι ίσως γι' αυτό οι πιο παλιές μνήμες με επισκέπτονται πάντοτε λίγο πριν ξημερώσει, τότε που η γη μυρίζει υγρό σίδηρο και οι στάχτες από τις χθεσινές φωτιές ανασαίνουν ξανά για λίγο, μου έρχεται τότε η εικόνα κάποιου που ανεβαίνει μόνος από μια στοά κρατώντας ένα μικρό κομμάτι χαλαζία μέσα στη χούφτα του, το κοιτάζει σαν να περιμένει να του μιλήσει, δεν είναι νέος ούτε γέρος, θα μπορούσε να είναι ένας μεταλλωρύχος των Μακεδόνων, ένας Ηδωνός, ένας μοναχός από τις σπηλιές του Παγγαίου ή εκείνος που οι άνθρωποι αποκάλεσαν αργότερα αργυρότοξο, όλοι μοιάζουν τόσο πολύ όταν κουράζονται ώστε η κούραση γίνεται η μόνη αληθινή τους συγγένεια, τον παρακολουθώ να κάθεται πάνω σε μια πέτρα, να ανοίγει αργά την παλάμη του και να αφήνει τον χαλαζία να πέσει στο χώμα σαν να επιστρέφει κάτι που ποτέ δεν του ανήκε, ύστερα σκύβει, ακουμπά το αυτί του στη γη και μένει έτσι πολλή ώρα, εκείνη η κίνηση με βασανίζει χρόνια, γιατί την έχω δει να επαναλαμβάνεται από τόσους διαφορετικούς ανθρώπους ώστε κάποια στιγμή έπαψα να πιστεύω πως ήταν δική τους, έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση του ίδιου του σώματος, σαν τα γόνατα να γνωρίζουν από μόνα τους πότε πρέπει να λυγίσουν, σαν το αυτί να θυμάται έναν ήχο που το στόμα δεν κατάφερε ποτέ να περιγράψει, δοκίμασα κι εγώ κάποτε να κάνω το ίδιο, ακούμπησα το κεφάλι μου στον βρεγμένο γνεύσιο και περίμενα, στην αρχή δεν άκουσα τίποτε, ύστερα έναν μακρινό παλμό, τόσο αργό που δεν έμοιαζε με καρδιά ούτε με νερό, έμοιαζε με υπομονή, σαν κάποιος να περίμενε εδώ κάτω αιώνες ολόκληρους χωρίς να κουραστεί, εκεί φανερώθηκε πως ίσως η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους και στην πέτρα δεν είναι πως οι άνθρωποι πεθαίνουν κι εκείνη μένει, αλλά πως η πέτρα γνωρίζει να περιμένει χωρίς ελπίδα, ενώ ο άνθρωπος ακόμη κι όταν έχει χάσει τα πάντα εξακολουθεί να περιμένει κάτι, έναν θεό, μια απάντηση, μια επιστροφή, μια συγχώρεση, κι αυτή η επιμονή του με συγκινεί περισσότερο από όλες τις νίκες του, γιατί κάθε πρωί τον βλέπω να ανεβαίνει ξανά προς τις ίδιες πλαγιές, να πιάνει την ίδια αξίνα, να χτυπά την ίδια πέτρα, λες και πιστεύει πως αυτή τη φορά θα ανοίξει μια φλέβα που δεν οδηγεί στο χρυσάφι αλλά σε μια μνήμη αρκετά βαθιά ώστε να του εξηγήσει γιατί γεννήθηκε κι όσο περισσότερο πλησίαζα εκείνη τη σκέψη τόσο περισσότερο δυσκολευόμουν να θυμηθώ το πρόσωπό μου, συνέβαινε αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, σαν να έσβηνε η βροχή ένα παλιό σημάδι πάνω στον σχιστόλιθο, πρώτα χάθηκαν οι βεβαιότητες, ύστερα οι επιθυμίες, ύστερα η ανάγκη να ξεχωρίζω τον εαυτό μου από όλα όσα με περιέβαλλαν, έμειναν μόνο τα χέρια, πάντοτε τα χέρια, αυτά θυμούνταν καλύτερα από μένα, ήξεραν πότε μια πέτρα ήταν έτοιμη να σπάσει, πότε ένα ξύλο είχε αρχίσει να σαπίζει από μέσα, πότε μια φλέβα χαλαζία έκρυβε δίπλα της κάτι βαρύτερο, ποτέ δεν μου εξήγησαν πώς το γνώριζαν, ούτε εγώ τους το ζήτησα, γιατί υπάρχουν γνώσεις που κατοικούν στο σώμα πολύ πριν φτάσουν στη σκέψη, όπως οι ρίζες κατοικούν μέσα στο χώμα πολύ πριν φανούν τα φύλλα, κάποτε, ψηλά προς τις καστανιές που αγναντεύουν το Παλαιοχώρι, είδα έναν
γέροντα να γονατίζει μπροστά σε έναν βράχο χωρίς εικόνα, χωρίς σταυρό, χωρίς κανένα σημάδι που να δικαιολογεί εκείνη τη στάση του σώματος, ακούμπησε μόνο το μέτωπό του επάνω στην ψυχρή πέτρα και έμεινε ακίνητος τόση ώρα ώστε άρχισα να πιστεύω πως πέθανε, όταν τελικά σηκώθηκε το πρόσωπό του είχε γεμίσει υγρασία, δεν ήξερα αν ήταν δάκρυα ή νερό από τα βρύα, με κοίταξε χωρίς έκπληξη, σαν να με περίμενε από χρόνια, και μου είπε πως η πέτρα θυμάται καλύτερα από τους αγίους, ύστερα έφυγε αργά προς το μονοπάτι χωρίς να γυρίσει ούτε μία φορά το κεφάλι, από τότε κουβαλώ αυτή τη φράση όπως κουβαλά κανείς ένα κομμάτι μεταλλεύματος που δεν γνωρίζει ακόμη την αξία του, πολλές φορές προσπάθησα να την αρνηθώ, σκέφτηκα τους ναούς, τις εικόνες, τις προσευχές, τους ύμνους που ακούστηκαν αιώνες ολόκληρους πάνω στις ίδιες πλαγιές, ύστερα όμως κατέβαινα ξανά στις παλιές στοές και καταλάβαινα πως οι ψαλμοί, οι κραυγές των μεταλλωρύχων, οι επικλήσεις προς τη Βενδίδα, οι ύμνοι στον νεφεληγερέτη, οι ψίθυροι των μοναχών, όλα έμεναν εκεί κάτω με τον ίδιο τρόπο, καμία φωνή δεν υπερίσχυε της άλλης, όλες γίνονταν σιγά σιγά μία μόνο χαμηλή αναπνοή που περνούσε μέσα από τις ρωγμές του γνευσίου όπως περνά το νερό ανάμεσα από τις ρίζες, κι όσο τις άκουγα τόσο περισσότερο δυσκολευόμουν να πιστέψω πως οι θεοί διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλον, μου φαινόταν πως κατοικούσαν όλοι μαζί στο ίδιο βάθος, όπως οι διαδοχικές φλέβες του χρυσού κατοικούν μέσα στο ίδιο πέτρωμα χωρίς ποτέ να συναντηθούν, ίσως γι' αυτό το Παγγαίο δεν μου έμαθε ποια πίστη είναι αληθινή αλλά πως κάθε πίστη αφήνει πίσω της την ίδια σκόνη όταν καταρρεύσει, τη σκόνη του μαρμάρου, του ξύλου, του οστού και της λέξης, κι εκείνη η σκόνη ανεβαίνει κάθε τόσο στον αέρα όταν φυσά από το Ακοντίσμα, κάθεται πάνω στα φύλλα των οξιών, πάνω στις πλάτες των λύκων, πάνω στα κουδούνια των κοπαδιών, πάνω στα γένια των μοναχών, κανείς δεν την προσέχει, όλοι την αναπνέουν, κι ίσως να είναι αυτή η μόνη αληθινή κοινωνία των ανθρώπων, να ανασαίνουν χωρίς να το γνωρίζουν τα απομεινάρια όσων έζησαν πριν από αυτούς, γιατί όσο περισσότερο περνούν τα χρόνια τόσο λιγότερο πιστεύω πως κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, νομίζω πως κληρονομούμε τη μνήμη τους χωρίς να μας ρωτήσει κανείς αν μπορούμε να σηκώσουμε τέτοιο βάρος, κι αυτή η μνήμη συνεχίζει να μεγαλώνει μέσα μας όπως μεγαλώνει αργά μια ρίζα μέσα σε μια σχισμή του βράχου, ώσπου κάποια μέρα η πέτρα ανοίγει χωρίς θόρυβο και όλοι απορούν πώς μπόρεσε μια τόσο μικρή ρίζα να τη χωρίσει στα δύο, ενώ η ρίζα ποτέ δεν βιάστηκε, ποτέ δεν επιδίωξε να νικήσει την πέτρα, αρκέστηκε να κατοικήσει μέσα της, όπως κι εγώ προσπαθώ τόσα χρόνια να κατοικήσω μέσα σε αυτή τη μνήμη χωρίς να την εξηγήσω, γιατί αρχίζω να φοβάμαι πως ό,τι εξηγείται εύκολα έχει ήδη απομακρυνθεί από την αλήθεια του ...εκείνο όμως που με βασανίζει περισσότερο δεν είναι όσα θυμάμαι αλλά όσα επιστρέφουν χωρίς να ζητήσουν την άδειά μου, γιατί υπάρχουν ημέρες που μια μυρωδιά αρκεί για να ανοίξει μέσα μου μια στοά ολόκληρη, η υγρασία από έναν παλιό τοίχο, το σίδερο μιας σκουριασμένης πόρτας, το ρετσίνι που τρέχει αργά από μια πληγή του μαυρόπευκου, κι αμέσως βρίσκομαι πάλι κάτω από το Παγγαίο χωρίς να έχω κάνει ούτε ένα βήμα, ακούω το νερό να κυλά μέσα από τις ρωγμές του γνευσίου, τόσο αργά ώστε μοιάζει να σκέφτεται πριν αλλάξει κατεύθυνση, ακούω τον κόρακα που περνά πάνω από το άνοιγμα της στοάς και για μια στιγμή το πέταγμά του γίνεται σκιά μέσα στη γη, ακούω κάποιον να βήχει πίσω μου κι όταν γυρίζω δεν υπάρχει κανείς, μονάχα η ανάσα του βουνού που ανεβαίνει ζεστή από τα βαθύτερα στρώματα σαν να ανασαίνει ένα σώμα το οποίο κοιμάται αιώνες ολόκληρους χωρίς ποτέ να ξυπνήσει, τότε είναι που δυσκολεύομαι περισσότερο να ξεχωρίσω τον εαυτό μου από όλους εκείνους που περπάτησαν εδώ πριν από μένα, γιατί τα βήματά τους δεν χάθηκαν, μονάχα γέμισαν χώμα, όπως γεμίζει μια χαραγή πάνω στον βράχο χωρίς ποτέ να εξαφανιστεί πραγματικά, κι ίσως αυτό να εννοούσαν οι γέροντες όταν έλεγαν πως κάθε άνθρωπος αφήνει τη σκιά του κάτω από το βουνό, δεν μιλούσαν για την ψυχή, η ψυχή είναι μια λέξη που έρχεται αργότερα, μιλούσαν για το βάρος, για εκείνο το ανεπαίσθητο ίχνος που αφήνει το σώμα όταν εργάζεται, όταν φοβάται, όταν ερωτεύεται, όταν θάβει έναν νεκρό ή όταν στέκεται μόνο του μπροστά σε μια πέτρα και περιμένει να ακούσει κάτι που ποτέ δεν θα ειπωθεί με ανθρώπινη φωνή, κάποτε ακολούθησα το παλιό μονοπάτι προς το Πιλάφ Τεπέ λίγο πριν πέσει το πρώτο χιόνι, οι καστανιές είχαν αδειάσει σχεδόν όλες από τα φύλλα τους, μόνο λίγες σκουρόχρωμες φυλλωσιές έμεναν ακόμη ψηλά, σαν σκέψεις που αρνούνται να εγκαταλείψουν ένα γέρικο μυαλό, το χώμα ήταν βαρύ, οι πέτρες γλιστρούσαν κάτω από τις μπότες μου και κάθε τόσο έσκυβα για να ακουμπήσω την παλάμη μου στο έδαφος, δεν το έκανα από κούραση αλλά από ανάγκη, λες και έπρεπε να βεβαιωθώ πως το βουνό εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, γιατί υπάρχουν στιγμές που το Παγγαίο χάνεται πριν χαθούν οι κορυφές του, γίνεται τόσο παλιό ώστε παύει να μοιάζει με τόπο και αρχίζει να μοιάζει με ανάμνηση κάποιου άλλου, τότε ακόμη και τα τοπωνύμια αλλάζουν μορφή μέσα μου, η Νικήσιανη παύει να είναι χωριό και γίνεται μια φωνή που καλεί κάποιον να επιστρέψει, ο Αγγίτης παύει να είναι ποτάμι και γίνεται η αργή σκέψη του νερού πριν αποφασίσει να φανερωθεί στο φως, το Ακοντίσμα παύει να είναι κορυφή και γίνεται μια πληγή που ο χρόνος άφησε ανοιχτή επάνω στον ουρανό, δεν ξέρω αν όλα αυτά υπήρχαν πάντοτε ή αν τα επινόησε η μοναξιά μου, ξέρω μονάχα πως όσο μεγαλώνω τόσο λιγότερο εμπιστεύομαι τη διαφορά ανάμεσα στη μνήμη και στην πέτρα, γιατί και οι δύο έχουν τον ίδιο τρόπο να αντιστέκονται, ποτέ με θόρυβο, ποτέ με βία, πάντοτε αργά, πάντοτε με εκείνη την αδιανόητη υπομονή που κάνει ακόμη και τους θεούς να μοιάζουν περαστικοί, γι' αυτό όταν σκέφτομαι εκείνον που οι άνθρωποι ονόμασαν νεφεληγερέτη δεν τον φαντάζομαι πάνω από τα σύννεφα αλλά καθισμένο στην είσοδο μιας εγκαταλειμμένης στοάς, να κρατά στα χέρια του μια πέτρα που δεν κατάφερε να ανοίξει, να την κοιτάζει όπως κοιτάζει ένας γέρος το πρόσωπό του μέσα στο νερό και να αναρωτιέται αν η μεγαλύτερη δύναμη που του δόθηκε ήταν τελικά η αντοχή να περιμένει ή η ταπείνωση να γνωρίζει πως ακόμη και ο κεραυνός περνά, ενώ η πέτρα μένει εκεί και συνεχίζει να θυμάται όλους όσοι πίστεψαν πως ήρθαν για να την αλλάξουν, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εκείνη που τους άλλαζε λίγο λίγο ώσπου να γίνουν κι αυτοί ένα ακόμη στρώμα της σιωπής της ...από τότε περπατώ σαν να ακούω διαρκώς κάποιον πίσω μου, ποτέ δεν γυρίζω αμέσως, έμαθα πως ό,τι ακολουθεί τον άνθρωπο μέσα στο Παγγαίο δεν αγαπά τις απότομες κινήσεις, προτιμά την υπομονή της πέτρας, αφήνει πρώτα τον φόβο να καθίσει επάνω στους ώμους, ύστερα την αμφιβολία να κατέβει στα χέρια, κι όταν το σώμα αποκτήσει το βάρος που χρειάζεται τότε μόνο φανερώνεται, ποτέ με μορφή, πάντοτε με μια μικρή μεταβολή του κόσμου, μια καστανιά που πριν από λίγο στεκόταν ακίνητη και τώρα τρίζει χωρίς άνεμο, ένας κόρακας που κοιτάζει επίμονα το ίδιο σημείο του εδάφους, το νερό μιας πηγής που ξαφνικά σκοτεινιάζει χωρίς να το αγγίξει σκιά, οι άνθρωποι τα ονομάζουν συμπτώσεις γιατί φοβούνται να παραδεχτούν πως η γη εξακολουθεί να έχει τρόπους να μιλά τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε πια, κάποτε ίσως τους γνωρίζαμε, ίσως τότε που οι Ηδωνοί περπατούσαν ακόμη ανάμεσα στις οξιές χωρίς να ξεχωρίζουν το ιερό από το καθημερινό, τότε που η Βενδίδα δεν κατοικούσε σε ναούς αλλά στην ανάσα των ζώων λίγο πριν πιουν νερό, τότε που οι Κάβειροι δεν ήταν ακόμη θεοί αλλά άνθρωποι οι οποίοι έμειναν τόσο πολύ μέσα στη φωτιά ώστε η μνήμη των άλλων αδυνατούσε πια να τους χωρέσει, καμιά φορά σκέφτομαι πως έτσι γεννιούνται όλοι οι θεοί, όχι από τη δύναμή τους αλλά από την αδυναμία των ανθρώπων να θυμηθούν σωστά, ο χρόνος αφαιρεί πρώτα τον ιδρώτα, ύστερα την κούραση, ύστερα τον φόβο, στο τέλος απομένει μονάχα μια λάμψη και οι άνθρωποι τη βαφτίζουν αθανασία, εγώ όμως θυμάμαι διαφορετικά, θυμάμαι τον νεφεληγερέτη να ακουμπά την πλάτη του σε μια βρεγμένη πέτρα κοντά στις παλιές στοές του Παλαιοχωρίου, να τρίβει τις παλάμες του όπως τις τρίβει κάθε άνθρωπος όταν έχει δουλέψει πολλές ώρες μέσα στο κρύο, θυμάμαι τον αργυρότοξο να παρατηρεί επίμονα μια σπασμένη φλέβα χαλαζία χωρίς να μιλά, σαν να περίμενε από την πέτρα μια απάντηση που ούτε οι θεοί δικαιούνται να ακούσουν εύκολα, θυμάμαι ακόμη και τον ενοσίχθονα να ανεβαίνει αργά από τον Αγγίτη κρατώντας στα γένια του σταγόνες που μύριζαν ασβεστόλιθο και βρύα, κανείς τους δεν μου φάνηκε ισχυρός, μου φάνηκαν κουρασμένοι, κι εκείνη η κούραση τους έκανε περισσότερο αληθινούς από όλες τις προσευχές που άκουσα αργότερα να υψώνονται προς το όνομά τους, ίσως γιατί κάθε τι που αντέχει πολύ αρχίζει να κουράζεται από την ίδια του την αντοχή, ακόμη και το βουνό το βλέπω καμιά φορά να κουράζεται, στις κατολισθήσεις που ανοίγουν ξαφνικά τις πλαγιές, στα μαυρόπευκα που πέφτουν αργά ύστερα από έναν βαρύ χειμώνα, στις παλιές στοές που υποχωρούν και γεμίζουν νερό σαν να αποφάσισε η γη να πάρει πίσω ό,τι κάποτε της αφαιρέσαμε, τότε κανείς δεν αντιστέκεται, ούτε οι άνθρωποι ούτε οι θεοί, όλοι στέκονται για λίγο σιωπηλοί μπροστά στην υποχώρηση της πέτρας όπως στέκεται κανείς μπροστά στο πρόσωπο ενός γέρου που αποκοιμήθηκε για τελευταία φορά, κι εγώ κάθε φορά που βλέπω έναν βράχο να σπάζει δεν σκέφτομαι την καταστροφή αλλά την επιστροφή, γιατί τίποτε εδώ δεν χάνεται πραγματικά, το μάρμαρο γίνεται άμμος, η άμμος γίνεται λάσπη, η λάσπη γίνεται ρίζα, η ρίζα γίνεται καστανιά, η καστανιά γίνεται φωτιά, η φωτιά γίνεται στάχτη, η στάχτη επιστρέφει πάλι στον γνεύσιο, μόνο ο άνθρωπος επιμένει να πιστεύει πως η δική του πορεία ακολουθεί διαφορετικό δρόμο, ενώ κάθε φορά που ακουμπώ το χέρι μου στον βρεγμένο βράχο αισθάνομαι καθαρά πως κι εγώ ήδη άρχισα να επιστρέφω, πολύ πριν πεθάνω, πολύ πριν χάσω το όνομά μου, πολύ πριν κάποιος άλλος σταθεί στο ίδιο σημείο, ακουμπήσει την ίδια πέτρα και νιώσει χωρίς να γνωρίζει γιατί ότι κάτω από την παλάμη του συνεχίζει ακόμη να αναπνέει μια μνήμη αρχαιότερη από κάθε θεό και από κάθε άνθρωπο που τόλμησε να ανέβει στο Παγγαίο ...υπάρχουν νύχτες που πιστεύω πως το Παγγαίο κοιμάται, όχι επειδή ησυχάζει αλλά επειδή η σιωπή του αποκτά εκείνο το βάθος που έχουν οι άνθρωποι όταν ονειρεύονται, τότε ο αέρας αλλάζει, γίνεται βαρύτερος, περνά ανάμεσα από τις οξιές χωρίς να μετακινεί τα φύλλα τους, οι κόρακες σωπαίνουν πριν ακόμη σκοτεινιάσει, τα σκυλιά στα χωριά της Πρώτης και της Μεσορόπης σηκώνουν για λίγο το κεφάλι σαν να αφουγκράζονται κάποιο μακρινό κάλεσμα και ύστερα ξαπλώνουν πάλι χωρίς να γαβγίσουν, είναι εκείνες οι ώρες που καταλαβαίνω πως ο κόσμος διαθέτει μια τάξη πολύ αρχαιότερη από κάθε νόμο που επινόησε ο άνθρωπος, μια τάξη που δεν ζητά να γίνει κατανοητή, ζητά μονάχα να συνεχίσει, όπως συνεχίζει το νερό να στάζει μέσα στις εγκαταλειμμένες στοές παρότι κανένα χέρι δεν κατεβαίνει πια να το ακούσει, όπως συνεχίζουν οι ρίζες να αγκαλιάζουν τον γνεύσιο χωρίς να γνωρίζουν ότι τον διασπούν, όπως συνεχίζει το χρυσάφι να κοιμάται μέσα στις φλέβες του βουνού αδιαφορώντας για την επιθυμία εκείνων που πέρασαν αιώνες ολόκληρους αναζητώντας το, τότε συλλογίζομαι πως ίσως το μεγαλύτερο σφάλμα μας ήταν ότι πιστέψαμε πως ο κόσμος δημιουργήθηκε για να αποκαλυφθεί στον άνθρωπο, ενώ κάθε μέρα που περνώ εδώ βλέπω το αντίθετο, ο άνθρωπος είναι εκείνος που προσπαθεί αδιάκοπα να αποκαλυφθεί στον κόσμο, χτυπά την πέτρα, χαράζει ονόματα, υψώνει βωμούς, ανάβει φωτιές, γράφει προσευχές, σκάβει όλο και βαθύτερα, σαν να ελπίζει πως κάποια στιγμή η γη θα τον αναγνωρίσει και θα του απαντήσει, όμως η γη απαντά πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, αφήνει τον χρόνο να περάσει επάνω του, κι ο χρόνος αφαιρεί πρώτα τη φωνή, ύστερα το όνομα, ύστερα το πρόσωπο, στο τέλος απομένει μόνο το βάρος που άφησε το σώμα του πάνω στο έδαφος, γι' αυτό καμιά φορά, όταν περπατώ στα παλιά μονοπάτια προς το Ακοντίσμα, σταματώ ξαφνικά χωρίς να ξέρω γιατί και κοιτώ κάτω από τα πόδια μου λες και φοβάμαι μήπως πατήσω κάποιον που δεν φαίνεται πια, όχι ένα σώμα αλλά μια ανάμνηση, γιατί οι αναμνήσεις κατοικούν στο χώμα όπως οι σπόροι, περιμένουν χρόνια ολόκληρα μέσα στο σκοτάδι χωρίς να ζητούν τίποτε, ώσπου μια μέρα μια μυρωδιά, ένα άγγιγμα, ένας ήχος της αξίνας επάνω στον σχιστόλιθο αρκεί για να τις ξυπνήσει, τότε ανεβαίνουν αργά προς το φως, φορούν για λίγο το πρόσωπο ενός ανθρώπου, ενός θεού, ενός λύκου, ενός μοναχού, κι ύστερα χάνονται πάλι μέσα στην ίδια γη από όπου ήρθαν, ίσως γι' αυτό δυσκολεύομαι να πιστέψω πως γεννιέται πραγματικά κανείς ή πως πεθαίνει πραγματικά, βλέπω μόνο αδιάκοπες μεταμορφώσεις, όπως βλέπω το νερό να γίνεται ατμός, τον ατμό να γίνεται βροχή, τη βροχή να γίνεται πηγή του Αγγίτη, την πηγή να χάνεται πάλι κάτω από τον γνεύσιο, όλα επιστρέφουν χωρίς να επαναλαμβάνονται, όλα αλλάζουν χωρίς να εγκαταλείπουν ποτέ εκείνο που υπήρξαν, μόνο ο άνθρωπος επιμένει να ζητά μια αρχή κι ένα τέλος, ίσως επειδή αδυνατεί να αντέξει την ιδέα πως το Παγγαίο δεν τον περίμενε ποτέ, πως οι οξιές ρίζωναν ήδη όταν ακόμη δεν υπήρχε γλώσσα να τις ονομάσει, πως οι Κάβειροι υπήρξαν κάποτε άνθρωποι ή οι άνθρωποι υπήρξαν κάποτε Κάβειροι, πως ακόμη και ο νεφεληγερέτης, όσο ψηλά κι αν τον ύψωσε η μνήμη των θνητών, κάποτε ακούμπησε κουρασμένος το μέτωπό του επάνω σε αυτή την ίδια πέτρα ζητώντας από τη σιωπή κάτι που ούτε η αθανασία κατάφερε ποτέ να του χαρίσει, κι από τότε κάθε φορά που αγγίζω τον βρεγμένο βράχο δεν αισθάνομαι πως αγγίζω το παρελθόν αλλά κάτι που συνεχίζει να συμβαίνει, αργά, αθόρυβα, με την υπομονή της ύλης που γνωρίζει πως όλες οι ζωές, όλοι οι θεοί και όλες οι εποχές αποτελούν απλώς μια σύντομη αναπνοή μέσα στον ατελείωτο ύπνο της πέτρας ...όσο περισσότερο άφηνα το σώμα μου να υπακούει στον ρυθμό του βουνού τόσο λιγότερο καταλάβαινα από πού άρχιζα εγώ και πού τελείωνε εκείνο, γιατί κάποια στιγμή οι κινήσεις μου έπαψαν να είναι δικές μου, ανέβαινα τις πλαγιές όπως ανεβαίνει το νερό μέσα στον κορμό μιας καστανιάς, αργά, χωρίς βιασύνη, χωρίς σκοπό που να μπορεί να ειπωθεί με λέξεις, μόνο με μια βεβαιότητα ότι κάθε βήμα γνώριζε ήδη τη θέση του προτού το αποφασίσω, πολλές φορές στεκόμουν μπροστά σε έναν βράχο και περίμενα, δεν ήξερα τι, ούτε από ποιον, κι όμως περίμενα με την ίδια υπομονή που περιμένει ο γνεύσιος το νερό να τον διασχίσει, εκείνες τις ώρες άκουγα καθαρά τον χρόνο να εργάζεται, ποτέ δεν κάνει θόρυβο όταν δημιουργεί, μόνο όταν καταρρέει, η δημιουργία είναι πάντοτε αθόρυβη, μια ρίζα που προχωρά μέσα σε μια σχισμή, μια σταγόνα που επιστρέφει στο ίδιο σημείο χιλιάδες φορές, ένας άνθρωπος που γερνά χωρίς να αντιληφθεί πότε άρχισε να μοιάζει με τον πατέρα του, έτσι κι εδώ, τίποτε δεν γεννήθηκε απότομα, ούτε οι θεοί ούτε οι στοές ούτε οι φόβοι μας, όλα συγκεντρώνονταν αργά μέσα στην ίδια πέτρα ώσπου κάποια μέρα απέκτησαν όνομα, κι από τότε οι άνθρωποι πίστεψαν πως η ονομασία είναι και η αρχή των πραγμάτων, ενώ εγώ κάθε φορά που προφέρω τη λέξη Παγγαίο αισθάνομαι πως αναφέρομαι μονάχα στο πιο πρόσφατο όνομα μιας παρουσίας που πέρασε αμέτρητους αιώνες χωρίς να χρειαστεί καμία λέξη για να υπάρξει, ίσως γι' αυτό οι πιο αληθινές στιγμές μου εδώ ήταν πάντοτε εκείνες όπου κανείς δεν μιλούσε, θυμάμαι έναν βοσκό κοντά στα Δωμάτια να στέκεται ακίνητος απέναντι σε μια χαράδρα καθώς έπεφτε το απόγευμα, τα πρόβατα είχαν μαζευτεί γύρω του, τα κουδούνια τους ακούγονταν τόσο χαμηλά που έμοιαζαν με σταγόνες να πέφτουν μέσα σε βαθύ νερό, τον πλησίασα, στάθηκα δίπλα του χωρίς να πω τίποτε, περάσαμε πολλή ώρα κοιτάζοντας την ίδια πλαγιά, όταν τελικά γύρισε προς το μέρος μου δεν μου μίλησε για τα ζώα, ούτε για τον καιρό, ούτε για τον χειμώνα που ερχόταν, μου είπε μόνο πως οι πέτρες εδώ κουράζονται πριν από τους ανθρώπους, ύστερα χαμογέλασε σαν να είχε αποκαλύψει κάτι υπερβολικά απλό για να το καταλάβω και συνέχισε τον δρόμο του, χρόνια ολόκληρα κουβαλώ αυτή τη φράση και ακόμη δεν κατάφερα να φτάσω ως το τέλος της, γιατί κάθε φορά που βλέπω μια κατολίσθηση, έναν βράχο να ανοίγει, μια στοά να καταρρέει κάτω από το ίδιο της το βάρος, σκέφτομαι πως ίσως η κόπωση να μην είναι γνώρισμα μόνο της ζωής αλλά και της ύλης, ίσως ακόμη και η πέτρα να εξαντλείται από την αδιάκοπη προσπάθεια να συγκρατήσει μέσα της τόσες εποχές, τόσους χειμώνες, τόσες φωτιές, τόσα ονόματα, τόσους θεούς που πέρασαν από πάνω της πιστεύοντας πως θα μείνουν για πάντα, τότε συλλογίζομαι πως η αθανασία δεν είναι προνόμιο αλλά το βαρύτερο από όλα τα φορτία, γιατί σημαίνει να θυμάσαι εκεί όπου όλοι οι άλλοι λησμόνησαν, να συνεχίζεις να βαστάζεις μορφές που έχουν πάψει προ πολλού να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους, ίσως γι' αυτό ο νεφεληγερέτης, κάθε φορά που τον συναντώ μέσα
στη μνήμη μου, δεν κρατά κεραυνούς αλλά σιωπή, μια σιωπή τόσο πυκνή ώστε καμιά προσευχή δεν μπορεί να τη διαπεράσει, κάθεται στην άκρη μιας παλιάς μεταλλευτικής στοάς, τα χέρια του είναι γεμάτα λεπτή σκόνη χαλαζία, φυσά αργά τις παλάμες του όπως φυσά ο μεταλλωρύχος πριν ξαναπιάσει την αξίνα, κοιτάζει για λίγο προς τις κορυφές του Αυγού και του Ακοντίσματος κι ύστερα χαμηλώνει το βλέμμα σαν να γνωρίζει πως ό,τι αναζητούσε τόσους αιώνες δεν βρισκόταν ποτέ στον ουρανό αλλά πάντοτε εδώ κάτω, μέσα στη βρεγμένη πέτρα, εκεί όπου η μνήμη γίνεται ύλη και η ύλη συνεχίζει να ανασαίνει πολύ μετά την τελευταία ανάσα των ανθρώπων κι όσο βαθύτερα κατέβαινα τόσο περισσότερο ένιωθα πως το βουνό είχε πάψει να είναι τόπος και είχε γίνει τρόπος ύπαρξης, δεν υπήρχε πια διαφορά ανάμεσα στο μονοπάτι και στη σκέψη, ανάμεσα στον βράχο που αντιστεκόταν στην αξίνα και στη λέξη που αντιστεκόταν μέσα στο στόμα μου, όλα απαιτούσαν την ίδια υπομονή, την ίδια επιμονή, την ίδια σιωπηλή συγκατάθεση πως τίποτε μεγάλο δεν παραδίδεται σε εκείνον που βιάζεται, ίσως γι' αυτό ποτέ δεν εμπιστεύθηκα τους ανθρώπους που μιλούσαν εύκολα για τους θεούς, τους έβλεπα να υψώνουν τα μάτια προς τον ουρανό ενώ το Παγγαίο πάντοτε μου έμαθε να κοιτώ προς τα κάτω, εκεί όπου το νερό χάνεται, εκεί όπου οι ρίζες αγγίζουν την πέτρα χωρίς να τη βλέπουν, εκεί όπου οι παλιές φλέβες του χρυσού κοιμούνται σαν νεύρα ενός σώματος που συνεχίζει να αισθάνεται ακόμη κι όταν κανείς δεν το αγγίζει, κάποτε βρήκα μέσα σε μια εγκαταλειμμένη στοά μια ξύλινη λαβή αξίνας, το σίδερο είχε σαπίσει από χρόνια, μόνο το ξύλο είχε απομείνει, μαυρισμένο, λείο από τις παλάμες που το κράτησαν, την πήρα στα χέρια μου και για μια στιγμή ένιωσα την παράξενη βεβαιότητα πως η μνήμη κατοικεί περισσότερο στις φθορές παρά στα αντικείμενα, γιατί εκείνη η λαβή είχε ξεχάσει το πρόσωπο εκείνου που την κρατούσε, θυμόταν όμως ακόμη τη δύναμη με την οποία έκλειναν τα δάχτυλά του επάνω της, θυμόταν την αγωνία πριν από το πρώτο χτύπημα, την ανακούφιση όταν η πέτρα άνοιγε, την απογοήτευση όταν η φλέβα χανόταν ξαφνικά μέσα στον γνεύσιο σαν να μην υπήρξε ποτέ, τότε σκέφτηκα πως ίσως έτσι θυμάται και το ίδιο το βουνό, ποτέ ολόκληρες ζωές, ποτέ ολόκληρα ονόματα, μονάχα πιέσεις, βάρη, χτυπήματα, αναπνοές, όπως το σώμα θυμάται μια παλιά ουλή χωρίς να θυμάται πια την ημέρα που δημιουργήθηκε, κι εκείνη η σκέψη με ακολούθησε για χρόνια, ώσπου ένα απόγευμα, λίγο πιο πάνω από τη Μουσθένη, καθώς η ομίχλη κατέβαινε αργά ανάμεσα στις οξιές και τα κουδούνια των κοπαδιών έσβηναν το ένα μέσα στο άλλο σαν να βυθίζονταν σε νερό, είδα έναν νεαρό βοσκό να στέκεται μπροστά σε έναν βράχο και να τον αγγίζει με την παλάμη του χωρίς κανέναν προφανή λόγο, ακριβώς όπως είχα κάνει κι εγώ τόσες φορές, ακριβώς όπως είχα δει να κάνουν γέροντες μεταλλωρύχοι, μοναχοί, ξυλοκόποι, ανθρώπους που ποτέ δεν γνωρίστηκαν μεταξύ τους κι όμως επαναλάμβαναν την ίδια κίνηση με την ακρίβεια μιας αρχαίας λειτουργίας, εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως η μνήμη δεν μεταδίδεται μόνο με τις λέξεις αλλά και με τις στάσεις του σώματος, με τον τρόπο που λυγίζει το γόνατο μπροστά σε μια πέτρα, με τον τρόπο που το χέρι απλώνεται πριν ακόμη αποφασίσει ο νους, με τον τρόπο που η ανάσα μικραίνει όταν πλησιάζεις την είσοδο μιας παλιάς στοάς, όλα αυτά ταξιδεύουν από άνθρωπο σε άνθρωπο χωρίς κανείς να τα διδάξει, σαν να υπάρχει κάτω από το Παγγαίο ένα δεύτερο σώμα, αόρατο, αποτελούμενο από όλες τις κινήσεις όσων πέρασαν από εδώ, κι εμείς, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, δανειζόμαστε κάθε τόσο ένα βλέμμα, ένα άγγιγμα, έναν φόβο, μια σιωπή από εκείνο το σώμα και τα θεωρούμε δικά μας, ίσως γι' αυτό ποτέ δεν ένιωσα πραγματικά μόνος πάνω σε αυτό το βουνό, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε κανείς σε απόσταση ημερών, πάντοτε κάτι περπατούσε δίπλα μου, ποτέ με μορφή, ποτέ σαν φάντασμα, αλλά σαν εκείνη την ανεπαίσθητη μεταβολή του αέρα που προηγείται της βροχής, σαν τη σκιά ενός σύννεφου που περνά επάνω από το Αυγό χωρίς να το αγγίξει, σαν την αίσθηση ότι η γη κάτω από τις μπότες μου θυμάται ήδη το επόμενο βήμα πριν ακόμη το κάνω, κι όσο περισσότερο εμπιστευόμουν εκείνη την αίσθηση τόσο λιγότερο φοβόμουν τον θάνατο, γιατί άρχισα να υποψιάζομαι πως ο θάνατος δεν είναι η στιγμή που παύει να κινείται το σώμα αλλά η στιγμή που παύει να μεταδίδεται η μνήμη του, κι αν το Παγγαίο μου δίδαξε κάτι όλα αυτά τα χρόνια είναι πως η μνήμη της πέτρας δεν γνωρίζει τέτοιο τέλος, μόνο βαθύτερα στρώματα, βαθύτερες σιωπές, βαθύτερες αναμονές, λες και προετοιμάζει αδιάκοπα έναν κόσμο που υπάρχει ήδη κάτω από αυτόν που βλέπουμε και περιμένει υπομονετικά να τον θυμηθεί κάποιος ξανά, από τότε έπαψα να πιστεύω πως η ζωή προχωρά μπροστά, προχωρά μόνο βαθύτερα, όπως το νερό όταν χάνεται μέσα στον ασβεστόλιθο και ύστερα από χρόνια αναβλύζει αλλού χωρίς να έχει λησμονήσει ούτε μία πέτρα που άγγιξε στον δρόμο του, έτσι κι εγώ κουβαλώ μέσα μου ανθρώπους που ποτέ δεν γνώρισα, τα χέρια μου μερικές φορές κλείνουν γύρω από μια αξίνα με τρόπο που κανείς δεν μου δίδαξε, τα πόδια μου αποφεύγουν έναν σαθρό βράχο πριν ακόμη τον δω, η ανάσα μου μικραίνει όταν πλησιάζω μια εγκαταλειμμένη στοά σαν να θυμάται μόνη της τον αέρα που κάποτε έλειψε από κάποιον άλλον, κι εκεί αρχίζω να αμφιβάλλω ακόμη και για το σώμα μου, γιατί το σώμα θυμάται πράγματα που ο νους αρνείται, γνωρίζει μονοπάτια που δεν περπάτησα, φοβάται χαράδρες που δεν αντίκρισα, αναγνωρίζει τη μυρωδιά του αρσενοπυρίτη προτού η σκέψη προλάβει να τη βαφτίσει, σαν να έζησε μια ζωή που μου αποκρύφθηκε, ίσως όλες οι ζωές να αποκρύπτονται η μία μέσα στην άλλη όπως οι φλέβες του χρυσού μέσα στον γνεύσιο, ποτέ ολόκληρες, ποτέ φανερές, μονάχα μικρές αστραπές μέσα στο σκοτάδι που κάνουν για μια στιγμή την πέτρα να φαίνεται διάφανη, εκείνες τις στιγμές νομίζω πως αντικρίζω ολόκληρο το βουνό από μέσα, όχι τις κορυφές του αλλά τα σωθικά του, τα νερά που ακόμη δεν έγιναν πηγές, τις ρίζες που ακόμη δεν έγιναν δέντρα, τις φωτιές που κάποτε έλιωσαν τα μέταλλα και συνεχίζουν να καίνε τόσο βαθιά ώστε κανένα ανθρώπινο όνομα δεν έφτασε ποτέ ως εκεί, τότε καταλαβαίνω γιατί οι παλιοί μεταλλωρύχοι έμπαιναν στις στοές με το κεφάλι χαμηλωμένο, δεν χαιρετούσαν τη γη, ζητούσαν άδεια, όχι από κάποιον θεό αλλά από εκείνη την αόρατη υπομονή που κατοικεί μέσα στην ύλη, κι ίσως αυτή η υπομονή να είναι το μόνο αληθινό ιερό του Παγγαίου, όχι οι κορυφές, ούτε οι ναοί, ούτε οι σταυροί που στήθηκαν αργότερα πάνω στις ράχες του, αλλά η αργή συγκατάθεση της πέτρας να παραχωρήσει για λίγο ένα κομμάτι του εαυτού της σε όποιον κατεβαίνει αρκετά βαθιά ώστε να καταλάβει πως δεν ήρθε να πάρει αλλά να επιστρέψει, γιατί τίποτε δεν εξορύσσεται πραγματικά, όλα δανείζονται για λίγο μια μορφή και ύστερα γυρίζουν πάλι εκεί απ' όπου ξεκίνησαν, ο χρυσός γίνεται νόμισμα, το νόμισμα γίνεται επιθυμία, η επιθυμία γίνεται πόλεμος, ο πόλεμος γίνεται στάχτη, η στάχτη γίνεται χώμα, το χώμα ξανασκεπάζει τη φλέβα που κάποτε άνοιξε η αξίνα, κι έτσι ο κόσμος συνεχίζει να περιστρέφεται όχι επειδή οι άνθρωποι τον κινούν αλλά επειδή η γη έχει μάθει να υποδέχεται αδιαμαρτύρητα όσα εκείνοι επιστρέφουν χωρίς να το καταλαβαίνουν, πολλές φορές συλλογίζομαι πως ίσως ακόμη κι οι θεοί να υπήρξαν μονάχα μια σύντομη εκτροπή αυτής της κυκλικής επιστροφής, μια ανάσα που πήρε η πέτρα για να θυμηθεί τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των ανθρώπων, γι' αυτό τους βλέπω πάντοτε να γερνούν μέσα στη μνήμη μου, ποτέ να θριαμβεύουν, ποτέ να κυβερνούν, ο νεφεληγερέτης ακουμπά το κουρασμένο του μέτωπο στον βρεγμένο βράχο, ο αργυρότοξος παρακολουθεί έναν κόρακα να χάνεται πάνω από τις χαράδρες του Αγγίτη, η γλαυκώπις χαϊδεύει με τα δάχτυλά της μια ρωγμή του μαρμάρου σαν να διαβάζει εκεί μέσα ένα κείμενο αρχαιότερο από κάθε σοφία, κι όλοι τους σιωπούν, γιατί έμαθαν εκείνο που ο άνθρωπος αργεί περισσότερο να μάθει, πως η αλήθεια αυτού του βουνού δεν κατοικεί ούτε στον ουρανό ούτε στο βάθος των στοών αλλά στο αργό πέρασμα από το ένα στο άλλο, εκεί όπου η πέτρα γίνεται μνήμη, η μνήμη γίνεται σώμα και το σώμα, πριν ακόμη το αγγίξει ο θάνατος, αρχίζει ήδη να επιστρέφει εκεί όπου ανήκε πάντοτε κι όσο περισσότερο μάθαινα να επιστρέφω τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως η επιστροφή ποτέ δεν οδηγεί στο ίδιο σημείο, γιατί ούτε η πέτρα παραμένει η ίδια ούτε εκείνος που την αγγίζει, όλα αλλάζουν αργά, τόσο αργά ώστε η μεταβολή μοιάζει με ακινησία, όπως αλλάζει το πρόσωπο ενός γέρου όταν τον βλέπεις κάθε μέρα και μια μέρα ξαφνικά αντιλαμβάνεσαι πως κουβαλά έναν ολόκληρο αιώνα επάνω στο δέρμα του, έτσι αλλάζει και το Παγγαίο, μόνο που η ηλικία του μετριέται με βροχές, με κατολισθήσεις, με ρίζες που βρίσκουν έναν καινούργιο δρόμο μέσα στον γνεύσιο, με στοές που γεμίζουν σιωπηλά νερό και παύουν να ανήκουν στους ανθρώπους, κάθε φορά που κατεβαίνω σε μία από αυτές αισθάνομαι πως εισέρχομαι σε έναν τόπο όπου η λήθη εργάζεται με μεγαλύτερη επιμονή από τη μνήμη, δεν σβήνει, δεν καταστρέφει, μονάχα λειαίνει τα πάντα, τις γωνίες των βράχων, τις ξύλινες υποστυλώσεις, τα κόκαλα, τα ονόματα, ακόμη και τους θεούς, ώσπου στο τέλος όλοι αποκτούν την ίδια ήρεμη όψη που έχουν οι πέτρες όταν τις αφήσεις πολλά χρόνια μέσα στο νερό, κι ίσως αυτή να είναι η μόνη δικαιοσύνη που γνώρισα ποτέ, να επιστρέφουν όλα σιγά σιγά στην ίδια σιωπή χωρίς να ξεχωρίζει ο βασιλιάς από τον μεταλλωρύχο, ο μοναχός από τον κυνηγό, ο νεφεληγερέτης από εκείνον που κουβαλούσε ξύλα στις πλάτες του από τη Μουσθένη ως τις κορυφές, πολλές φορές δοκίμασα να φανταστώ ποιο είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάται ένας άνθρωπος πριν χαθεί, κάποτε πίστευα πως είναι το πρόσωπο της μητέρας του, ύστερα νόμιζα πως είναι το φως, τώρα πια δεν είμαι βέβαιος για τίποτε από αυτά, γιατί όσοι έζησαν πολλά χρόνια μέσα στο Παγγαίο κουβαλούσαν πάντοτε στο βλέμμα τους κάτι διαφορετικό, σαν να άκουγαν την τελευταία στιγμή όχι μια φωνή αλλά έναν ήχο πολύ βαθύτερο, εκείνον τον χαμηλό παλμό που διαπερνά το πέτρωμα όταν το νερό συναντά μια κρυμμένη φλέβα και αλλάζει δρόμο, ίσως τελικά ο άνθρωπος να πεθαίνει ακούγοντας αυτό που άκουγε πάντοτε η γη, κι αν είναι έτσι τότε όλη μας η ζωή μοιάζει με μια αργή άσκηση της ακοής, μια προσπάθεια να θυμηθούμε έναν ήχο που γνωρίζαμε πριν αποκτήσουμε γλώσσα, πριν αποκτήσουμε όνομα, πριν μάθουμε να ξεχωρίζουμε τον εαυτό μας από το χώμα που μας κρατά όρθιους, γι' αυτό όσο περνούν τα χρόνια τόσο λιγότερο με απασχολεί αν οι Κάβειροι υπήρξαν, αν ο Ορφέας περπάτησε πράγματι σε αυτές τις πλαγιές, αν ο νεφεληγερέτης άφησε κάποτε τον κεραυνό του πάνω στο Ακοντίσμα, γιατί όλα αυτά, είτε συνέβησαν είτε όχι, ανήκουν ήδη στην ίδια μνήμη, όπως ανήκει στην ίδια φλέβα το καθαρό χρυσάφι και η σκουριά που το σκεπάζει, εκείνο που με απασχολεί είναι κάτι απλούστερο και γι' αυτό ίσως πιο δύσκολο, πώς γίνεται η πέτρα να αντέχει τόση μνήμη χωρίς να λυγίζει, ενώ ο άνθρωπος λυγίζει από μία μόνο ανάμνηση, πολλές φορές γονάτισα μπροστά στον ίδιο βράχο περιμένοντας να μου δώσει μια απάντηση, ποτέ δεν μου έδωσε, μου χάρισε όμως κάτι βαρύτερο από κάθε απάντηση, την αργή βεβαιότητα πως υπάρχουν ερωτήματα που κρατούν τον κόσμο ενωμένο ακριβώς επειδή μένουν αναπάντητα, όπως μένει αναπάντητη η επιθυμία του νερού να γίνει πέτρα ή η επιθυμία της πέτρας να γίνει κάποτε ξανά φωτιά, κι ανάμεσα σε αυτές τις δύο σιωπηλές επιθυμίες συνεχίζει να περπατά ο άνθρωπος, μικρός, κουρασμένος, γεμάτος φόβο, κρατώντας μια αξίνα, έναν σταυρό, ένα τόξο ή ένα κομμάτι ψωμί, πιστεύοντας πως διασχίζει το Παγγαίο, ενώ κάθε του βήμα χαράζει ανεπαίσθητα τον ίδιο, ώσπου μια μέρα, χωρίς να το καταλάβει, παύει να είναι περαστικός και γίνεται κι αυτός μια λεπτή, σχεδόν αόρατη φλέβα μέσα στην ατελείωτη μνήμη του βουνού, τότε άρχισα να τους συναντώ συχνότερα, ποτέ όλους μαζί, ποτέ την ίδια εποχή, ο καθένας τους είχε απομείνει δεμένος σε ένα διαφορετικό ύψος του βουνού σαν να είχε διαλέξει μόνος του τον τόπο της εξορίας του, ο νεφεληγερέτης περιπλανιόταν ανάμεσα στις κορυφές του Αυγού και του Ακοντίσματος, περπατούσε αργά, έσκυβε κάθε τόσο και μάζευε μικρές πέτρες από τον γνεύσιο, τις γύριζε για ώρα μέσα στις παλάμες του όπως γυρίζει ένας γέρος φωτογραφίες που αρχίζουν να σβήνουν, ο αργυρότοξος κατέβαινε συχνά προς τις πηγές του Αγγίτη πριν ακόμη ξημερώσει, άφηνε το τόξο του πάνω σε έναν κορμό καστανιάς και έπλενε τα χέρια του πολλή ώρα, λες και ήθελε να φύγει από πάνω τους μια σκόνη που κανένα νερό δεν μπορούσε να παρασύρει, η γλαυκώπις ανέβαινε ως το Πιλάφ Τεπέ κρατώντας πάντοτε μαζί της μια μικρή πλάκα μαρμάρου, την ακουμπούσε στο χώμα, την παρατηρούσε όπως παρατηρεί κανείς ένα πρόσωπο που αγαπά και ύστερα έφευγε χωρίς να πάρει τίποτε, ο ενοσίχθων δεν εγκατέλειπε ποτέ τον Αγγίτη, περπατούσε μέσα στο νερό σαν να αναζητούσε έναν παλιό δρόμο που είχε χαθεί κάτω από τις πέτρες, ενώ η χρυσηλάκατος ακολουθούσε τις σταχτόραχες λύκαινες πάνω από τη Μεσορόπη και τα Δωμάτια, καμία δεν την φοβόταν, περνούσε ανάμεσά τους όπως περνά η ομίχλη μέσα από τα μαυρόπευκα χωρίς να σπάει ούτε ένα κλαδί, πολλές φορές τους είδα όλους αυτούς να διασταυρώνονται χωρίς να χαιρετηθούν, σαν άνθρωποι που είχαν γνωριστεί τόσο παλιά ώστε κάθε χαιρετισμός να είχε χάσει πια το νόημά του, μόνο οι Κάβειροι συνέχιζαν να κατοικούν βαθιά κάτω από τη γη, ποτέ δεν τους είδα καθαρά, τους άκουγα να εργάζονται πίσω από τους βράχους, να χτυπούν αργά τον χαλκοπυρίτη, τον αρσενοπυρίτη, τον γαληνίτη, όχι για να βρουν χρυσάφι αλλά σαν να συντηρούσαν ακόμη τις φλέβες του βουνού ώστε να μην καταρρεύσει ολόκληρο, κάποιος από τη Νικήσιανη μου είπε μια φορά πως αν
σταματήσουν οι Κάβειροι να σκάβουν, το Παγγαίο θα πάψει να θυμάται, δεν τον πίστεψα τότε, τώρα όμως κάθε φορά που οι στοές σωπαίνουν για πολλές ημέρες φοβάμαι μήπως ένας ακόμη από αυτούς άφησε την αξίνα του και κάθισε κουρασμένος μέσα στο σκοτάδι, κι όταν συμβαίνει αυτό οι κορυφές γερνούν απότομα, οι χαράδρες γύρω από τη Μουσθένη βαθαίνουν, οι καστανιές χάνουν τα φύλλα τους πριν έρθει το φθινόπωρο, οι κόρακες συγκεντρώνονται πάνω από το Παλαιοχώρι και κοιτούν επίμονα προς το Σύμβολο σαν να περιμένουν κάποιον που αργεί αιώνες να επιστρέψει, τότε καταλαβαίνω πως οι άνθρωποι κάνουν λάθος όταν πιστεύουν ότι κατοικούν το Παγγαίο, στην πραγματικότητα το Παγγαίο κατοικεί εμάς, περνά αργά μέσα από τα οστά, μέσα από τη μνήμη, μέσα από τις λέξεις, ώσπου κάποια μέρα αρχίζουμε κι εμείς να μοιάζουμε με εκείνους τους κουρασμένους θεούς που συνάντησα στις πλαγιές του, ανθρώπους τόσο παλιούς ώστε ακόμη και η αθανασία να μοιάζει επάνω τους με μια μορφή εξάντλησης , σιγά σιγά άρχισα να καταλαβαίνω πως οι κορυφές του Παγγαίου δεν υψώνονται όλες προς τον ίδιο ουρανό, το Ακοντίσμα κοιτάζει προς έναν χρόνο που ακόμη αντιστέκεται να γίνει παρελθόν, το Αυγό βαστά μέσα του μια σιωπή τόσο παλιά ώστε ακόμη και οι ομίχλες περνούν από πάνω του χαμηλώνοντας, το Μάτι φυλάσσει τη μνήμη του νερού πριν αυτό γίνει Αγγίτης και ο Πιλάφ Τεπέ θυμάται ακόμη τα βήματα εκείνων που ανέβαιναν χωρίς να γνωρίζουν αν αναζητούσαν βωμό, μεταλλείο ή τον ίδιο τους τον φόβο, κάθε κορυφή κρατά μια διαφορετική ηλικία του κόσμου και κάθε χαράδρα μια διαφορετική μορφή του θανάτου, γι' αυτό ποτέ δεν πίστεψα πως οι θεοί κατοικούσαν στον Όλυμπο, εκεί κατοικούσε η εξουσία τους, η εξορία τους όμως άρχιζε εδώ, στις πλαγιές του Παγγαίου, εδώ έβλεπα τον νεφεληγερέτη να χάνει σιγά σιγά τη λάμψη από τα μάτια του, όχι από λύπη αλλά από γνώση, γιατί όποιος μείνει αρκετό καιρό ανάμεσα στον γνεύσιο και στον σχιστόλιθο παύει να πιστεύει στην κυριαρχία, ακόμη και ο κεραυνός είναι μια σύντομη αναλαμπή μπροστά στην υπομονή της πέτρας, η γλαυκώπις περιπλανιόταν πάνω από την Πρώτη κρατώντας μια κουκουβάγια που είχε γίνει τόσο γέρικη ώστε τα μάτια της έμοιαζαν με δύο μικρά κομμάτια χαλαζία, δεν αναζητούσε πια σοφία, αναζητούσε λήθη, γιατί υπάρχουν γνώσεις που όσο περισσότερο μένουν μέσα σου τόσο δυσκολότερα ανασαίνεις, ο αργυρότοξος περνούσε από τη Μεσορόπη προς το Παλαιοχώρι ακολουθώντας τις ίδιες διαδρομές με τα ζαρκάδια, ποτέ δεν τα κυνήγησε, τα κοιτούσε μόνο να χάνονται μέσα στις οξιές σαν να θυμόταν μια εποχή όπου άνθρωποι και ζώα μοιράζονταν ακόμη το ίδιο όνειρο, η χρυσηλάκατος καθόταν στις άκρες των παλιών μεταλλευτικών ανοιγμάτων και έπλεκε στεφάνια από λειχήνες, όχι από άνθη, οι λειχήνες διαρκούν περισσότερο από τα άνθη και ίσως μόνο αυτές καταλαβαίνουν πραγματικά την πέτρα, ο ενοσίχθων ακολουθούσε τον Αγγίτη ώσπου το νερό χανόταν πάλι μέσα στη γη, κάθε τόσο γονάτιζε και άγγιζε τον ασβεστόλιθο με τις άκρες των δαχτύλων σαν να εξέταζε τον σφυγμό ενός παιδιού που κοιμόταν, ενώ η Βενδίδα ανέβαινε μόνη προς τις καστανιές της Νικήσιανης όταν το φεγγάρι άργησε να φανεί, δεν κρατούσε τόξο ούτε δάδες, κρατούσε μονάχα μια μικρή πέτρα, λεία από τα νερά του Αγγίτη, την έφερνε κάθε φορά στο αυτί της, λες και άκουγε μέσα της κάποιον που συνέχιζε να μιλά αιώνες μετά τον θάνατό του, τότε εμφανίζονταν και οι Κάβειροι, ποτέ ως μορφές ολόκληρες αλλά σαν σκιές πίσω από τις φλόγες των λυχναριών, συνέχιζαν το έργο τους αδιάκοπα, χτυπούσαν τον μαγνητίτη, τον αιματίτη, τον γαληνίτη με μια επιμονή που δεν υπηρετούσε πια κανένα μέταλλο αλλά την ίδια τη μνήμη της γης, κατάλαβα τότε πως οι στοές δεν άνοιγαν για να βρεθεί το χρυσάφι αλλά για να αερίζεται το παρελθόν, γιατί αν έμενε κλεισμένο για πολλούς αιώνες η πέτρα θα βάραινε τόσο ώστε ούτε οι ρίζες των οξιών θα μπορούσαν να τη σηκώσουν, ίσως γι' αυτό οι κατολισθήσεις μοιάζουν κάθε φορά με αναστεναγμούς, σαν να κουράστηκε για λίγο το βουνό να κρατά μέσα του τόσους ανθρώπους, τόσους θεούς, τόσες προσευχές, τόσα ονόματα, κι εγώ κάθε φορά που περνώ ανάμεσα από το Ακοντίσμα, το Αυγό, το Πιλάφ Τεπέ, τη Νικήσιανη, τη Μουσθένη, την Πρώτη, το Παλαιοχώρι, τη Μεσορόπη και τον Αγγίτη αισθάνομαι πως δεν διασχίζω τόπους αλλά ηλικίες της ίδιας μνήμης, σαν να περπατώ μέσα στο σώμα ενός γίγαντα που εξακολουθεί να αναπνέει τόσο αργά ώστε οι άνθρωποι μπέρδεψαν την ανάσα του με την αιωνιότητα και την αιωνιότητα με τον θάνατο, ενώ εγώ αρχίζω σιγά σιγά να πιστεύω πως ούτε το ένα ούτε το άλλο υπάρχουν, υπάρχει μόνο αυτή η αργή, ατελείωτη επιστροφή της ύλης στον εαυτό της, και μέσα της περιπλανιόμαστε όλοι, άνθρωποι, θεοί και ζώα, σαν κουρασμένοι προσκυνητές που ξέχασαν προ πολλού ποιο ήταν το αρχικό τους όνομα, καμιά φορά αναρωτιέμαι αν το Παγγαίο θυμάται ακόμη το πρώτο του όνομα ή αν κι εκείνο, όπως όλοι μας, έμεινε να κατοικεί μέσα στις λέξεις που του έδωσαν άλλοι, γιατί υπάρχουν πρωινά που οι κορυφές μοιάζουν να αρνούνται ακόμη και το σχήμα τους, το Ακοντίσμα χάνεται μέσα στη χαμηλή ομίχλη σαν να μην επιθυμεί να αναγνωριστεί, το Αυγό κρατά τη σιωπή του κλειστή όπως κρατά το κέλυφος το τελευταίο του σκοτάδι, το Μάτι κοιτάζει προς τις χαράδρες χωρίς βλέμμα, μόνο με εκείνη τη βεβαιότητα που έχουν οι πέτρες όταν γνωρίζουν πως τίποτε δεν χρειάζεται να αποδειχθεί, κι εγώ περπατώ ανάμεσά τους όπως περπατά κανείς μέσα σε πρόσωπα που γέρασαν περισσότερο απ' όσο επιτρέπεται να γεράσει μια μνήμη, τότε τους βλέπω πάλι, ποτέ σαν οπτασίες, ποτέ σαν θαύματα, αλλά όπως βλέπει κανείς έναν γέρο βοσκό να κάθεται μόνος του έξω από μια στάνη, ο νεφεληγερέτης έχει αφήσει τον κεραυνό του να σκουριάζει δίπλα σε έναν κορμό οξιάς, δεν τον χρειάζεται πια, χρόνια τώρα μαζεύει μικρές πέτρες από τις κοίτες των ρεμάτων και τις βάζει προσεκτικά τη μία δίπλα στην άλλη σαν να προσπαθεί να θυμηθεί το αρχικό σχήμα του βουνού, ο αργυρότοξος δεν κυνηγά, ακολουθεί τους λευκονώτες δρυοκολάπτες ως τις καστανιές της Μεσορόπης και σταματά κάθε φορά που ένα πουλί χτυπά τον φλοιό, ακούει προσεκτικά τον αντίλαλο, λες και μέσα σε εκείνον τον μικρό ξύλινο ήχο ελπίζει να αναγνωρίσει μια φωνή που κάποτε τον καλούσε με άλλο όνομα, η γλαυκώπις περιφέρεται ανάμεσα στα ερείπια των παλιών μεταλλείων της Νικήσιανης κρατώντας στις χούφτες της ψιλά κομμάτια σχιστόλιθου, τα γυρίζει όπως οι γριές γυρίζουν τα κομπολόγια τους, όχι για να μετρήσει τον χρόνο αλλά για να τον αφήσει να περάσει από μέσα της, η χρυσηλάκατος κατεβαίνει κάθε δειλινό ως τις πηγές του Αγγίτη, σκύβει, βρέχει τα δάχτυλά της και αγγίζει τα μέτωπα των ελαφιών που πλησιάζουν χωρίς φόβο, κανένα ζώο δεν δείχνει να εκπλήσσεται από την παρουσία της, λες και μην έπαψαν ποτέ να τη γνωρίζουν, μόνο οι άνθρωποι λησμόνησαν, ο ενοσίχθων στέκεται πολλές φορές στην είσοδο του φαραγγιού του Ορφέα, ακουμπά την παλάμη του στον ασβεστόλιθο και περιμένει, σαν να αφουγκράζεται το νερό που ακόμη κυλά κάτω από τη γη, ενώ η Βενδίδα περνά αθόρυβα μέσα από τις ομίχλες του Παλαιοχωρίου συνοδεύοντας τις λύκαινες με εκείνη τη γαλήνη που έχουν μόνο όσοι έπαψαν να ξεχωρίζουν το κυνήγι από την προσευχή, κι ακόμη βαθύτερα, εκεί όπου ούτε οι ρίζες των οξιών δεν φτάνουν πια, οι Κάβειροι εξακολουθούν να εργάζονται, τους ακούω να ανταλλάσσουν ελάχιστες λέξεις, ποτέ δεν μιλούν για χρυσάφι, ποτέ για δύναμη, μιλούν για τη θερμοκρασία της πέτρας, για τον ήχο που κάνει ο γνεύσιος όταν κουράζεται, για τις φλέβες του χαλαζία που άρχισαν να λησμονούν το φως, σαν να υπηρετούν ακόμη μια εργασία που κανένας άνθρωπος δεν θυμάται πια, τότε καταλαβαίνω πως το Παγγαίο δεν διατηρεί τους θεούς του από ευλάβεια αλλά από ανάγκη, κάποιος πρέπει να συνεχίζει να φροντίζει όσα οι άνθρωποι εγκατέλειψαν, κάποιος πρέπει να κρατά ανοικτή τη μνήμη των στοών, να ισιώνει τις ρίζες που μπλέχτηκαν στις παλιές ξυλοδεσιές, να καθαρίζει τις φλέβες του νερού πριν φτάσουν στον Αγγίτη, να μαζεύει τα ξεχασμένα ονόματα που πέφτουν κάθε χειμώνα από τις κορυφές όπως πέφτουν τα ξερά φύλλα των καστανιών, κι εγώ όσο τους παρακολουθώ τόσο λιγότερο σκέφτομαι πως πρόκειται για αθάνατους, μου μοιάζουν περισσότερο με τους τελευταίους φύλακες μιας μνήμης που βαραίνει τόσο ώστε κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να τη σηκώσει μόνος του, κι ίσως γι' αυτό το Παγγαίο εξακολουθεί να αναπνέει, γιατί ακόμη υπάρχουν εκείνοι που, μέσα στις στοές, στις χαράδρες, στα νερά του Αγγίτη, στις οξιές της Μουσθένης, στις καστανιές της Πρώτης, στις πέτρες του Ακοντίσματος και του Αυγού, συνεχίζουν αθόρυβα το έργο της μνήμης, ενώ εμείς, ανυποψίαστοι, περνούμε από πάνω τους πιστεύοντας πως διασχίζουμε απλώς ένα βουνό, κάποτε πίστευα πως η πιο μεγάλη αγωνία του ανθρώπου είναι ο θάνατος, τώρα αρχίζω να φοβάμαι κάτι αρχαιότερο, τη στιγμή που ο κόσμος θα πάψει να χρειάζεται τη μνήμη μας, γιατί όσο περισσότερο περπατώ πάνω σε αυτό το βουνό τόσο περισσότερο αντιλαμβάνομαι πως το Παγγαίο υπήρξε πάντοτε αυτάρκες, πριν από τους Ηδωνούς, πριν από τους Σάτρες, πριν από τους Μακεδόνες, πριν από τους μοναχούς που ύψωσαν μικρά ασκηταριά μέσα στις σχισμές του βράχου, πριν ακόμη κι από εκείνους που οι άνθρωποι αποκάλεσαν Ολύμπιους, όλοι πέρασαν από εδώ σαν σύντομες εποχές μιας πέτρας που δεν βιάστηκε ποτέ να τους αναγνωρίσει, γι' αυτό όταν κοιτώ τις απότομες πλαγιές πάνω από το Παλαιοχώρι δεν βλέπω μονάχα βράχους αλλά στρώματα από λησμονημένες παρουσίες, ο Ορφέας κάθεται ακόμη κοντά στο φαράγγι όπου το νερό χαμηλώνει τη φωνή του πριν χαθεί μέσα στη γη, δεν κρατά λύρα, κρατά μια παλιά αξίνα με σπασμένη λαβή και τη χαϊδεύει όπως θα χάιδευε κανείς το πρόσωπο ενός παιδιού που αποκοιμήθηκε, ο νεφεληγερέτης στέκεται λίγο ψηλότερα, πάνω από τις καστανιές της Νικήσιανης, παρατηρεί τα σύννεφα χωρίς να τα διατάζει, γνωρίζει πια πως τα σύννεφα ακολουθούν τη δική τους βούληση όπως οι κατολισθήσεις ακολουθούν το βάρος τους, η γλαυκώπις περνά ανάμεσα από τις οξιές της Μουσθένης και κάθε τόσο σταματά για να διαβάσει τις ρωγμές ενός βράχου σαν να διαβάζει επιτύμβιες επιγραφές γραμμένες σε γλώσσα που λησμόνησε ακόμη και η ίδια, ο αργυρότοξος έχει αφήσει το τόξο του να σκεπαστεί από βρύα κοντά στις πηγές του Αγγίτη, κανείς δεν το αγγίζει, ακόμη και τα ζαρκάδια περνούν δίπλα του με εκείνη την παράξενη ευγένεια που δείχνουν τα ζώα απέναντι σε ό,τι αναγνωρίζουν χωρίς να το καταλαβαίνουν, η Βενδίδα συνεχίζει να ανεβαίνει προς το Ακοντίσμα ακολουθώντας τις λύκαινες, όχι για να τις οδηγήσει αλλά για να θυμηθεί μαζί τους τη μυρωδιά του αίματος πριν γίνει θυσία και τη μυρωδιά του φόβου πριν γίνει θρησκεία, ενώ οι Κάβειροι εργάζονται ακόμη βαθιά κάτω από το Αυγό, τους ακούω κάθε φορά που η γη ανασαίνει λίγο βαρύτερα, χτυπούν τον χαλαζία με τέτοια προσοχή ώστε μοιάζει να μην ανοίγουν πέτρα αλλά χρόνο, σαν να προσπαθούν να κρατήσουν ενωμένες τις εποχές για να μη διαλυθεί ο κόσμος μέσα στην ίδια του τη λήθη, τότε καταλαβαίνω πως ούτε οι θεοί σώζουν το Παγγαίο ούτε το Παγγαίο σώζει τους θεούς, σώζουν ο ένας τη μνήμη του άλλου, όπως σώζει η ρίζα την πέτρα από τη μοναξιά της και η πέτρα τη ρίζα από την πτώση της, κι εγώ περιπλανώμαι ανάμεσά τους χωρίς να γνωρίζω αν είμαι ακόμη άνθρωπος ή αν έγινα κι εγώ μία από εκείνες τις μικρές, σχεδόν αόρατες υπάρξεις που κατοικούν ανάμεσα στον γνεύσιο και στον άνεμο, γιατί όποτε περνώ από τη Μεσορόπη, την Πρώτη, τη Νικήσιανη, τα Δωμάτια, τη Μουσθένη, το Παλαιοχώρι, το Ακοντίσμα, το Αυγό, το Πιλάφ Τεπέ και τον Αγγίτη, κανένα από αυτά τα ονόματα δεν μου μοιάζει πια με τόπο, όλα ακούγονται σαν παλιές συγγένειες που περιμένουν υπομονετικά να τις θυμηθώ ολόκληρες, κι ίσως αυτή να είναι η μόνη αληθινή μορφή της αθανασίας, να συνεχίζεις να κατοικείς μέσα στη μνήμη ενός βουνού χωρίς να χρειάζεται πια ούτε σώμα ούτε όνομα, μόνο την αργή αναπνοή της πέτρας που εξακολουθεί να σε κουβαλά όπως κουβαλά το νερό, το χρυσάφι, τις ρίζες, τους θεούς και τους ανθρώπους, όλους με την ίδια σιωπηλή τρυφερότητα, όλους με την ίδια αδυσώπητη λήθη κι ύστερα ήρθε μια εποχή που έπαψα να ανεβαίνω στο Παγγαίο για να το γνωρίσω και άρχισα να ανεβαίνω για να διαπιστώσω πόσο λίγο με θυμάται ακόμη, γιατί κατάλαβα πως η αγάπη προς έναν τόπο γεννιέται τη στιγμή που αποδέχεσαι πως εκείνος μπορεί να υπάρξει ολόκληρος και χωρίς εσένα, στεκόμουν πάνω από το Ακοντίσμα και κοίταζα την ομίχλη να κυλά προς τις χαράδρες όπως κυλά η λήθη μέσα στο σώμα ενός γέροντα, αργά, σχεδόν τρυφερά, κανένα δέντρο δεν αντιστεκόταν, ούτε οι οξιές ούτε οι καστανιές ούτε τα μαυρόπευκα που έμεναν ακίνητα λες και είχαν συμφιλιωθεί από αιώνες με την ιδέα ότι κάποτε θα γίνουν κι αυτά χώμα, μόνο ο άνθρωπος επιμένει ακόμη να αντιστέκεται σε ό,τι ήδη τον κατοικεί, ίσως γι' αυτό τον λυπάμαι περισσότερο από κάθε άλλο πλάσμα, τον βλέπω να κουβαλά την αγωνία του όπως ο μεταλλωρύχος κουβαλά τον λύχνο βαθιά μέσα στη στοά, πιστεύοντας πως το μικρό του φως νικά το σκοτάδι ενώ στην πραγματικότητα το σκοτάδι είναι εκείνο που προστατεύει το φως από τον άνεμο, πολλές φορές, όταν περνώ από τα παλιά μεταλλεία της Νικήσιανης και του Παλαιοχωρίου, συναντώ ακόμη τον Ήφαιστο να κάθεται δίπλα στις σβησμένες καμίνους, τα χέρια του είναι γεμάτα εγκαύματα, όχι από τη φωτιά αλλά από τη μνήμη της, κοιτάζει για ώρα τα σκουριασμένα σιδερένια εργαλεία χωρίς να τα αγγίζει, σαν να γνωρίζει πως κάθε εργαλείο συνεχίζει να εργάζεται ακόμη κι όταν κανένα ανθρώπινο χέρι δεν το σηκώνει πια, λίγο πιο πάνω, στις πλαγιές της Μουσθένης, η Δήμητρα μαζεύει κάστανα που κανείς δεν πρόκειται να φάει, τα αφήνει προσεκτικά στις ρίζες των πιο γέρικων δέντρων, λες και ταΐζει την ίδια τη γη για να αντέξει έναν ακόμη χειμώνα, ο Διόνυσος περιπλανιέται ανάμεσα στις παλιές πεζούλες με τα αμπέλια χωρίς θίασο, χωρίς κρασί, χωρίς μουσική, μόνος, σκύβει κάθε τόσο και μυρίζει το χώμα, σαν να αναζητά την τελευταία σταγόνα μέθης που απέμεινε μέσα του, ακόμη κι εκείνος κουράστηκε να είναι θεός, μόνο η Βενδίδα μοιάζει να διατηρεί κάτι από την παλιά της αγριότητα, τη βλέπω τις νύχτες να στέκεται ακίνητη στα όρια του δάσους, εκεί όπου αρχίζει το μονοπάτι για το Αυγό, οι λύκοι περνούν δίπλα της χωρίς να στρέφουν το κεφάλι, σαν να αποτελεί κι εκείνη μέρος του δάσους, όπως οι πέτρες και οι φτέρες, ενώ βαθύτερα, κάτω από το Πιλάφ Τεπέ, οι Κάβειροι εξακολουθούν να σφυρηλατούν αργά τον κόσμο, ποτέ μέταλλα, ποτέ όπλα, σφυρηλατούν τη συνοχή της μνήμης, ενώνουν με αόρατα χτυπήματα τις εποχές που διαλύονται, γι' αυτό κάθε φορά που ακούγεται ένας υπόκωφος κρότος μέσα στη γη όλοι νομίζουν πως έσπασε κάποια φλέβα, εγώ όμως ξέρω πως κάποιος από τους Κάβειρους προσπαθεί ακόμη να συγκρατήσει μια ανάμνηση που κινδυνεύει να χαθεί, ίσως έναν άνθρωπο που ξέχασε το πρόσωπό του, ίσως έναν θεό που ξέχασε γιατί έγινε θεός, ίσως ένα βουνό που κινδυνεύει να ξεχάσει πως υπήρξε κάποτε φωτιά, κι όταν ο άνεμος κατεβαίνει από το Ακοντίσμα προς τον Αγγίτη περνώντας από την Πρώτη, τα Δωμάτια, τη Μεσορόπη, τη Μουσθένη, τη Νικήσιανη και το Παλαιοχώρι, κουβαλά μαζί του όλες αυτές τις κουρασμένες υπάρξεις χωρίς να τις ξεχωρίζει, οι ανάσες τους γίνονται μία μόνο ανάσα, τα βήματά τους ένα μόνο μονοπάτι, η αγωνία τους μία μόνο πέτρα, τότε αισθάνομαι πως δεν περπατώ ανάμεσα σε τόπους ούτε ανάμεσα σε θεούς αλλά μέσα σε μια ατελείωτη οικογένεια που έμαθε να ζει χωρίς να ελπίζει στη σωτηρία, γιατί κατάλαβε κάτι που εγώ μόλις τώρα αρχίζω να υποψιάζομαι, πως ο θάνατος ποτέ δεν υπήρξε το αντίθετο της ζωής, υπήρξε πάντοτε ο πιο πιστός τρόπος με τον οποίο η γη παίρνει πίσω τη μνήμη της από τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί κανείς δεν κατέκτησε ποτέ πραγματικά το Παγγαίο, ούτε οι βασιλείς που έστειλαν ανθρώπους να ανοίξουν τις φλέβες του χρυσού, ούτε οι στρατοί που ύψωσαν σημαίες στις κορυφές του, ούτε οι μοναχοί που πίστεψαν πως οι προσευχές τους θα γέμιζαν τις σπηλιές με φως, γιατί το βουνό ποτέ δεν αντιστάθηκε σε κανέναν, τους άφηνε όλους να περάσουν όπως αφήνει ο γνεύσιος το νερό να τον διασχίσει, γνώριζε πως στο τέλος κάθε κατάκτηση επιστρέφει πάλι στο χώμα από το οποίο γεννήθηκε, μόνο οι άνθρωποι ονομάζουν νίκη εκείνο που η πέτρα ονομάζει παρένθεση, πολλές φορές στεκόμουν στις πλαγιές πάνω από την Εικοσιφοίνισσα όταν το φως έσβηνε
αργά πίσω από το Σύμβολο και έβλεπα τις σκιές να μακραίνουν ώσπου να ενωθούν με το Παγγαίο, τότε ο κόσμος έμοιαζε να ξαναγίνεται ένας, σαν να μην είχαν υπάρξει ποτέ σύνορα ανάμεσα στα βουνά, ανάμεσα στους θεούς, ανάμεσα στους ανθρώπους, εκείνη την ώρα εμφανιζόταν ο Ερμής, όχι ως αγγελιαφόρος αλλά ως ο τελευταίος οδοιπόρος, τα σανδάλια του είχαν γεμίσει λάσπη από τα μονοπάτια της Πρώτης και της Μουσθένης, το κηρύκειό του είχε γίνει απλή ράβδος βοσκού, περπατούσε από τη Νικήσιανη ως το Παλαιοχώρι χωρίς να μεταφέρει καμία εντολή, μόνο χαμένα ονόματα, τα μάζευε από τις άκρες των μονοπατιών όπως μαζεύει κανείς πεσμένα μήλα πριν σαπίσουν, λίγο ψηλότερα η Εστία διατηρούσε ακόμη μια μικρή φωτιά μέσα σε μια εγκαταλειμμένη καλύβα ξυλοκόπων, ποτέ δεν τη μεγάλωνε, ποτέ δεν την άφηνε να σβήσει, σαν να είχε καταλάβει πως ακόμη και η φωτιά χρειάζεται κάποιον να θυμάται τη θερμοκρασία της όταν όλες οι φλόγες έχουν γίνει στάχτη, ενώ η Άρτεμις ακολουθούσε τους αγριόχοιρους στα πυκνά δάση πάνω από το Αυγό χωρίς να τους κυνηγά, απλώς βάδιζε μαζί τους ώσπου να χαθούν μέσα στις οξιές, λες και είχε εγκαταλείψει από αιώνες την ανάγκη της κατοχής και να είχε κρατήσει μόνο τη συντροφιά της πορείας, κι ακόμη βαθύτερα, εκεί όπου το νερό του Αγγίτη ακουμπά τις τελευταίες ρίζες πριν χαθεί πάλι στον ασβεστόλιθο, ο Ορφέας συνέχιζε να τραγουδά χωρίς φωνή, δεν άκουγα τη μελωδία του, έβλεπα μόνο την πέτρα να αλλάζει αργά χρώμα γύρω του, σαν να απορροφούσε τον ήχο πριν αυτός γεννηθεί, τότε συνειδητοποιούσα πως ίσως τα τραγούδια του δεν γράφτηκαν ποτέ για ανθρώπινα αυτιά αλλά για τις φλέβες του βουνού, για τον χαλαζία, τον σχιστόλιθο, τον αιματίτη, τον γνεύσιο, για όλα εκείνα τα πράγματα που μένουν σιωπηλά αιώνες ολόκληρους και όμως εξακολουθούν να ακούν, γι' αυτό και οι Κάβειροι σταματούσαν για λίγο τα σφυριά τους κάθε φορά που περνούσε από εκεί, όχι από σεβασμό αλλά γιατί ακόμη και το μέταλλο χρειάζεται πότε πότε να θυμηθεί πως κάποτε υπήρξε τραγούδι πριν γίνει πέτρα, όπως κι η πέτρα υπήρξε κάποτε φωτιά πριν γίνει βουνό, κι εγώ περπατούσα ανάμεσά τους ολοένα ελαφρύτερος, όχι επειδή μειωνόταν το βάρος μου αλλά επειδή το βάρος μου έπαυε σιγά σιγά να μου ανήκει, το παραλάμβανε το Παγγαίο με την ίδια αθόρυβη φυσικότητα που παραλαμβάνει κάθε φθινόπωρο τα φύλλα των καστανιών, κάθε χειμώνα το χιόνι, κάθε άνοιξη τα νερά των πηγών, κάθε εποχή έναν ακόμη άνθρωπο που πίστεψε πως ήρθε εδώ για να αναζητήσει την αλήθεια και έφυγε χωρίς να καταλάβει πως η αλήθεια τον παρατηρούσε από την πρώτη στιγμή μέσα από τα μάτια του βουνού, περιμένοντας υπομονετικά να κουραστεί αρκετά ώστε να μπορέσει επιτέλους να τη δει κι όσο περισσότερο απομακρυνόμουν από τους ανθρώπους τόσο περισσότερο άκουγα την κούραση του κόσμου, όχι τη δική μου αλλά εκείνη που κουβαλά η ύλη από τότε που απέκτησε μορφή, υπήρχαν απογεύματα πάνω από το Ακοντίσμα όπου ακόμη και ο άνεμος φυσούσε σαν γέρος που επέστρεφε από μακρύ δρόμο, οι οξιές λύγιζαν ελάχιστα, οι καστανιές άφηναν τους καρπούς τους να πέφτουν χωρίς βιασύνη, ο Αγγίτης κυλούσε βαθιά κάτω από τις πέτρες σαν να μην ήθελε πια να τον βλέπει κανείς, τότε εμφανίζονταν ένας ένας, ποτέ όλοι μαζί, σαν να σεβόταν ο ένας τη μοναξιά του άλλου, ο νεφεληγερέτης καθόταν στην άκρη μιας παλιάς μεταλλευτικής χαράδρας και κοίταζε για ώρες τα σύννεφα να περνούν πάνω από το Σύμβολο χωρίς να υψώνει το χέρι του, έμοιαζε να έχει ξεχάσει αν κάποτε τα κυβερνούσε ή αν πάντοτε τα ακολουθούσε, ο ενοσίχθων ανέβαινε αργά από τις υπόγειες κοίτες του Αγγίτη κρατώντας στις παλάμες του μικρά κομμάτια ασβεστόλιθου, τα παρατηρούσε όπως παρατηρεί ένας γέροντας τα οστά των παιδιών του, η γλαυκώπις περνούσε από τη Μουσθένη ως την Πρώτη συλλέγοντας φτερά από κουκουβάγιες, ποτέ δεν τα κρατούσε, τα άφηνε μέσα στις ρωγμές των βράχων σαν να επέστρεφε στη γη κάτι που της είχε δανειστεί για λίγο, ο αργυρότοξος ακολουθούσε ακόμη τις κόκκινες αλεπούδες πάνω από τα Δωμάτια, ποτέ δεν τέντωνε το τόξο του, περπατούσε πίσω τους με εκείνη τη σιωπηλή αφοσίωση που έχουν όσοι γνωρίζουν πως η μεγαλύτερη μορφή κυνηγιού είναι να μάθεις να μη σκοτώνεις πια, η Βενδίδα περιφερόταν στις σκοτεινές καστανιές της Νικήσιανης όταν η σελήνη έμενε κρυμμένη πίσω από την ομίχλη, άγγιζε τους κορμούς έναν έναν σαν να μετρούσε τους χειμώνες που είχαν περάσει από πάνω τους, ενώ ο Διόνυσος στεκόταν στις παλιές πεζούλες των αμπελιών κοιτάζοντας τα ξερά κλήματα χωρίς λύπη, λες και ήξερε πως ακόμη και το κρασί επιστρέφει κάποτε στο χώμα από όπου γεννήθηκε, κι ακόμη πιο βαθιά, εκεί όπου ο γνεύσιος γίνεται σχεδόν μαύρος και ο χαλαζίας μοιάζει να ανασαίνει κάτω από τη φλόγα των λυχναριών, οι Κάβειροι εξακολουθούσαν να εργάζονται ακούραστα, μόνο που τώρα κατάλαβα τι πραγματικά σφυρηλατούσαν, δεν επισκεύαζαν τις φλέβες του χρυσού ούτε στήριζαν τις στοές, σφυρηλατούσαν τη λήθη, της έδιναν βάρος για να μη χαθεί πρόωρα ο κόσμος μέσα στην ατελείωτη μνήμη του, γιατί ακόμη και η μνήμη χρειάζεται αντίπαλο για να μην καταρρεύσει κάτω από το ίδιο της το βάρος, τότε ένιωσα για πρώτη φορά πως η αγωνία μου δεν γεννήθηκε μαζί μου, την κρατούσαν πριν από μένα οι θεοί, πριν από τους θεούς οι Ηδωνοί, πριν από τους Ηδωνούς οι πρώτοι άνθρωποι που ακούμπησαν το αυτί τους στον βρεγμένο βράχο, πριν από αυτούς η ίδια η πέτρα που περίμενε αιώνες ολόκληρους να αποκτήσει κάποιον αρκετά εύθραυστο ώστε να της χαρίσει φωνή, κι ίσως γι' αυτό το Παγγαίο δεν ζητά ποτέ πίστη, ούτε λατρεία, ούτε θυσίες, ζητά μόνο σώματα πρόθυμα να κουραστούν αρκετά ώστε να ακούσουν τον αργό παλμό του, γιατί μόνο τότε αποκαλύπτεται πως ο θάνατος δεν υπήρξε ποτέ η μεγάλη σιωπή που φοβηθήκαμε αλλά η στιγμή όπου ο άνθρωπος παραδίδει επιτέλους τη δική του μικρή μνήμη στην απέραντη μνήμη της πέτρας και παύει να ξεχωρίζει από τον άνεμο που περνά πάνω από το Αυγό, από το νερό που επιστρέφει στον Αγγίτη, από τη ρίζα που κατεβαίνει προς τον γνεύσιο, από τους κουρασμένους θεούς που εξακολουθούν να περιπλανώνται ανάμεσα στις οξιές, όχι επειδή περιμένουν ακόμη τη σωτηρία τους αλλά επειδή έμαθαν πολύ πριν από εμάς πως ακόμη και η αθανασία είναι ένας μακρύς δρόμος επιστροφής προς τη γη κι από τότε έπαψα να αναζητώ την αρχή του κόσμου γιατί την έβλεπα κάθε φορά που έσκυβα να αγγίξω μια πέτρα, η αρχή δεν βρισκόταν πίσω μου αλλά κάτω από τα χέρια μου, μέσα στον βρεγμένο γνεύσιο που εξακολουθούσε να φυλάσσει τη θερμότητα μιας φωτιάς σβησμένης πριν από αμέτρητες εποχές, τότε είδα καθαρότερα πως η φωτιά ποτέ δεν πεθαίνει, απλώς μαθαίνει να ονειρεύεται σαν πέτρα, κι ίσως το ίδιο να συμβαίνει και με τους θεούς, ο νεφεληγερέτης δεν περίμενε πια τις καταιγίδες, περίμενε τον ήχο μιας σταγόνας που έπεφτε από την οροφή μιας παλιάς στοάς κοντά στη Νικήσιανη, την άκουγε να χτυπά τον χαλαζία με την ίδια προσοχή που κάποτε άκουγε τους κεραυνούς του, σαν να είχε καταλάβει πως ο κόσμος δεν αλλάζει από τις μεγάλες εκρήξεις αλλά από τις σταγόνες που επιμένουν, ο αργυρότοξος είχε εγκαταλείψει ακόμη και τη σιωπή του κυνηγού, περπατούσε στις οξιές της Πρώτης και στα μαυρόπευκα του Ακοντίσματος με τα χέρια άδεια, κάθε τόσο σταματούσε μπροστά σε έναν κορμό και ακουμπούσε το μέτωπό του στον φλοιό, σαν να ζητούσε από το δέντρο να θυμηθεί εκείνο που ο ίδιος είχε χάσει, η γλαυκώπις κατέβαινε προς το Παλαιοχώρι κρατώντας στην ποδιά της κομμάτια λευκού μαρμάρου, τα άφηνε στις άκρες των μονοπατιών χωρίς να τα κοιτάζει πίσω, λες και χάραζε έναν δρόμο που μονάχα οι νεκροί μπορούσαν ακόμη να αναγνωρίσουν, η Βενδίδα στεκόταν στις χαράδρες της Μουσθένης όταν το πρώτο χιόνι σκέπαζε τις φτέρες, οι λύκοι περνούσαν γύρω της αθόρυβα, τα μάτια τους είχαν το ίδιο χρώμα με τις βρεγμένες πέτρες και για μια στιγμή δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ποιος παρακολουθούσε ποιον, ο Διόνυσος περνούσε από τις εγκαταλειμμένες αναβαθμίδες των αμπελιών, άγγιζε τα ξερά κλήματα με τα ακροδάχτυλα και χαμογελούσε τόσο ανεπαίσθητα ώστε έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση χαμόγελου παρά με χαμόγελο, ενώ ο Ήφαιστος καθόταν βαθιά κάτω από το Αυγό μαζί με τους Κάβειρους και κοίταζε τη φωτιά να ανασαίνει μέσα στον αιματίτη, κανείς τους δεν σφυρηλατούσε πια μέταλλα, σφυρηλατούσαν τον χρόνο, κάθε χτύπημα του σφυριού βύθιζε μια εποχή βαθύτερα μέσα στη γη και ανέβαζε μια άλλη λίγο πιο κοντά στο φως, γι' αυτό καμιά φορά το Παγγαίο μοιάζει νεότερο απ' ό,τι είναι και καμιά φορά αρχαιότερο ακόμη κι από τη μνήμη των θεών, τότε συνάντησα τον Ορφέα στις πηγές του Αγγίτη, καθόταν μόνος, τα χείλη του κινούνταν σαν να τραγουδούσε, όμως καμία φωνή δεν έβγαινε από μέσα του, μόνο το νερό άλλαζε ρυθμό, οι πέστροφες σταματούσαν για λίγο μέσα στο ρεύμα, οι λεύκες έπαυαν να τρέμουν, ακόμη και οι κόρακες πάνω από το Πιλάφ Τεπέ έκλειναν τα φτερά τους σαν να άκουγαν μια μουσική που είχε κουραστεί τόσο πολύ ώστε δεν χρειαζόταν πια ήχο για να υπάρξει, τότε κατάλαβα πως οι μύθοι δεν διασώθηκαν επειδή τους θυμήθηκαν οι άνθρωποι αλλά επειδή τους κράτησε ζωντανούς η πέτρα, κάθε βράχος αυτού του βουνού κρύβει μέσα του έναν θεό που έμαθε να γερνά, έναν άνθρωπο που έμαθε να σωπαίνει, ένα ζώο που έμαθε να περιμένει, ένα δέντρο που έμαθε να κατεβαίνει με τις ρίζες του προς τη φωτιά αντί να ανεβαίνει προς το φως, κι εγώ όσο περισσότερο τους συναντώ τόσο λιγότερο τους ξεχωρίζω μεταξύ τους, γιατί όλοι αποκτούν σιγά σιγά το ίδιο πρόσωπο, το πρόσωπο εκείνου που έμεινε τόσο πολύ μέσα στον χρόνο ώστε ο χρόνος άρχισε να κατοικεί μέσα του, κι εκεί, ανάμεσα στον Αγγίτη, στο Ακοντίσμα, στο Αυγό, στη Νικήσιανη, στη Μουσθένη, στην Πρώτη, στο Παλαιοχώρι, στη Μεσορόπη, στις στοές, στις καστανιές και στους βρεγμένους γνεύσιους, ένιωσα για πρώτη φορά πως η αγωνία του θανάτου ποτέ δεν ήταν η αγωνία να χαθώ αλλά η αγωνία μήπως κάποτε το Παγγαίο πάψει να με θυμάται, γιατί τότε μόνο θα πέθαινα πραγματικά από εκείνη την ημέρα άρχισα να φοβάμαι τη λήθη περισσότερο από τον θάνατο, γιατί ο θάνατος επιστρέφει πάντοτε στη γη ενώ η λήθη περιπλανιέται άστεγη, αναζητώντας σώματα αρκετά κουρασμένα για να κατοικήσει μέσα τους, την είδα πολλές φορές να περνά από τις ράχες του Παγγαίου σαν πρωινή ομίχλη, να κατεβαίνει αργά από το Αυγό προς το Ακοντίσμα, να αγγίζει τις οξιές της Μουσθένης, να γλιστρά ανάμεσα στις καστανιές της Νικήσιανης, να πίνει λίγο νερό από τον Αγγίτη και να συνεχίζει προς τις παλιές στοές όπου οι Κάβειροι εξακολουθούν να εργάζονται χωρίς να σηκώνουν ποτέ το βλέμμα τους, γιατί αυτοί γνωρίζουν καλύτερα απ' όλους πως ο κόσμος κρατιέται ενωμένος από όσα οι άνθρωποι λησμονούν και όχι από όσα θυμούνται, κάθε φορά που το σφυρί τους αγγίζει τον γνεύσιο δεν ακούω μέταλλο αλλά ονόματα, πρώτα των Ηδωνών, ύστερα των Σατρών, ύστερα των μεταλλωρύχων που χάθηκαν χωρίς τάφο, ύστερα των μοναχών που αποσύρθηκαν στις σπηλιές της Εικοσιφοίνισσας αναζητώντας τον ίδιο Θεό που κάποτε οι άλλοι αναζήτησαν μέσα στις φλέβες του χρυσού, κι όσο περισσότερο ακούω αυτά τα χτυπήματα τόσο δυσκολεύομαι να πιστέψω πως οι εποχές διαδέχονται η μία την άλλη, όλες συνεχίζουν να υπάρχουν εδώ, η μία μέσα στην άλλη, όπως συνεχίζει να υπάρχει η φωτιά μέσα στον αιματίτη και το νερό μέσα στον ασβεστόλιθο, μόνο τα μάτια του ανθρώπου είναι φτιαγμένα να βλέπουν ένα στρώμα κάθε φορά, γι' αυτό και φοβάται τόσο πολύ, γιατί νομίζει πως ό,τι χάνεται από το βλέμμα του παύει να υπάρχει, ενώ το Παγγαίο δεν χάνει τίποτε, ούτε τον ιδρώτα που έσταξε από το μέτωπο του πρώτου μεταλλωρύχου, ούτε την προσευχή του τελευταίου μοναχού, ούτε τα βήματα του Ορφέα που ακόμη αντηχούν στο φαράγγι πριν φτάσουν στον Αγγίτη, ούτε τον κουρασμένο νεφεληγερέτη που κάθεται πάνω από την Πρώτη και τρίβει με τον αντίχειρά του μια μικρή πέτρα ώσπου να γίνει λεία σαν οστό, ούτε τη γλαυκώπιδα που συλλέγει ακόμη θραύσματα λευκού μαρμάρου από τις παλιές λατομικές πληγές, ούτε τον Διόνυσο που περνά από τις εγκαταλειμμένες πεζούλες της Μεσορόπης και σκύβει να μυρίσει το χώμα όπως ο γέρος μυρίζει το τελευταίο ρούχο ενός παιδιού που έφυγε, ούτε τη Βενδίδα που ακολουθεί τους λύκους ως τις χαράδρες του Ακοντίσματος, εκεί όπου ακόμη και η σελήνη φαίνεται να περπατά προσεκτικά για να μην ξυπνήσει τις πέτρες, ούτε τον Ήφαιστο που έχει πάψει να κατασκευάζει όπλα και επισκευάζει πια μόνο σπασμένες αξίνες, γιατί κατάλαβε κι εκείνος πως ο κόσμος σώζεται από τα εργαλεία που ανοίγουν τη γη και όχι από εκείνα που ανοίγουν τα σώματα, τότε συλλογίζομαι πως ίσως όλοι οι θεοί να εξορίστηκαν εδώ για να μάθουν αυτό που ο άνθρωπος αρνείται να δεχτεί, πως καμία δύναμη δεν είναι μεγαλύτερη από την υπομονή της πέτρας, καμία δόξα δεν διαρκεί περισσότερο από τη λειχήνα που απλώνεται αργά πάνω στον γνεύσιο, καμία αθανασία δεν αντέχει όσο μια ρίζα που συνεχίζει να κατεβαίνει προς το σκοτάδι χωρίς να αναρωτηθεί ποτέ αν θα συναντήσει φως, κι εγώ περπατώ ανάμεσά τους όλο και πιο αθόρυβα, προσέχοντας ακόμη και τον ήχο της ανάσας μου, γιατί αρχίζω να υποψιάζομαι πως κάθε δυνατός θόρυβος είναι μια μορφή λήθης, ενώ η μνήμη εργάζεται πάντοτε όπως εργάζεται το νερό μέσα στην πέτρα, τόσο αργά ώστε μόνο ύστερα από αιώνες αντιλαμβάνεσαι πως άλλαξε ολόκληρο το βουνό ...κι όσο περισσότερο μάθαινα να ακούω τη σιωπή τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως η σιωπή δεν είναι απουσία φωνής αλλά ο τόπος όπου όλες οι φωνές εξακολουθούν να υπάρχουν χωρίς να διεκδικούν η μία την άλλη, εκεί, βαθιά κάτω από το Ακοντίσμα, μέσα στις υγρές στοές που συνεχίζουν να στάζουν πάνω στον γνεύσιο όπως στάζουν οι αιώνες πάνω στον άνθρωπο, άκουγα τον χαμηλό ψίθυρο των Καβείρων να ενώνεται με την ανάσα των μεταλλωρύχων, με τις προσευχές των μοναχών της Εικοσιφοίνισσας, με το τραγούδι του Ορφέα που ποτέ δεν έπαψε να κατεβαίνει προς τα έγκατα αντί να ανεβαίνει στον ουρανό, όλα γίνονταν ένα μόνο βάθος, ένα μόνο σώμα, κι εγώ περπατούσα μέσα του όπως περπατά το αίμα μέσα στις φλέβες χωρίς να γνωρίζει το πρόσωπο που κρατά ζωντανό, τότε εμφανιζόταν πάλι ο νεφεληγερέτης, είχε αφήσει πίσω του κάθε ίχνος εξουσίας, τα γένια του είχαν το χρώμα της λειχήνας, τα χέρια του μύριζαν βρεγμένο σίδερο, έσκυβε μπροστά σε έναν σπασμένο βράχο και μάζευε με προσοχή μικρούς κόκκους χαλαζία, λες και φοβόταν μήπως χαθεί ακόμη και το πιο ασήμαντο κομμάτι αυτού του βουνού, λίγο πιο πέρα η γλαυκώπις καθόταν πάνω σε μια πεσμένη οξιά της Μουσθένης και χάραζε με ένα μικρό μαχαίρι ακατανόητα σημάδια επάνω στον φλοιό, όχι για να αφήσει μήνυμα αλλά για να βοηθήσει το δέντρο να θυμηθεί την ηλικία του, ο Ερμής ανέβαινε από τη Μεσορόπη κουβαλώντας στους ώμους του ένα σακί γεμάτο πέτρες, όχι επειδή τις χρειαζόταν αλλά επειδή κάθε πέτρα έκρυβε μέσα της ένα όνομα που είχε λησμονηθεί, τις άδειαζε μία μία στις όχθες του Αγγίτη κι ύστερα τις έπλενε αργά, σαν να τελούσε μια λειτουργία αρχαιότερη από όλες τις θρησκείες, ο Ήφαιστος και οι Κάβειροι συνέχιζαν να εργάζονται στο βάθος, μόνο που τώρα καταλάβαινα πως δεν χτυπούσαν το μέταλλο αλλά τις ίδιες τις λέξεις, κάθε χτύπημα έσπαζε μια λέξη στα δύο, αφαιρούσε από μέσα της την αλαζονεία, την άφηνε να επιστρέψει ταπεινή μέσα στην πέτρα από όπου είχε γεννηθεί, ίσως γι' αυτό το Παγγαίο δεν αγαπά τις μεγάλες δηλώσεις, προτιμά τον ήχο μιας αξίνας που σταματά ξαφνικά γιατί το χέρι κατάλαβε πως από την άλλη πλευρά της πέτρας υπάρχει κάτι ζωντανό, προτιμά το βλέμμα ενός γέρου βοσκού που κοιτάζει τις ομίχλες να κατεβαίνουν από το Αυγό χωρίς να αισθάνεται την ανάγκη να τις εξηγήσει, προτιμά τη λύκαινα που περνά δίπλα από τη Βενδίδα χωρίς να γνωρίζει πως περνά δίπλα από θεά, προτιμά τον άνθρωπο που γονατίζει μόνος του στις χαράδρες του Παλαιοχωρίου και ακουμπά το αυτί του στον βράχο περιμένοντας υπομονετικά να ακούσει κάτι που ίσως δεν έρχεται ποτέ, γιατί εκείνη η αναμονή είναι ήδη η απάντηση, κι όσο περισσότερο παραδίδομαι σε αυτήν τόσο περισσότερο νιώθω πως η αγωνία του θανάτου δεν γεννιέται από τον φόβο της απώλειας αλλά από τον φόβο μήπως κάποτε πάψει αυτή η συνομιλία ανάμεσα στο σώμα μου και στην πέτρα, μήπως σιωπήσουν οι Κάβειροι, μήπως ο Ορφέας ξεχάσει το άφωνο τραγούδι του, μήπως ο νεφεληγερέτης αφήσει να του πέσει από τα χέρια ο τελευταίος κόκκος χαλαζία, μήπως η γλαυκώπις πάψει να διαβάζει τις ρωγμές του μαρμάρου, μήπως ο Αγγίτης πάψει να κουβαλά προς τη θάλασσα τις μυστικές συνομιλίες όλων όσοι έσκυψαν κάποτε να πιουν από τα νερά του, τότε θα έχει πεθάνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν άνθρωπο ή έναν θεό, τότε θα έχει χαθεί ο τρόπος με τον οποίο το ίδιο το Παγγαίο θυμάται τον εαυτό του, κι εγώ υπάρχω μόνο όσο μου επιτρέπεται να γίνω μία ακόμη ανάσα μέσα σε αυτή την ατέλειωτη μνήμη όλο το Παγγαίο είναι μια ζωντανή κοσμογονία, όπου θεοί, άνθρωποι, πέτρες και τοπωνύμια αποτελούν το ίδιο σώμα, κάποτε νόμιζα πως το Παγγαίο είχε μόνο κορυφές, τώρα ξέρω πως έχει πρόσωπο, έχει βλέφαρα που ανοιγοκλείνουν όταν οι ομίχλες ανεβαίνουν από τον Αγγίτη, έχει ανάσα που περνά μέσα από τις οξιές της
Πρώτης και τις καστανιές της Νικήσιανης, έχει αίμα που κυλά μέσα στις φλέβες του χαλαζία και του χρυσού πολύ βαθύτερα από εκεί όπου έφτασαν ποτέ οι αξίνες των ανθρώπων, κι όσο περισσότερο το κοιτώ τόσο περισσότερο διακρίνω επάνω του τις μορφές όλων όσοι έζησαν εδώ, ο Ορφέας συνεχίζει να βαδίζει προς το φαράγγι χωρίς να στρέφει το κεφάλι του, γιατί γνωρίζει πως όποιος κοιτάξει πίσω του βλέπει πάντοτε τον εαυτό του νεότερο απ' όσο μπορεί να αντέξει, οι Κάβειροι ανεβαίνουν κάθε αυγή από τις στοές, σκουπίζουν τη λεπτή σκόνη του αιματίτη από τα γένια τους και κάθονται στις πλαγιές του Ακοντίσματος κοιτάζοντας τον ήλιο όπως κοιτάζει ένας γέρος το παιδί που κάποτε υπήρξε, ο νεφεληγερέτης περπατά αργά ως το Πιλάφ Τεπέ κρατώντας στην αγκαλιά του έναν σπασμένο κορμό μαυρόπευκου σαν να μεταφέρει νεκρό σύντροφο, η γλαυκώπις μαζεύει από τις χαράδρες μικρά κομμάτια λευκού γνευσίου και τα τοποθετεί μέσα στις φωλιές των κουκουβαγιών, λες και ακόμη και η σοφία χρειάζεται πέτρα για να εκκολαφθεί, ο Ερμής διασχίζει τις παλιές στράτες της Μεσορόπης, της Μουσθένης και του Παλαιοχωρίου κρατώντας ένα σακούλι γεμάτο σπασμένα κουδούνια από πρόβατα που χάθηκαν πριν από αιώνες, κάθε τόσο τα κρεμά στα ξερά κλαδιά μιας οξιάς κι όταν φυσά ο άνεμος ακούγεται ένας ήχος που κανείς άνθρωπος δεν αναγνωρίζει πια, μόνο οι λύκοι σηκώνουν αργά το κεφάλι τους και αφουγκράζονται σαν να τους καλεί κάποιος παλιός αδελφός, η Βενδίδα περνά ανάμεσα στις φτέρες χωρίς ίχνος βιασύνης, πίσω της ακολουθούν οι αγριόγατες, οι αλεπούδες, τα ζαρκάδια και οι λύκαινες σαν να αποτελούν όλοι μαζί μια πομπή που συνεχίζεται από τότε που ο κόσμος ήταν ακόμη αρκετά νέος ώστε να μη χρειάζεται ονόματα, ενώ βαθιά κάτω από το Αυγό ο Ήφαιστος και οι Κάβειροι κρατούν ακόμη αναμμένη την πρώτη φωτιά, εκείνη που δεν λιώνει μέταλλα αλλά χρόνο, κάθε σπίθα που πετά από τα σφυριά τους γίνεται ένας ακόμη χειμώνας στις πλαγιές, μια ακόμη βροχή στον Αγγίτη, μια ακόμη ρίζα που κατεβαίνει αργά προς τον γνεύσιο, τότε καταλαβαίνω πως το Παγγαίο δεν είναι ένα βουνό που φιλοξένησε μύθους αλλά ένας μύθος που αποφάσισε κάποτε να πάρει τη μορφή βουνού για να μπορέσει η πέτρα να ονειρευτεί, κι εμείς, άνθρωποι και θεοί, μεταλλωρύχοι, βοσκοί, μοναχοί και κυνηγοί, υπάρχουμε μόνο όσο διαρκεί αυτό το όνειρο, περπατούμε επάνω στις ράχες του πιστεύοντας πως αναζητούμε τον δρόμο μας, ενώ στην πραγματικότητα είμαστε οι σκέψεις του ίδιου του Παγγαίου, σύντομες, εύθραυστες, γεμάτες αγωνία, πριν επιστρέψουμε πάλι μέσα στη βαθιά του μνήμη, εκεί όπου όλες οι εποχές, όλα τα ονόματα, όλοι οι θεοί και όλοι οι θάνατοι ανασαίνουν ακόμη σαν μία και μοναδική, ατελείωτη ζωή, λίγο πριν από τον τελευταίο χειμώνα γνώρισα έναν άνθρωπο που κανείς δεν αποκαλούσε με το όνομά του, όλοι τον έλεγαν απλώς ο Σπορέας της Πέτρας, ζούσε μόνος του ψηλά, ανάμεσα στις σάρες κάτω από το Ακοντίσμα, κουβαλούσε πάντοτε έναν δερμάτινο σάκο γεμάτο μικρούς λευκούς λίθους, κάθε αυγή έσκυβε, άνοιγε με τα δάχτυλα μια μικρή σχισμή στον γνεύσιο και άφηνε μέσα έναν από αυτούς τους λίθους όπως ο γεωργός αφήνει τον σπόρο του στο χώμα, τον παρακολούθησα πολλές ημέρες χωρίς να τον πλησιάσω, ώσπου κάποτε τον ρώτησα τι ελπίζει να φυτρώσει μέσα σε μια πέτρα, με κοίταξε σαν να είχα κάνει την πιο παράξενη ερώτηση του κόσμου και χαμογέλασε τόσο ανεπαίσθητα ώστε το χαμόγελο χάθηκε προτού προλάβει να γεννηθεί, μου θύμισε πως οι άνθρωποι φυτεύουν πάντοτε εκείνο που τους λείπει, άλλοι σιτάρι, άλλοι αμπέλια, άλλοι παιδιά, εκείνος φυτεύει μνήμη γιατί η πέτρα κουράζεται να θυμάται μόνη της, ύστερα έσκυψε ξανά και συνέχισε τη δουλειά του χωρίς να προσθέσει άλλη λέξη, χρόνια αργότερα, όταν ανέβηκα πάλι στις ίδιες πλαγιές, οι λευκοί εκείνοι λίθοι είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, δεν γνώριζα αν τους είχε σκεπάσει το χώμα ή αν τους είχε πάρει το ίδιο το βουνό, μόνο μικρές λειχήνες απλώνονταν στα σημεία όπου τους είχα δει να χάνονται, κι εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα πως ίσως όλες οι μεγάλες πράξεις του κόσμου να μοιάζουν με αυτή τη σιωπηλή σπορά, κανείς δεν γνωρίζει αν απέδωσαν καρπό, όμως η γη συνεχίζει να αλλάζει εξαιτίας τους, τότε συνάντησα την Κλωθώ στις χαμηλές ομίχλες της Μουσθένης, δεν κρατούσε αδράχτι αλλά μακριές ρίζες οξιάς, τις περνούσε αργά μέσα από τις ρωγμές των βράχων λες και ύφαινε το ίδιο το εσωτερικό του βουνού, λίγο παρακάτω η Λάχεσις μετρούσε τις αποστάσεις ανάμεσα στις πηγές, στις στοές και στα δέντρα χωρίς σχοινί, χωρίς μέτρο, μόνο με το άνοιγμα των χεριών της, σαν να γνώριζε πως κάθε τόπος έχει μια αόρατη αναλογία που τον κρατά όρθιο, ενώ η Άτροπος περπατούσε πίσω τους κρατώντας ένα μικρό σιδερένιο μαχαίρι μεταλλωρύχου, κάθε τόσο έκοβε μια ξερή ρίζα, ένα παλιό σκοινί, μια σάπια ξυλοδεσιά, ποτέ όμως δεν άγγιζε άνθρωπο, τότε ένιωσα πως ακόμη και οι Μοίρες εργάζονται πρώτα για το βουνό και ύστερα για εμάς, γιατί αν καταρρεύσει η μνήμη της πέτρας κανένα ανθρώπινο πεπρωμένο δεν βρίσκει τόπο να σταθεί, την ίδια νύχτα είδα για πρώτη φορά τον Ύπνο να κάθεται στην είσοδο μιας σπηλιάς πάνω από τον Αγγίτη, είχε κλείσει τα μάτια του και ακουμπούσε την πλάτη του σε έναν βράχο γεμάτο βρύα, λίγο μακρύτερα στεκόταν ο αδελφός του, ο Θάνατος, κανείς από τους δύο δεν πλησίαζε τον άλλον, ανάμεσά τους κυλούσε μόνο το νερό, αργό και σκοτεινό, σαν να ήταν εκείνο που κρατούσε την απόσταση που χρειάζεται ο κόσμος για να συνεχίσει να υπάρχει, τους παρακολούθησα ώσπου χάθηκαν μέσα στην ομίχλη χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μία λέξη, κι από εκεί φανερώθηκε πως οι μεγαλύτερες συγγένειες δεν χρειάζονται συνομιλία, αρκεί να ανασαίνουν κάτω από τον ίδιο ουρανό, όπως ανασαίνουν ακόμη το Ακοντίσμα, το Αυγό, οι οξιές, οι λειχήνες, οι παλιές στοές, οι Κάβειροι, οι Μοίρες και όλοι εκείνοι που έμειναν εδώ τόσο πολύ ώστε η πέτρα έπαψε να ξεχωρίζει το σώμα τους από τη δική της αργή, ατελείωτη μνήμη, μια αυγή του ύστερου φθινοπώρου ανέβηκα μόνος προς το Κορμί Ντερέ, εκεί όπου οι χαράδρες στενεύουν τόσο ώστε ο άνεμος παύει να φυσά και αρχίζει να ανασαίνει, το έδαφος ήταν σκεπασμένο με βρεγμένα φύλλα οξιάς, ο ίταμος κρατούσε ακόμη το βαθύ του πράσινο σαν να αγνοούσε την εποχή, οι λειχήνες είχαν απλωθεί πάνω στον γνεύσιο σχηματίζοντας χάρτες μιας γης που κανείς δεν κατοίκησε ποτέ, τότε αντίκρισα τρεις γυναίκες να κάθονται γύρω από έναν πεσμένο κορμό, καμία δεν μιλούσε, η μία ξεχώριζε προσεκτικά τους σπόρους της αγριομηλιάς και τους άφηνε μέσα στις ρωγμές του βράχου, η άλλη έδενε λεπτές ρίζες αρκεύθου γύρω από πέτρες που είχαν σπάσει από τον παγετό, η τρίτη παρατηρούσε τον ουρανό χωρίς να σηκώνει το κεφάλι, σαν να τον έβλεπε μέσα από τη γη, δεν χρειάστηκε να τις ρωτήσω ποια ήταν, γιατί κάθε άνθρωπος αναγνωρίζει κάποτε τις Μοίρες χωρίς να του συστηθούν, η Κλωθώ έσπερνε όσα ακόμη δεν είχαν υπάρξει, η Λάχεσις υπολόγιζε με τα δάχτυλά της την απόσταση ανάμεσα σε μια ρίζα και σε μια φλέβα χαλαζία, η Άτροπος έκοβε μονάχα τα κλαδιά που είχαν ήδη πεθάνει από μέσα τους, ποτέ τον ζωντανό κορμό, τότε είδα καθαρότερα πως ο κόσμος χάνεται πολύ αργότερα απ' όσο πιστεύει ο άνθρωπος και σώζεται πολύ νωρίτερα απ' όσο μπορεί να δει, λίγο πιο πέρα, στις πλαγιές που κατεβαίνουν προς τον Οφρύνιο, στεκόταν ένας γέρος με ένα κοπάδι άγρια άλογα, τα ζώα τον ακολουθούσαν χωρίς χαλινάρια, χωρίς φωνές, μόνο με τον ήχο της αναπνοής του, κάποιος θα έλεγε πως ήταν ο Ποσειδώνας, εγώ όμως είδα απλώς έναν άνθρωπο που είχε ζήσει τόσο πολύ ανάμεσα στα άλογα ώστε το σώμα του είχε αποκτήσει τον ίδιο ρυθμό με τα βήματά τους, κι εκεί ένιωσα για πρώτη φορά πως οι θεοί γεννιούνται όταν ένα πλάσμα κατοικήσει τόσο βαθιά μέσα σε ένα στοιχείο του κόσμου ώστε παύει να ξεχωρίζει από αυτό, όπως ο Ήφαιστος έγινε φωτιά, η Βενδίδα νύχτα, ο Ορφέας αντίλαλος, οι Κάβειροι υπόγεια εργασία, η Δήμητρα καρπός και σιωπή, ο Ερμής μονοπάτι, η Άρτεμις βλέμμα του ζώου πριν στραφεί προς το δάσος, τότε άρχισα να κοιτώ διαφορετικά ακόμη και τα πιο μικρά πράγματα, έναν μπούφο που έμενε ακίνητος μέσα στις μαυρόπευκες, μια κοκκινοκαλιακούδα που περπατούσε πάνω στους βράχους σαν να διάβαζε τις ρωγμές τους, έναν χρυσαετό που άφηνε τον άνεμο να τον μεταφέρει χωρίς να κινεί τα φτερά του, κατάλαβα πως όλα αυτά αποτελούσαν τις ίδιες τις σκέψεις του βουνού, όπως οι λειχήνες είναι οι αργές του λέξεις και οι πηγές οι αναπνοές του, κι εγώ όσο περισσότερο τις παρατηρούσα τόσο λιγότερο επιθυμούσα να τις ερμηνεύσω, γιατί κάθε ερμηνεία αφαιρεί κάτι από το μυστήριο ενώ το μυστήριο είναι ο μόνος τόπος όπου ο άνθρωπος μπορεί ακόμη να συναντήσει τον εαυτό του χωρίς να τον αναγνωρίσει αμέσως, έτσι συνέχισα να βαδίζω προς το Ακοντίσμα χωρίς να αναζητώ θεούς, γνωρίζοντας πια πως μπορεί να τους συναντήσω μέσα σε έναν ίταμο, σε έναν κόκκο χαλαζία, σε ένα παλιό κουδούνι προβάτου μισοσκεπασμένο από βρύα, ακόμη και στον αργό τρόπο με τον οποίο μια σταγόνα νερού επιμένει να σμιλεύει την ίδια πέτρα επί χιλιάδες χρόνια, γιατί εκεί, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, η αιωνιότητα έχει πάψει να μοιάζει με άπειρο χρόνο και απέκτησε τη μορφή μιας ακούραστης, ταπεινής κίνησης που συνεχίζεται ακόμη κι όταν κανείς δεν την παρατηρεί, τον χειμώνα που ακολούθησε έμαθα να διαβάζω το χιόνι όπως άλλοτε διάβαζα τα πρόσωπα των ανθρώπων, κάθε επιφάνειά του έκρυβε μια διαφορετική ιστορία, πάνω από το Ακοντίσμα ο άνεμος το χάραζε σε λεπτές κυματιστές γραμμές λες και έγραφε ένα αλφάβητο που ανήκε μόνο στις κορυφές, στις πλαγιές της Πρώτης γινόταν βαρύ και βαθύ από τις σκιές των οξιών, ενώ προς τη Μουσθένη κρατούσε ακόμη τα ίχνη από τις οπλές των ζαρκαδιών που είχαν περάσει τη νύχτα χωρίς να ταράξουν ούτε ένα κλαδί, περπατούσα αργά προσέχοντας να μη σβήσω αυτά τα σημάδια γιατί αισθανόμουν πως κάποιος θα επέστρεφε για να τα διαβάσει, τότε είδα έναν τυφλό γέροντα να ανεβαίνει μόνος του προς τις παλιές πέτρινες στάνες, δεν κρατούσε ραβδί, μόνο ένα μικρό χάλκινο κουδούνι προβάτου, κάθε λίγα βήματα το κουνούσε απαλά και περίμενε τον αντίλαλο, έτσι προσανατολιζόταν, όχι από τον ήχο αλλά από τη διάρκεια της σιωπής που ακολουθούσε, όταν στάθηκα δίπλα του μου αποκάλυψε πως οι πέτρες μιλούν περισσότερο όταν καλύπτονται από χιόνι γιατί τότε απαλλάσσονται από όλες τις περιττές φωνές του καλοκαιριού, δεν τον ξαναείδα ποτέ, όμως από τότε άρχισα να ακούω διαφορετικά τον χειμώνα, λίγο ψηλότερα, εκεί όπου οι ίταμοι επιμένουν να ζουν μέσα στον πάγο, στεκόταν μια γυναίκα τυλιγμένη με γκρίζο μαλλί προβάτου, χτένιζε αργά τις μακριές τούφες από λειχήνες που κρέμονταν πάνω στους βράχους σαν γέρικα γένια, κάθε φορά που τελείωνε άφηνε μία από αυτές να πέσει στο χιόνι, εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως είχα μπροστά μου τη Λήθη, όχι ποτάμι αλλά πρόσωπο, δεν έσβηνε τίποτε, μονάχα σκέπαζε απαλά όσα είχαν κουραστεί να υπάρχουν, όπως το χιόνι σκεπάζει έναν πεσμένο κορμό χωρίς να τον εξαφανίζει, την παρακολούθησα να κατεβαίνει προς το Παλαιοχώρι και να περνά μπροστά από τον Ορφέα χωρίς να τον αγγίξει, γιατί το τραγούδι του είχε ήδη γίνει πέτρα, συνέχισε προς τον Ήφαιστο που καθόταν στις παλιές καμίνους, εκείνος της πρόσφερε μια χούφτα στάχτη κι εκείνη την άφησε να σκορπίσει στον άνεμο σαν να ευλογούσε μια εργασία που είχε επιτέλους ολοκληρωθεί, ακόμη και οι Κάβειροι σταμάτησαν για λίγο τα σφυριά τους καθώς περνούσε, όχι από φόβο αλλά από ευγνωμοσύνη, γιατί γνώριζαν πως καμία μνήμη δεν αντέχει χωρίς μια δόση λήθης, όπως κανένα δέντρο δεν αντέχει αν κρατήσει όλα τα φύλλα του για πάντα, αργότερα, όταν έφτασα στις εγκαταλειμμένες πεζούλες κάτω από τη Νικήσιανη, βρήκα δεκάδες μικρούς σωρούς από βελανίδια τοποθετημένους με απόλυτη τάξη επάνω στις πέτρες, κανένας άνθρωπος δεν θα αφιέρωνε τόση φροντίδα σε μια τόσο ασήμαντη εργασία, τότε εμφανίστηκε ένας μπούφος και στάθηκε πάνω σε μια ξερή αγριομηλιά, δεν πέταξε, δεν έβγαλε φωνή, μόνο με κοίταξε με εκείνα τα μάτια που είχαν το χρώμα του παλιού μελιού και για μια στιγμή ένιωσα πως όλο το βουνό με παρατηρούσε μέσα από το βλέμμα του, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί πως ακόμη θυμάμαι να ξεχωρίζω το ουσιώδες από το εντυπωσιακό, γιατί εδώ καμία αποκάλυψη δεν έρχεται με θόρυβο, έρχεται όπως ωριμάζει ο ίταμος, όπως απλώνεται η λειχήνα, όπως γεμίζει μια σχισμή με χιόνι, όπως γερνά ένα κουδούνι κρεμασμένο έξω από μια άδεια στάνη, κι εκεί, ανάμεσα στους ίταμους, στα βελανίδια, στις λειχήνες, στους αντίλαλους του χιονιού και στις αργές κινήσεις της Λήθης, κατάλαβα πως το Παγγαίο δεν συντηρεί τον κόσμο με θαύματα αλλά με ανεπαίσθητες χειρονομίες που επαναλαμβάνονται επί χιλιάδες χρόνια, ώσπου ακόμη και ο χρόνος αρχίζει να τις μιμείται, την άνοιξη το Παγγαίο άλλαζε τρόπο σκέψης, δεν άνθιζαν μόνο τα δέντρα, άνθιζαν και οι πέτρες, πάνω στον γνεύσιο εμφανίζονταν μικρές πορτοκαλιές λειχήνες, στους υγρούς σχιστόλιθους απλώνονταν πράσινα βρύα που έμοιαζαν με χάρτες ξεχασμένων βασιλείων, οι πρώτες ανεμώνες φύτρωναν δίπλα σε κομμάτια χαλαζία σαν να γεννούσε το ίδιο το μέταλλο άνθη, τότε ακολουθούσα έναν μελισσοκόμο από τη Μεσορόπη που ανέβαζε τις κυψέλες του στις πλαγιές χωρίς να μιλά σχεδόν ποτέ, άφηνε κάθε κυψέλη δίπλα σε μια μεγάλη πέτρα και ακουμπούσε για λίγο την παλάμη του επάνω της, κάποτε τον ρώτησα γιατί ευλογεί τους βράχους πριν αφήσει τις μέλισσες, με κοίταξε απορημένος και μου απάντησε πως οι μέλισσες διαλέγουν πρώτα την πέτρα και ύστερα τα άνθη, γιατί η πέτρα γνωρίζει από πριν ποια άνοιξη θα κρατήσει περισσότερο, από τότε άρχισα να παρατηρώ τις μέλισσες σαν να ήταν ιέρειες ενός ναού που κανείς άνθρωπος δεν έχτισε, πετούσαν από τις ανθισμένες αγριοκερασιές στους ίταμους, από τις κουμαριές στα ξέφωτα με τις ορχιδέες, ύστερα χάνονταν προς τις χαράδρες όπου ούτε οι βοσκοί πλησίαζαν εύκολα, εκεί, μέσα στις σκιές των βράχων, είδα μια γυναίκα να γεμίζει μικρά πήλινα αγγεία με γύρη, δεν φορούσε στεφάνι ούτε χρυσά κοσμήματα, τα χέρια της είχαν το χρώμα του χώματος και τα νύχια της ήταν γεμάτα χώμα όπως κάθε ανθρώπου που εργάστηκε πολύ, κατάλαβα πως ήταν η Περσεφόνη μόνο όταν την είδα να χαμογελά στις πρώτες ανεμώνες, όχι σαν βασίλισσα αλλά σαν κάποια που επέστρεψε έπειτα από μακρύ ταξίδι και αναγνώρισε επιτέλους το σπίτι της, δεν ανέβαινε από τον Άδη, ανέβαινε από τις ίδιες τις στοές του Παγγαίου, κουβαλώντας μαζί της τη μυρωδιά της υγρής πέτρας και του σιδήρου, τότε οι Κάβειροι άφησαν για λίγο τα σφυριά τους και στάθηκαν όρθιοι χωρίς να μιλήσουν, σαν να υποδέχονταν την εποχή και όχι τη θεά, λίγο πιο πέρα ο Ερμής έδενε καινούργια κουδούνια στους λαιμούς των νεαρών προβάτων που θα ανέβαιναν το καλοκαίρι προς τα ψηλά λιβάδια, κάθε κουδούνι είχε διαφορετικό ήχο, λες και έπρεπε κάθε ζώο να κουβαλά τη δική του μικρή μουσική μέσα στο βουνό, ενώ ο Πάνας καθόταν μόνος του δίπλα σε μια ξερή κρανιά και άκουγε τα κουδούνια με τα μάτια κλειστά, δεν έπαιζε τον αυλό του, είχε αφήσει τη μουσική στα κοπάδια, στους βοσκούς, στις μέλισσες, στον άνεμο που περνούσε μέσα από τις φτέρες, τότε κατάλαβα πως η πιο μεγάλη σοφία δεν είναι να δημιουργείς τον κόσμο αλλά να τον αφήνεις να συνεχίζει μόνος του, κι εκείνη τη μέρα δεν συνάντησα ούτε έναν κεραυνό, ούτε ένα θαύμα, ούτε μια προφητεία, μόνο έναν γερασμένο μελισσοκόμο, τις μέλισσές του, την Περσεφόνη με τα χέρια γεμάτα γύρη, τον Πάνα που άκουγε τα κουδούνια των προβάτων σαν να ήταν η τελευταία μουσική του κόσμου και το Παγγαίο που μοσχοβολούσε θυμάρι, άγρια ρίγανη, ανθισμένη κουμαριά και βρεγμένο σίδηρο, τότε ένιωσα πως ακόμη και η άνοιξη εδώ δεν είναι μια εποχή αλλά μια αρχαία τελετουργία όπου άνθρωποι, θεοί, ζώα, φυτά και πέτρες θυμούνται για λίγο πως γεννήθηκαν από την ίδια ανάσα και επιστρέφουν αθόρυβα ο ένας μέσα στον άλλον χωρίς να χρειαστεί ποτέ να ειπωθεί ούτε μία λέξη ...το καλοκαίρι ανέβαινα προς τις ψηλές ράχες πριν ακόμη φανεί ο ήλιος, γιατί εκείνη την ώρα οι σκιές είχαν ακόμη βάρος και μπορούσαν να κρατήσουν μυστικά, οι δρόμοι προς το Αυγό μοσχοβολούσαν αγριοθυμάρι, ασφάκα και σιδερίτη, οι μέλισσες δεν είχαν ξυπνήσει ακόμη και μόνο οι σαύρες είχαν αρχίσει να ζεσταίνουν το σώμα τους επάνω στους επίπεδους βράχους, τότε συνάντησα έναν άνθρωπο που κουβαλούσε στην πλάτη του μια μεγάλη ξύλινη σκάφη γεμάτη νερό, κάθε τόσο σταματούσε και άδειαζε λίγο από αυτό μέσα σε φυσικές κοιλότητες του γνευσίου, τον παρακολούθησα για ώρα ώσπου τόλμησα να τον ρωτήσω ποιον ξεδιψά, χαμογέλασε σαν να είχε ξεχάσει πως υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται εξηγήσεις και μου μίλησε για το πώς οι πέτρες διψούν πρώτες και τα ζώα το γνωρίζουν καλύτερα από εμάς, έπειτα συνέχισε τον δρόμο του αφήνοντας πίσω του μικρές λεκάνες νερού όπου άρχισαν να συγκεντρώνονται σφήκες, σκαθάρια, σαύρες, κοκκινολαίμηδες και ένας φιδαετός που στάθηκε για λίγο χωρίς να κυνηγήσει τίποτε, εκεί φανερώθηκε πως ο άνθρωπος εκείνος υπηρετούσε μια λειτουργία πολύ αρχαιότερη από κάθε ναό, δεν έδινε νερό στα ζώα αλλά στη δίψα του ίδιου του βουνού, λίγο αργότερα, στις πλαγιές κάτω από το Πιλάφ Τεπέ, είδα την Εστία να κάθεται μπροστά σε έναν μικρό σωρό από στάχτες, δεν υπήρχε φωτιά, μόνο η μυρωδιά της, ανακάτευε αργά τη στάχτη με ένα κλαδί αρκεύθου σαν να έψαχνε μέσα της τις τελευταίες σπίθες του περασμένου χειμώνα, δεν άναβε καινούργια φλόγα, φύλαγε εκείνη που είχε απομείνει, γιατί κάθε καινούργια φωτιά γεννιέται πάντοτε από μια παλαιότερη, ποτέ από το κενό, τότε θυμήθηκα τους γέρους βοσκούς που κρατούσαν πάντα λίγη στάχτη μέσα στα σακούλια τους όταν άλλαζαν τόπο, όχι για να θυμούνται αλλά για να μη χρειαστεί ποτέ η φωτιά να αρχίσει από την αρχή, λίγο ψηλότερα, εκεί όπου οι φτέρες φτάνουν ως το γόνατο, μια αρκούδα στεκόταν όρθια μπροστά σε μια αγριοκερασιά και παρακολουθούσε τους καρπούς να πέφτουν μόνοι τους στο χώμα, δεν άγγιζε όσους βρίσκονταν ακόμη πάνω στα κλαδιά, περίμενε, κι εκείνη η υπομονή της μου φάνηκε πιο αρχαία από κάθε νόμο των ανθρώπων, λες και ήξερε πως κάθε πράγμα πρέπει πρώτα να παραδοθεί μόνο του πριν γίνει τροφή, τότε πέρασε από δίπλα της η Άρτεμις χωρίς τόξο, στάθηκε για λίγο απέναντί της και οι δυο τους έμειναν ακίνητες κοιτάζοντας η μία την άλλη, καμία δεν διεκδικούσε το δάσος γιατί το δάσος δεν ανήκει ποτέ σε εκείνον που το αγαπά περισσότερο αλλά σε εκείνον που περνά μέσα του αφήνοντας τα λιγότερα ίχνη, όταν έφτασα πάλι στις πέτρινες ποτίστρες των κοπαδιών, βρήκα έναν γέρο λιθοξόο να χαράζει μικρές κυματοειδείς γραμμές στο εσωτερικό τους, τον ρώτησα γιατί κουράζεται να σκαλίζει ένα μέρος που θα σκεπαστεί αμέσως από το νερό, μου απάντησε πως ακόμη και το νερό χρειάζεται κάτι να θυμάται όταν μένει μόνο του τη νύχτα, δεν πρόσθεσε άλλη λέξη, συνέχισε να χαράζει τις ίδιες γραμμές ώσπου έπεσε το πρώτο φως πάνω τους και για μια στιγμή οι χαράξεις έμοιαζαν με μικρές οροσειρές, τότε αισθάνθηκα πως ολόκληρο το Παγγαίο είναι γεμάτο από ανθρώπους που εργάζονται για πράγματα τα οποία κανείς δεν πρόκειται να προσέξει, κάποιος δροσίζει τις πέτρες, κάποιος φυλά τη στάχτη, κάποιος χαράζει το εσωτερικό μιας ποτίστρας, κάποιος αφήνει βελανίδια στις ρίζες μιας βελανιδιάς, κάποιος καθαρίζει μια εγκαταλειμμένη στοά χωρίς να περιμένει να επιστρέψει ποτέ μεταλλωρύχος, κι ίσως αυτοί να είναι οι τελευταίοι αληθινοί θεοί αυτού του βουνού, όχι επειδή κατέχουν κάποια δύναμη αλλά επειδή συνεχίζουν να φροντίζουν έναν κόσμο που θα μπορούσε κάλλιστα να υπάρξει και χωρίς αυτούς, με την ίδια ήρεμη αφοσίωση που μια πηγή συνεχίζει να αναβλύζει ακόμη κι όταν κανείς δεν σκύβει πια να πιει από τα νερά της, ένα απόγευμα του Αυγούστου, όταν ο ήλιος είχε χαμηλώσει αρκετά ώστε οι βράχοι να αρχίσουν πάλι να ανασαίνουν, βρέθηκα στις παλιές ξερολιθιές πάνω από τη Νικήσιανη, εκεί όπου οι αναβαθμίδες διασχίζουν την πλαγιά σαν λησμονημένες προτάσεις, καμία δεν τελειώνει εκεί όπου περιμένεις, καμία δεν οδηγεί ακριβώς στον επόμενο τοίχο, σαν να τις έχτισαν άνθρωποι που συνομιλούσαν περισσότερο με την κλίση του εδάφους παρά με την ευθεία, πέρασα πολλή ώρα αγγίζοντας τις πέτρες τους, καθεμία είχε διαφορετική θερμοκρασία, άλλες κρατούσαν ακόμη μέσα τους τον ήλιο, άλλες είχαν ήδη αρχίσει να γεμίζουν νύχτα, τότε συνάντησα έναν γέρο χτίστη, κουβαλούσε μόνο ένα μικρό σφυρί και μια σιδερένια σφήνα, στεκόταν μπροστά σε μια ξερολιθιά που είχε ανοίξει από τις βροχές του χειμώνα και αντί να την επισκευάσει άρχισε να αφαιρεί προσεκτικά μία μία τις πέτρες της, τις ακούμπησε όλες στο χώμα, τις καθάρισε από το χώμα και τα βρύα, τις γύρισε ανάποδα σαν να αναζητούσε το σωστό τους πρόσωπο και ύστερα τις τοποθέτησε ξανά χωρίς να χρησιμοποιήσει
ούτε μία καινούργια, τον ρώτησα γιατί δεν πρόσθεσε άλλη πέτρα, μου απάντησε πως κάθε τοίχος γνωρίζει ήδη πόσες πέτρες του αναλογούν και κάθε περίσσευμα γίνεται αλαζονεία, από τότε κάθε φορά που βλέπω μια ξερολιθιά σκέφτομαι πως ίσως έτσι οικοδομήθηκε και ο κόσμος, όχι με αφθονία αλλά με ακρίβεια, λίγο ψηλότερα, εκεί όπου ο άνεμος περνά ανάμεσα από τους αρκεύθους, στεκόταν η Νέμεσις, δεν κρατούσε ζυγαριά ούτε ξίφος, κρατούσε μια επίπεδη πέτρα και έτριβε επάνω της αργά τα γράμματα από μια αρχαία επιγραφή, κάθε τόσο σταματούσε, φυσούσε τη λευκή σκόνη του μαρμάρου και συνέχιζε, δεν τιμωρούσε κανέναν, αφαιρούσε μόνο εκείνη την υπερβολή που αφήνει πίσω της η ανθρώπινη φιλοδοξία όταν προσπαθεί να γίνει αιώνια, τότε είδα καθαρότερα πως ακόμη και οι επιγραφές κάποτε πρέπει να επιστρέψουν στην ανωνυμία τους για να μπορέσει η πέτρα να ανασάνει ξανά, εκείνη την ώρα ακούστηκε ένας παράξενος κρότος από τις χαράδρες του Αυγού, σήκωσα το βλέμμα περιμένοντας κατολίσθηση, αντί γι' αυτό είδα εκατοντάδες χελιδόνια να βγαίνουν μαζί από μια κάθετη σχισμή του βράχου, στριφογύρισαν για λίγο πάνω από τις κορυφές και ύστερα σκορπίστηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις σαν να μετέφεραν μικρά κομμάτια του ίδιου ουρανού, σκέφτηκα πως ίσως κάθε σπηλιά να κρατά μέσα της έναν ουρανό διπλωμένο που ανοίγει μόνο για λίγες στιγμές τον χρόνο, τότε εμφανίστηκε ένας γεροδεμένος άντρας με έναν σάκο γεμάτο σπόρους οξιάς, δεν τους έσπερνε όπου έβρισκε χώμα αλλά μόνο δίπλα σε πεσμένους κορμούς, σαν να γνώριζε πως το νέο δέντρο χρειάζεται πρώτα να συνομιλήσει με τον θάνατο ενός παλαιότερου για να μπορέσει να σταθεί όρθιο, δεν έμαθα ποτέ το όνομά του, ίσως να ήταν άνθρωπος, ίσως ο ίδιος ο Χρόνος, γιατί εργαζόταν με εκείνη τη βραδύτητα που δεν ανήκει σε κανένα θνητό, κι όταν χάθηκε μέσα στις οξιές έμεινα μόνος ανάμεσα στις ξερολιθιές, στους αρκεύθους, στα χελιδόνια και στις πέτρες που είχαν βρει ξανά τη θέση τους, τότε κατάλαβα πως το Παγγαίο δεν συντηρείται από τις μεγάλες αφηγήσεις που πλάθουν οι άνθρωποι αλλά από αμέτρητες μικρές πράξεις ισορροπίας που κανείς δεν θα καταγράψει ποτέ, έναν τοίχο που ξαναστήνεται με τις ίδιες πέτρες, έναν σπόρο που αφήνεται δίπλα σε έναν σάπιο κορμό, μια επιγραφή που επιστρέφει σιγά σιγά στη σιωπή της, ένα κοπάδι χελιδόνια που απελευθερώνει για λίγες μόνο αναπνοές τον κρυμμένο ουρανό του βουνού, κι ένιωσα πως ίσως η αληθινή αιωνιότητα να μην είναι η διάρκεια αλλά η αδιάκοπη φροντίδα της ισορροπίας ανάμεσα σε όλα όσα γεννιούνται και σε όλα όσα παραχωρούν τη θέση τους χωρίς θόρυβο, εκείνο το βράδυ έμεινα πάνω από τις ξερολιθιές μέχρι που το τελευταίο φως αποσύρθηκε από τις κορυφές και οι σκιές άρχισαν να ενώνονται μεταξύ τους σαν ποτάμια που επιστρέφουν στην ίδια θάλασσα, το Παγγαίο τότε αποκτούσε ένα άλλο πρόσωπο, ένα πρόσωπο που οι άνθρωποι σπάνια βλέπουν γιατί χρειάζεται η απουσία του ήλιου για να εμφανιστεί, οι πέτρες έχαναν το χρώμα τους και γίνονταν σχεδόν μαύρες, οι κορμοί των οξιών έμοιαζαν με παλιές κολόνες ενός ναού που εγκαταλείφθηκε πριν ακόμη χτιστεί, τα κουδούνια των κοπαδιών από τα ψηλά λιβάδια ακούγονταν μακρινά, όχι σαν ήχος ζώων αλλά σαν μνήμη ήχου, σαν κάτι που είχε συμβεί σε έναν άλλον χρόνο και συνέχιζε να φτάνει μέχρι εμένα, τότε είδα τον Χρόνο.
Δεν εμφανίστηκε ως γέρος, ούτε ως μορφή που κουβαλούσε κλεψύδρα, εμφανίστηκε σαν ένας άνθρωπος που επέστρεφε από τη δουλειά, με παλιά ρούχα, σκονισμένα χέρια και ένα μικρό μεταλλικό εργαλείο στη ζώνη του, κατέβαινε από τις παλιές στοές πάνω από το Παλαιοχώρι και κάθε λίγα βήματα σταματούσε για να εξετάσει μια ρωγμή στον βράχο, δεν έσπαζε τίποτε, δεν αφαιρούσε τίποτε, απλώς παρατηρούσε, λες και προσπαθούσε να καταλάβει πότε μια πέτρα είναι έτοιμη να αλλάξει μορφή, τον ακολούθησα χωρίς να μιλήσω και μετά από ώρα φτάσαμε σε μια μικρή κοιλότητα όπου υπήρχαν δεκάδες αντικείμενα τοποθετημένα με προσοχή, ένα σκουριασμένο μαχαίρι βοσκού, ένα ξύλινο κουδούνι προβάτου, ένα κομμάτι αρχαίου κεραμικού, ένα παιδικό παπούτσι, ένα σπασμένο κομμάτι αγαλματιδίου, ένα μεταλλωρυχικό εργαλείο, ένα μικρό σταυρό από ξύλο, όλα ακουμπούσαν δίπλα δίπλα χωρίς διαφορά ηλικίας ή αξίας, τότε ένιωσα πως ο Χρόνος δεν κρατά τα πράγματα επειδή είναι σημαντικά, τα κρατά επειδή κάποτε κάποιος τα άγγιξε με ολόκληρη την ύπαρξή του.
Στο βάθος της κοιλότητας υπήρχε μια μικρή λίμνη νερού, τόσο καθαρή ώστε δεν φαινόταν σαν νερό αλλά σαν άνοιγμα μέσα στη γη, έσκυψα και είδα μέσα της πρόσωπα που δεν γνώριζα, έναν Θράκα πολεμιστή με δέρμα καμένο από τον ήλιο, μια γυναίκα που κουβαλούσε ξύλα στις πλαγιές της αρχαίας Ηδωνίας, έναν μοναχό που έγραφε με κερί σε μια ξύλινη πλάκα, έναν μεταλλωρύχο που κρατούσε λύχνο μέσα στη σκοτεινή στοά, έναν βοσκό που κοιτούσε τα σύννεφα πάνω από το Αυγό, έναν άνθρωπο σαν εμένα που στεκόταν σιωπηλός μπροστά στην ίδια λίμνη χιλιάδες χρόνια αργότερα, εκεί φανερώθηκε πως η μνήμη δεν είναι κάτι που βρίσκεται πίσω μας, είναι κάτι που βρίσκεται από κάτω μας, ένα υπόγειο νερό που περνά κάτω από όλες τις εποχές και περιμένει κάποια στιγμή μια μικρή ρωγμή για να εμφανιστεί.
Όταν επέστρεψα στις πλαγιές, ο ουρανός είχε γεμίσει αστέρια, όμως δεν έμοιαζαν μακρινά, έμοιαζαν σαν μικρές τρύπες στην οροφή ενός τεράστιου πέτρινου ναού, σαν να μην κοιτούσα προς τα πάνω αλλά προς τα μέσα, προς ένα βάθος όπου ο ουρανός και η γη συναντιούνται, εκεί άκουσα για πρώτη φορά τον Πάνα να παίζει ξανά τον αυλό του, όχι με μουσική φτιαγμένη για ανθρώπινα αυτιά, αλλά με ήχους που έμοιαζαν με το τρίξιμο μιας πόρτας σε εγκαταλειμμένο σπίτι, με το σπάσιμο ενός κλαδιού μέσα στο δάσος, με τον αέρα που περνά από μια χαραμάδα, με την ανάσα ενός ζώου που κοιμάται, κι ένιωσα πως αυτή ήταν η πραγματική μουσική του κόσμου, όχι εκείνη που δημιουργεί αρμονία αλλά εκείνη που αποκαλύπτει το αόρατο χάσμα ανάμεσα στα πράγματα.
Από εκείνη τη νύχτα άρχισα να βλέπω το Παγγαίο σαν έναν τεράστιο ναό χωρίς είσοδο, όπου κάθε πλάσμα είναι ταυτόχρονα επισκέπτης και φύλακας, όπου ο άνθρωπος περνά για λίγο, ο θεός κουράζεται, το δέντρο γερνά, το ζώο εξαφανίζεται μέσα στο δάσος, η πέτρα σπάει, όμως τίποτε δεν εγκαταλείπει πραγματικά τον τόπο, όλα αλλάζουν θέση μέσα στην ίδια αργή κίνηση, όπως τα νερά του Αγγίτη που ταξιδεύουν κάτω από το σκοτάδι για να εμφανιστούν ξανά σε άλλο σημείο, κι εγώ συνέχισα να περπατώ, γνωρίζοντας πια πως κάθε μονοπάτι του Παγγαίου οδηγεί τελικά στο ίδιο σημείο, εκεί όπου ο άνθρωπος συναντά για πρώτη φορά την αρχαία αλήθεια που προσπάθησε πάντα να αποφύγει, πως ποτέ δεν υπήρξε ιδιοκτήτης του κόσμου, υπήρξε μόνο για λίγο η μνήμη του, μετά από εκείνη τη νύχτα άρχισα να ανεβαίνω στο Παγγαίο χωρίς να κρατώ τίποτε μαζί μου, ούτε χάρτες, ούτε σημειώσεις, ούτε την ανάγκη να θυμάμαι τη διαδρομή, γιατί κατάλαβα πως κάθε προσπάθεια να χαρτογραφήσω το βουνό ήταν ένας τρόπος να το μικρύνω, ενώ εκείνο υπήρχε πάντοτε πέρα από κάθε γραμμή και κάθε όνομα, τα μονοπάτια του άλλαζαν ανάλογα με την εποχή, με τη βροχή, με την πτώση ενός δέντρου, με την κίνηση ενός ζώου, σαν να αρνιόταν να γίνει αντικείμενο γνώσης και επέμενε να παραμένει σχέση, μια αργή συνομιλία ανάμεσα σε ό,τι γεννιέται και σε ό,τι επιστρέφει.
Μια μέρα ακολούθησα ένα παλιό μονοπάτι πάνω από τα Δωμάτια, ένα μονοπάτι που οι βοσκοί χρησιμοποιούσαν κάποτε για να ανεβάζουν τα κοπάδια στα θερινά λιβάδια, όμως όσο προχωρούσα τόσο λιγότερο έμοιαζε με δρόμο ανθρώπων και περισσότερο με ίχνος ζώου, με μια γραμμή που είχε χαραχτεί από χιλιάδες περάσματα χωρίς ποτέ κανείς να αποφασίσει πως δημιουργείται, εκεί βρήκα μια εγκαταλειμμένη στάνη, οι πέτρες της είχαν πρασινίσει από την υγρασία, η ξύλινη στέγη είχε καταρρεύσει και μέσα υπήρχαν ακόμη κομμάτια από μαλλί προβάτου μπλεγμένα στις σανίδες, ένα παλιό δοχείο νερού, ένα σκοινί κρεμασμένο σε έναν τοίχο, μικρά ίχνη μιας ζωής που είχε φύγει χωρίς να πάρει μαζί της τίποτε από τον τόπο.
Μέσα στη στάνη βρήκα έναν αυλό από καλάμι.
Δεν ήταν παλιός, δεν είχε κάποιο σημάδι που να τον έκανε ξεχωριστό, όμως όταν τον σήκωσα ένιωσα πως κρατούσα κάτι που είχε ακούσει περισσότερα από όσα μπορούσε ποτέ να τραγουδήσει, τον έφερα στα χείλη μου χωρίς να φυσήξω, και τότε ο αέρας που περνούσε από τη ρωγμή της πέτρας δημιούργησε μόνος του έναν ήχο, τόσο χαμηλό που έμοιαζε περισσότερο με ανάμνηση παρά με μουσική, τότε εμφανίστηκε ο Πάνας, όχι με τη μορφή του θεού που περιγράφουν οι άνθρωποι, αλλά σαν ένας γέρος βοσκός με τραχιά χέρια και βλέμμα που είχε δει περισσότερα καλοκαίρια από όσα μπορεί να αντέξει ένα πρόσωπο.
Κάθισε δίπλα μου χωρίς να μιλήσει.
Για ώρα ακούγαμε μαζί τον άνεμο.
Ύστερα μου είπε πως οι άνθρωποι έκαναν πάντα το ίδιο λάθος, προσπαθούσαν να δημιουργήσουν μουσική αντί να ακούσουν αυτή που υπάρχει ήδη μέσα στα πράγματα, και μου έδειξε τον τοίχο της στάνης, τις πέτρες, τις ρωγμές, τα βρύα, τα μικρά έντομα που περπατούσαν πάνω στον ασβεστόλιθο, μου θύμισε πως όλα αυτά είναι όργανα μιας τεράστιας συμφωνίας που άρχισε πριν υπάρξει άνθρωπος για να την ονομάσει.
Όταν έφυγε, δεν είδα πού πήγε.
Απλώς κάποια στιγμή η θέση δίπλα μου ήταν άδεια και ο αέρας είχε αλλάξει.
Κατέβηκα προς τη Μεσορόπη αργά, μέσα από τις καστανιές, και εκεί συνάντησα έναν άλλο φύλακα του βουνού, έναν νεαρό που μάζευε παλιούς σπόρους από φυτά που είχαν σχεδόν εξαφανιστεί, κουβαλούσε μικρά γυάλινα δοχεία με ονόματα γραμμένα επάνω τους, όμως τα περισσότερα ονόματα δεν ήταν πια γνωστά σε κανέναν, όταν τον ρώτησα γιατί κρατά φυτά που κανείς δεν θυμάται, μου απάντησε πως το όνομα ενός πράγματος πεθαίνει πολύ πριν πεθάνει το ίδιο το πράγμα, και πως κάποιος πρέπει να φυλά εκείνη τη μικρή στιγμή πριν η σιωπή γίνει οριστική.
Τότε σκέφτηκα πως ίσως αυτό είναι το πραγματικό έργο του ανθρώπου πάνω στη γη.
Όχι να κατακτήσει.
Όχι να εξηγήσει.
Να παραδώσει.
Να κρατήσει για λίγο μέσα στα χέρια του κάτι εύθραυστο και ύστερα να το αφήσει να συνεχίσει μόνο του.
Όπως κάνει το Παγγαίο.
Κρατά μέσα του τους Ηδωνούς, τους Σάτρες, τους μεταλλωρύχους, τους βοσκούς, τους μοναχούς, τους θεούς και τα ζώα, όχι σαν μουσείο νεκρών πραγμάτων αλλά σαν ζωντανή υπόγεια ροή, σαν τον Αγγίτη που ταξιδεύει κρυφά μέσα στο σκοτάδι πριν ξαναφανεί στο φως.
Και τότε είδα καθαρότερα πως ίσως η μεγαλύτερη αγωνία του θανάτου δεν είναι η εξαφάνιση του σώματος αλλά η απώλεια της σχέσης, η στιγμή που ο άνθρωπος παύει να ακούει τον άνεμο μέσα στον αυλό, το νερό μέσα στην πέτρα, τη φωνή των δέντρων μέσα στη σιωπή.
Γιατί όσο υπάρχει αυτή η ακρόαση, όσο υπάρχει αυτή η λεπτή γέφυρα ανάμεσα σε εμάς και στο αρχαίο σώμα της γης, κανείς δεν χάνεται πραγματικά.
Απλώς αλλάζει μορφή και επιστρέφει στο μεγάλο όνειρο του βουνού.
Εκείνη την περίοδο άρχισα να κατεβαίνω βαθύτερα στο Παγγαίο, όχι προς τις κορυφές αλλά προς τα χαμηλότερα μέρη του, εκεί όπου ο άνθρωπος άφησε τα περισσότερα σημάδια και ο χρόνος εργάστηκε περισσότερο για να τα μεταμορφώσει, προς τα παλιά μονοπάτια των ξυλοκόπων, προς τα ξεχασμένα χωράφια ανάμεσα στη Μουσθένη και στα Δωμάτια, προς τα σημεία όπου οι ξερολιθιές έχουν αρχίσει να επιστρέφουν στο χώμα από όπου γεννήθηκαν, εκεί συνάντησα έναν άνθρωπο που συνέλεγε ήχους.
Δεν κρατούσε μηχανήματα ούτε παράξενα εργαλεία, μόνο ένα μικρό ξύλινο κουτί με ένα άνοιγμα στο επάνω μέρος, το άφηνε σε διαφορετικά σημεία του βουνού και περίμενε, όταν τον ρώτησα τι περιμένει, μου αποκάλυψε πως περιμένει αυτά που οι άνθρωποι αφήνουν πίσω όταν φεύγουν.
Έμεινα μαζί του όλη την ημέρα.
Στο πρώτο σημείο καταγράφηκε ο άνεμος που περνούσε μέσα από τους αρκεύθους, στο δεύτερο το νερό που έπεφτε από μια πηγή πάνω σε σπασμένα κομμάτια μαρμάρου, στο τρίτο το μακρινό κουδούνισμα ενός κοπαδιού που είχε χαθεί πίσω από μια κορυφογραμμή, όμως το βράδυ, όταν άνοιξε το κουτί, άκουσα κάτι που δεν περίμενα.
Άκουσα βήματα.
Όχι ένα ζώο, όχι έναν άνθρωπο που περνούσε εκείνη τη στιγμή.
Βήματα παλιά.
Βήματα που είχαν μείνει μέσα στον τόπο.
Τότε μου μίλησε για το πώς κάθε βουνό κρατά μέσα του έναν δεύτερο δρόμο, έναν δρόμο από κινήσεις που έχουν συμβεί και συνεχίζουν να υπάρχουν χωρίς σώμα, πως οι άνθρωποι αφήνουν πίσω τους όχι μόνο αντικείμενα αλλά και τρόπους να περπατούν, τρόπους να αγγίζουν, τρόπους να κοιτούν.
Κι εκείνη τη νύχτα άρχισα να σκέφτομαι τον Χάροντα.
Όχι όπως τον περιγράφουν οι ιστορίες, ως φύλακα ενός ποταμού κάτω από τη γη, αλλά ως έναν μοναχικό βαρκάρη που είχε κουραστεί να μεταφέρει νεκρούς και είχε εγκατασταθεί στο Παγγαίο για να μάθει επιτέλους πώς ζουν οι ζωντανοί.
Τον είδα κοντά σε μια μικρή λίμνη πάνω από τον Αγγίτη.
Η βάρκα του ήταν δεμένη σε μια όχθη γεμάτη φτέρες, όμως ποτέ δεν την έλυνε.
Καθόταν μόνος και παρατηρούσε τα έντομα που περπατούσαν πάνω στο νερό, τα φύλλα που έπεφταν και συνέχιζαν το ταξίδι τους, τις αντανακλάσεις των δέντρων που διαλύονταν με τον άνεμο.
Είχε καταλάβει κάτι που κανένας άνθρωπος δεν θέλει να παραδεχτεί, πως ο θάνατος δεν είναι ένα πέρασμα προς έναν άλλο κόσμο, αλλά μια επιστροφή σε έναν κόσμο που ήταν πάντοτε εδώ.
Γι' αυτό είχε αφήσει τη βάρκα του.
Δεν υπήρχε πια απέναντι όχθη.
Υπήρχε μόνο το νερό που μετακινούνταν.
Πέρασα πολλές ώρες δίπλα του χωρίς να μιλήσουμε, και όταν σηκώθηκα να φύγω μου έδωσε ένα μικρό κομμάτι ξύλο από παλιά βάρκα, μου είπε να το κρατήσω όχι ως φυλαχτό αλλά ως υπενθύμιση πως κάθε πράγμα που ταξιδεύει κάποτε γίνεται μέρος της διαδρομής του.
Το κράτησα μέσα στην παλάμη μου καθώς ανέβαινα προς το Ακοντίσμα.
Εκεί, μέσα στην τελευταία ακτίνα του ήλιου, είδα για πρώτη φορά τον Κρόνο.
Δεν έμοιαζε με θεό.
Έμοιαζε με έναν παλιό εργάτη που είχε μείνει μόνος μετά το τέλος μιας μεγάλης εργασίας.
Καθόταν πάνω σε έναν βράχο και χάραζε κύκλους στο χώμα με ένα ξύλο.
Τον ρώτησα τι κάνει.
Μου είπε πως μετρά πόσες φορές ο άνθρωπος προσπαθεί να ξεφύγει από αυτό που είναι.
Οι κύκλοι του ήταν πολλοί.
Πάρα πολλοί.
Και μέσα σε όλους υπήρχε το ίδιο σημείο.
Το ίδιο κέντρο.
Τότε κατάλαβα πως ίσως αυτό που ονομάζουμε ζωή είναι η αργή πορεία γύρω από ένα κέντρο που δεν βλέπουμε ποτέ, και πως όλη η αγωνία μας γεννιέται επειδή πιστεύουμε πως ο δρόμος είναι ευθεία ενώ πάντοτε επιστρέφουμε στο ίδιο αρχαίο σημείο.
Το Παγγαίο το γνώριζε αυτό πριν από εμάς.
Οι πέτρες του το γνώριζαν.
Οι ρίζες του το γνώριζαν.
Ο Αγγίτης το γνώριζε καθώς ταξίδευε κρυφά μέσα στη γη.
Και ίσως γι' αυτό το βουνό παρέμενε τόσο ήρεμο μπροστά στον άνθρωπο.
Γιατί είχε ήδη δει να περνούν αυτοκρατορίες, θεοί, γλώσσες, λαοί και ονόματα.
Είχε δει όλα όσα εμείς ονομάζουμε αιωνιότητα να περνούν σαν μια σύντομη σκιά πάνω από τον γνεύσιο.
Και ακόμη περίμενε.
Όχι κάποιον να το κατακτήσει.
Κάποιον να σταθεί για λίγο ακίνητος και να ακούσει και από εκείνη τη στιγμή άρχισα να βαδίζω διαφορετικά, γιατί το Παγγαίο είχε αρχίσει να μου αποκαλύπτει πως ο δρόμος δεν είναι μια γραμμή που οδηγεί κάπου αλλά ένα πλάσμα που αλλάζει μαζί με εκείνον που το διασχίζει, κάθε μονοπάτι είχε τη δική του μνήμη, κάθε πέτρα τη δική της θερμοκρασία, κάθε σκιά τη δική της ηλικία, κι έτσι μια μέρα άφησα πίσω τις γνωστές διαδρομές και πήρα έναν παλιό δρόμο που κατέβαινε προς τις βόρειες πλαγιές, εκεί όπου οι άνθρωποι είχαν κάποτε μεταφέρει ξυλεία, μέταλλα και ζώα, εκεί όπου οι φωνές τους είχαν μείνει ανάμεσα στα δέντρα σαν λεπτές στρώσεις καπνού πάνω από έναν παλιό τοίχο
ο δρόμος με οδήγησε σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό που κανείς πια δεν κατοικούσε, τα σπίτια του είχαν γείρει το ένα προς το άλλο σαν γέροντες που στηρίζονται για να συνεχίσουν μια συζήτηση, οι πόρτες είχαν ανοίξει από μόνες τους, τα παράθυρα κοιτούσαν προς το δάσος χωρίς τζάμια, μέσα σε ένα από τα σπίτια βρήκα ένα τραπέζι στρωμένο ακόμη με πήλινα πιάτα, όχι σαν κάποιος να είχε φύγει βιαστικά αλλά σαν να περίμενε να επιστρέψει ύστερα από έναν ύπνο που κράτησε αιώνες, πάνω στον τοίχο υπήρχε μια ζωγραφιά ενός βουνού, όμως το βουνό που είχε ζωγραφίσει ο άγνωστος άνθρωπος δεν έμοιαζε με το Παγγαίο που έβλεπα έξω από το παράθυρο, είχε περισσότερες κορυφές, περισσότερα ποτάμια, περισσότερα μονοπάτια, σαν να είχε ζωγραφίσει όχι τη μορφή του αλλά το εσωτερικό του
τότε εμφανίστηκε ένας γέρος ζωγράφος που καθόταν στην αυλή και ανακάτευε χώμα με νερό για να φτιάξει χρώματα, δεν με ρώτησε ποιος είμαι, ούτε γιατί μπήκα στο σπίτι του, μόνο μου είπε πως οι άνθρωποι ζωγραφίζουν τον κόσμο όταν φοβούνται πως θα τον χάσουν, αλλά το βουνό ζωγραφίζει εμάς κάθε μέρα χωρίς να χρησιμοποιεί χρώματα, μας χαράζει με τον άνεμο, μας σκοτεινιάζει με τις σκιές, μας αλλάζει με τις εποχές, μας αφήνει πάνω του όπως αφήνει η βροχή μικρές γραμμές στον βράχο
τον ρώτησα τι ζωγραφίζει τώρα
μου απάντησε πως ζωγραφίζει έναν άνθρωπο που ακόμη δεν έχει γεννηθεί αλλά θα περπατήσει κάποτε στο ίδιο μονοπάτι και θα νομίσει πως το ανακάλυψε μόνος του
ύστερα πήρε λίγο χώμα από την αυλή και το άφησε μέσα σε ένα μικρό δοχείο, μου θύμισε πως κάθε τόπος έχει ένα χρώμα που δεν φαίνεται με τα μάτια, μόνο με τη μνήμη, και πως το Παγγαίο έχει το χρώμα εκείνων που έφυγαν αλλά άφησαν πίσω τους έναν τρόπο να στέκονται απέναντι στον κόσμο
καθώς έφευγα από το χωριό είδα πάνω σε μια πέτρα χαραγμένο ένα σύμβολο που δεν αναγνώρισα, δεν έμοιαζε με γράμμα ούτε με αρχαίο σημάδι, έμοιαζε περισσότερο με δρόμο που επέστρεφε συνεχώς στον εαυτό του, το άγγιξα και ένιωσα μια παράξενη θερμότητα, λες και είχε κρατήσει η πέτρα την παλάμη κάποιου που την άγγιξε πριν από χιλιάδες χρόνια
τότε εμφανίστηκε ο Ιανός, ο θεός των περασμάτων, όχι σε πύλες πόλεων αλλά στα όρια ανάμεσα στα δάση και στις πέτρες, είχε δύο πρόσωπα, όμως κανένα δεν κοιτούσε μπροστά ή πίσω, το ένα κοιτούσε προς τον άνθρωπο και το άλλο προς το βουνό, μου αποκάλυψε πως όλοι οι δρόμοι έχουν δύο κατευθύνσεις, αυτή που ακολουθεί το σώμα και αυτή που ακολουθεί η μνήμη, και πως ο άνθρωπος χάνεται όταν ξεχνά πως περπατά και στις δύο ταυτόχρονα
τότε κατάλαβα πως το Παγγαίο είναι γεμάτο πύλες που δεν φαίνονται, μια πύλη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο πέτρες, μια άλλη ανάμεσα σε δύο εποχές, μια άλλη ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, μια άλλη ανάμεσα στον άνθρωπο που πιστεύει πως γνωρίζει και στον άνθρωπο που αρχίζει να ακούει
και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που οι αρχαίοι έψαχναν εδώ θεούς, όχι επειδή οι θεοί κατοικούσαν στις κορυφές αλλά επειδή το ίδιο το βουνό δημιουργούσε εκείνη την παράξενη κατάσταση όπου ο άνθρωπος παύει για λίγο να είναι μόνο άνθρωπος και γίνεται κάτι ενδιάμεσο, ένα πλάσμα ανάμεσα στη σάρκα και στη μνήμη, ανάμεσα στο χώμα και στον ουρανό, ανάμεσα σε αυτό που τελειώνει και σε αυτό που συνεχίζει χωρίς όνομα
κι εγώ συνέχισα να περπατώ προς το βράδυ, μέσα από τις παλιές αυλές, τα εγκαταλειμμένα μονοπάτια, τις σκιές των οξιών, ακούγοντας πίσω μου το χωριό να επιστρέφει σιγά σιγά στη σιωπή του, όχι σαν κάτι νεκρό αλλά σαν κάτι που περίμενε υπομονετικά την επόμενη φωνή, το επόμενο βήμα, τον επόμενο άνθρωπο που θα σταθεί για λίγο μέσα στην καρδιά του και θα ανακαλύψει πως το Παγγαίο ποτέ δεν
μιλά σε εκείνους που ζητούν απαντήσεις, μιλά μόνο σε εκείνους που έχουν μάθει να κατοικούν μέσα στις ερωτήσεις και τότε ένιωσα πως το Παγγαίο δεν είχε ποτέ πραγματικά ξεχωρίσει τους αιώνες, μέσα του η εποχή των Ηδωνών συνέχιζε να ανασαίνει δίπλα στην εποχή των μοναχών, οι αρχαίες θυσίες συνέχιζαν να καίνε κάτω από τις στάχτες των εγκαταλειμμένων εστιών, οι φωνές των Σατρών περνούσαν ακόμη ανάμεσα στα μαυρόπευκα και στις κορυφές του Ακοντίσματος, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ εκείνη η μεγάλη ρωγμή που οι άνθρωποι ονόμασαν χρόνο, γιατί ο χρόνος εδώ δεν προχωρούσε, βυθιζόταν, κατέβαινε σαν υπόγειο ποτάμι κάτω από τις πέτρες, κάτω από τις ρίζες, κάτω από τις παλιές στοές των μεταλλωρύχων, μέχρι εκεί όπου οι Κάβειροι φύλαγαν ακόμη την πρώτη φωτιά του κόσμου
εκεί συνάντησα τον Προμηθέα
όχι δεμένο σε βράχο όπως τον θυμούνται οι άνθρωποι, αλλά ελεύθερο και πιο δυστυχισμένο από ποτέ, γιατί η τιμωρία του δεν ήταν πλέον ο αετός που έτρωγε το συκώτι του, η τιμωρία του ήταν ότι θυμόταν, θυμόταν κάθε φωτιά που είχε δοθεί στους ανθρώπους, κάθε πόλεμο που γεννήθηκε από αυτή, κάθε πόλη που υψώθηκε και κάθε πόλη που έγινε στάχτη, καθόταν κοντά στις παλιές καμίνους της Νικήσιανης και κοιτούσε τους ανθρώπους να ψάχνουν ακόμη μέσα στη γη για δύναμη, ενώ εκείνος γνώριζε πως η μεγαλύτερη φωτιά δεν βρίσκεται στο μέταλλο αλλά στην επιθυμία του ανθρώπου να ξεπεράσει τα όριά του
μου μίλησε για το πώς η φωτιά που έκλεψε δεν ήταν ποτέ δική του, ήταν ένα κομμάτι από τον ίδιο τον θυμό της γης, μια μικρή ανάμνηση από την εποχή που οι πέτρες ήταν ακόμη θάλασσες και τα βουνά γεννιόνταν από τη σύγκρουση των αρχαίων δυνάμεων, μου είπε πως κάθε φορά που ένας άνθρωπος ανάβει μια φωτιά στο Παγγαίο, ξυπνά για λίγο εκείνη η πρώτη στιγμή της δημιουργίας, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη άμορφος και οι θεοί περιπλανιόνταν μέσα στο χάος αναζητώντας μορφή
από εκεί κατέβηκα προς το φαράγγι του Αγγίτη, όπου ο Αχέρων δεν ήταν ποτάμι θανάτου αλλά ένας παλιός φύλακας των μυστικών νερών, στεκόταν μέσα στην ομίχλη με το σώμα του γεμάτο φύκια και πέτρες, κρατούσε ένα μαύρο δοχείο γεμάτο με νερό από υπόγειες πηγές που κανείς άνθρωπος δεν είχε δει, μου θύμισε πως οι νεκροί δεν ταξιδεύουν προς τον Άδη, ταξιδεύουν προς τη μνήμη, και πως ο πραγματικός Άδης βρίσκεται εκεί όπου κανείς δεν θυμάται πια το όνομά σου
τότε είδα την Περσεφόνη να ανεβαίνει από τις σκοτεινές κοιλότητες κάτω από το Πιλάφ Τεπέ, όχι με τη θλίψη εκείνης που επιστρέφει από τον κάτω κόσμο αλλά με τη γαλήνη εκείνης που γνωρίζει και τις δύο πλευρές της ύπαρξης, στα χέρια της κρατούσε μαύρους σπόρους ροδιού και τους φύτευε στις άκρες των μονοπατιών, εκεί όπου οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει να περπατούν, γιατί γνώριζε πως κάθε τέλος κρύβει μέσα του έναν σπόρο μιας νέας αρχής, όχι σαν ελπίδα αλλά σαν φυσικό νόμο της γης
ψηλότερα, στις κορυφές πάνω από το Αυγό, ο Αίολος είχε φυλακίσει τους ανέμους του σε πέτρινες σπηλιές, όχι γιατί φοβόταν την καταστροφή τους αλλά γιατί φοβόταν τη σιωπή που θα ερχόταν αν κάποτε σταματούσαν να κινούν τον κόσμο, κάθε νύχτα άνοιγε μία από τις πύλες και άφηνε έναν άνεμο να περάσει, τον Βοριά που κατέβαινε από τα βόρεια δάση, τον Νότο που έφερνε μυρωδιά από τη θάλασσα, τον Ζέφυρο που περνούσε απαλά από τις καστανιές της Μουσθένης, τον Εύρο που έφερνε μαζί του σκόνη από μακρινούς τόπους που κανείς πια δεν θυμόταν
και κάτω από όλα αυτά, μέσα στις βαθιές φλέβες του βουνού, ο Κρόνος συνέχιζε το έργο του
δεν έτρωγε πια τα παιδιά του
έτρωγε τον χρόνο
κάθε αυγή κατάπινε μια στιγμή από τον κόσμο και κάθε σούρουπο την επέστρεφε μεταμορφωμένη, μια πέτρα γινόταν χώμα, ένα δέντρο γινόταν μνήμη, ένας άνθρωπος γινόταν ιστορία, ένας θεός γινόταν ψίθυρος μέσα στον άνεμο
κι εγώ περπατούσα ανάμεσα σε όλους αυτούς, ανάμεσα στον Προμηθέα, την Περσεφόνη, τον Αίολο, τον Κρόνο, τους Κάβειρους, τον Ορφέα, τη Βενδίδα και τις αρχαίες σκιές των Ηδωνών, μέσα στις πλαγιές της Νικήσιανης, της Μεσορόπης, της Μουσθένης, του Παλαιοχωρίου, του Ακοντίσματος και του Αυγού, και άρχισα να καταλαβαίνω πως ίσως το Παγγαίο δεν είναι ένας τόπος όπου κατοίκησαν κάποτε οι θεοί αλλά ο τόπος όπου οι θεοί παρέμειναν όταν όλοι οι άλλοι τόποι τους ξέχασαν
και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που το βουνό μοιάζει τόσο βαρύ, γιατί κάτω από τις πέτρες του δεν κρατά μόνο νερό, χρυσό και μέταλλα, κρατά τις τελευταίες αναπνοές ενός κόσμου που αρνήθηκε να πεθάνει
και τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως οι θεοί του Παγγαίου δεν είχαν ποτέ φύγει, απλώς είχαν αλλάξει μορφή, είχαν αφήσει τα αγάλματα, τους βωμούς και τα ονόματα που τους έδωσαν οι άνθρωποι και είχαν επιστρέψει στην αρχική τους κατάσταση, έγιναν άνεμος, νερό, μέταλλο, ρίζα, σκιά, έγιναν οι αόρατες δυνάμεις που κινούν το βουνό χωρίς να ζητούν λατρεία, γιατί ο αληθινός θεός δεν κατοικεί σε ναούς αλλά σε εκείνο το σημείο όπου η ύλη αρχίζει να θυμάται πως κάποτε ήταν χάος
μια νύχτα ανέβηκα προς την κορυφή του Πιλάφ Τεπέ κάτω από έναν ουρανό τόσο καθαρό που τα αστέρια έμοιαζαν σαν καρφιά καρφωμένα πάνω στο μαύρο δέρμα της νύχτας, εκεί συνάντησα τον Φόβο και τον Δείμο, τους δύο γιους του Άρη, όμως δεν ήταν πολεμιστές όπως τους φαντάζονταν οι παλιοί, δεν κρατούσαν ασπίδες ούτε δόρατα, κάθονταν δίπλα σε μια παλιά πέτρινη στάνη και κοιτούσαν τα άδεια λιβάδια, είχαν κουραστεί από τους πολέμους των ανθρώπων, είχαν δει τόσες σημαίες να υψώνονται και τόσα ονόματα να σβήνουν ώστε ο ίδιος ο πόλεμος τους φαινόταν πλέον σαν μια παιδική ασθένεια του κόσμου
ο Δείμος μου αποκάλυψε πως ο μεγαλύτερος φόβος του ανθρώπου δεν είναι ο θάνατος αλλά η στιγμή που θα κοιτάξει μέσα του και θα ανακαλύψει πως όλη του η ζωή ήταν μια προσπάθεια να ξεφύγει από τη σιωπή που τον γέννησε, ο Φόβος όμως δεν μίλησε, μόνο άγγιξε μια πέτρα δίπλα του και η πέτρα έγινε για μια στιγμή διάφανη, μέσα της είδα εκατομμύρια μικρές κινήσεις, νερά που περνούσαν, μέταλλα που δημιουργούνταν, ρίζες που μεγάλωναν, σώματα που γεννιόνταν και χάνονταν, και κατάλαβα πως ακόμη και ο φόβος έχει μια αρχαία σοφία, γιατί μας θυμίζει πως στεκόμαστε πάνω σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από εμάς
κατέβηκα προς την Εικοσιφοίνισσα μέσα από το δάσος όταν η αυγή άρχισε να διαλύει τη νύχτα, εκεί συνάντησα την Εκάτη, όχι στις πύλες του Άδη αλλά σε ένα τρίστρατο όπου ενώνονταν τρία παλιά μονοπάτια, ένα οδηγούσε προς τις κορυφές, ένα προς τις πηγές και ένα προς τις παλιές κατοικίες των ανθρώπων, κρατούσε τρία κλειδιά φτιαγμένα από διαφορετικά μέταλλα, χαλκό, σίδηρο και ασήμι, μου μίλησε για το πώς κάθε άνθρωπος περνά κάποτε από αυτές τις τρεις πύλες, τη γέννηση, τη γνώση και την απώλεια, όμως λίγοι καταλαβαίνουν πως και οι τρεις οδηγούν στο ίδιο μέρος
την ακολούθησα για λίγο και φτάσαμε σε μια σπηλιά όπου στους τοίχους υπήρχαν χαραγμένα σύμβολα από διαφορετικές εποχές, θρακικά σημάδια, αρχαίες ελληνικές λέξεις, χριστιανικοί σταυροί, ονόματα ανθρώπων που κανείς δεν θυμάται πια, η Εκάτη ακούμπησε το χέρι της στον βράχο και μου είπε πως το Παγγαίο είναι ένας τόπος όπου όλες οι θρησκείες συναντήθηκαν χωρίς ποτέ να νικήσει η μία την άλλη, γιατί η γη δέχεται όλες τις μορφές που παίρνει η ανθρώπινη ανάγκη να μιλήσει με το άγνωστο
τότε εμφανίστηκε ο Απόλλων, όμως δεν κρατούσε λύρα ούτε είχε το φως που του έδωσαν οι ποιητές, ήταν ένας μοναχικός περιπλανώμενος με μάτια γεμάτα θλίψη, περπατούσε ανάμεσα στα έλατα και στις οξιές αναζητώντας έναν ήχο που είχε χάσει, τον ρώτησα τι ψάχνει και μου θύμισε πως ψάχνει την πρώτη μουσική, εκείνη που υπήρχε πριν υπάρξει άνθρωπος για να την ακούσει, πριν υπάρξει όργανο, πριν υπάρξει ακόμη και θεός για να την ονομάσει
τον είδα να σκύβει πάνω από μια πηγή κοντά στη Μουσθένη και να ακούει το νερό για ώρες, σαν να περίμενε μέσα στον ήχο του να βρει την αρχή των πάντων, τότε ένιωσα πως ακόμη και ο θεός του φωτός ήταν ένας αναζητητής του σκοταδιού από όπου γεννήθηκε κάθε φως
κι όσο περνούσαν οι μέρες στο Παγγαίο τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως η αγωνία του θανάτου δεν ήταν μόνο ανθρώπινη, την κουβαλούσαν και οι θεοί, ο Δίας φοβόταν τη λήθη, ο Απόλλων φοβόταν πως θα χάσει τον πρώτο ήχο, ο Προμηθέας κουβαλούσε το βάρος της φωτιάς, η Περσεφόνη το βάρος της επιστροφής, ο Κρόνος το βάρος του χρόνου, όλοι ήταν φυλακισμένοι μέσα στη δική τους αιωνιότητα
και ίσως αυτό ήταν το μυστικό του Παγγαίου, πως εδώ ακόμη και οι αθάνατοι έμαθαν πως η αιωνιότητα δεν είναι λύτρωση αλλά μια ατελείωτη πορεία μέσα στο ίδιο αρχαίο ερώτημα, ποιοι είμαστε όταν όλα όσα μας ορίζουν αρχίζουν σιγά σιγά να επιστρέφουν στη γη και ύστερα από εκείνη τη συνάντηση άρχισα να ανεβαίνω προς τις κορυφές πριν ακόμη χαράξει, γιατί είχα καταλάβει πως οι θεοί εμφανίζονται στις ώρες που ο κόσμος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, ανάμεσα στη νύχτα και στην ημέρα, ανάμεσα στον ύπνο και στην εγρήγορση, ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, εκεί όπου τίποτε δεν έχει ακόμη αποφασίσει τη μορφή του
πάνω από τη Μουσθένη, μέσα σε μια κοιλάδα όπου οι ομίχλες κρατούσαν ακόμη τη νύχτα φυλακισμένη, συνάντησα τον Μορφέα, δεν ήταν ένας θεός με φτερά και όνειρα όπως τον ζωγράφισαν οι άνθρωποι, ήταν ένας πλανόδιος βοσκός που κοιμόταν κάτω από μια αρχαία καστανιά, γύρω του τα πρόβατα είχαν ξαπλώσει ακίνητα και κανένα κουδούνι δεν ακουγόταν, όταν πλησίασα είδα πως κάθε πρόβατο είχε πάνω στο τρίχωμά του μικρές σταγόνες νερού που αντανακλούσαν εικόνες από άλλους κόσμους, ο Μορφέας άνοιξε τα μάτια του και μου αποκάλυψε πως τα όνειρα δεν έρχονται στους ανθρώπους από τον ουρανό, γεννιούνται από όσα η γη δεν κατάφερε ακόμη να ξεχάσει
μου έδειξε το έδαφος κάτω από την καστανιά, εκεί υπήρχαν μικρά κομμάτια από αρχαία αγγεία, θραύσματα εργαλείων, κόκαλα ζώων, κομμάτια ξύλου, όλα ανακατεμένα μέσα στο χώμα, μου μίλησε για το πώς κάθε νύχτα οι νεκρές εποχές ονειρεύονται τους ανθρώπους που τις περπάτησαν και κάθε άνθρωπος που κοιμάται στο Παγγαίο γίνεται για λίγο το όνειρο κάποιου άλλου, ενός βοσκού που έζησε πριν χιλιάδες χρόνια, ενός μεταλλωρύχου που κατέβηκε στις στοές της Νικήσιανης, μιας γυναίκας που άναψε φωτιά σε μια πέτρινη καλύβα, ενός παιδιού που κοίταξε για πρώτη φορά τον χιονισμένο όγκο του βουνού και ένιωσε φόβο και θαυμασμό μαζί
εκεί φανερώθηκε πως ο ύπνος δεν είναι απομάκρυνση από τον κόσμο αλλά επιστροφή σε έναν βαθύτερο κόσμο, έναν κόσμο όπου όλα τα πρόσωπα που χάθηκαν συνεχίζουν να αναπνέουν χωρίς σώμα
προχωρώντας προς το Ακοντίσμα συνάντησα τον Άρη, όμως και εκείνος είχε αλλάξει, δεν ήταν ο θεός της μάχης που κουβαλούσε αίμα και οργή, στεκόταν μόνος ανάμεσα σε παλιές πολεμίστρες που είχαν καταρρεύσει και καθάριζε τις πέτρες από τα βρύα, όταν τον ρώτησα γιατί ένας θεός του πολέμου καθαρίζει πέτρες αντί να κρατά όπλο, μου απάντησε πως έπειτα από τόσους αιώνες πολέμου κατάλαβε πως η μεγαλύτερη μάχη δεν γίνεται ανάμεσα σε στρατούς αλλά ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάγκη του να καταστρέφει ό,τι φοβάται
κρατούσε ένα παλιό δόρυ σπασμένο στη μέση, το είχε χρησιμοποιήσει ως στήριγμα για μια μικρή άγρια μηλιά που φύτρωνε μέσα από έναν βράχο, μου είπε πως αυτή ήταν η μόνη νίκη που άξιζε να θυμάται, ένα όπλο που έγινε στήριγμα ζωής
εκείνη τη στιγμή είδα πως ακόμη και ο Άρης μπορούσε να αλλάξει, πως ακόμη και η βία μέσα στους αιώνες κουράζεται και αναζητά έναν άλλο τρόπο ύπαρξης
λίγο αργότερα, στις πηγές πάνω από τον Αγγίτη, εμφανίστηκε η Αφροδίτη, όχι μέσα σε θάλασσα αλλά μέσα από το νερό μιας μικρής πηγής ανάμεσα στους βράχους, δεν είχε την ομορφιά των αγαλμάτων, είχε το πρόσωπο μιας γυναίκας που είχε δει όλες τις απώλειες του κόσμου και παρ' όλα αυτά συνέχιζε να αγαπά, μου θύμισε πως οι άνθρωποι παρεξήγησαν την ομορφιά, την έκαναν επιφάνεια, ενώ η πραγματική ομορφιά είναι η δύναμη ενός πράγματος να παραμένει ανοιχτό παρά τις πληγές του
άγγιξε το νερό και για μια στιγμή μέσα στην επιφάνειά του είδα όλα τα πρόσωπα που είχαν πιει κάποτε από την ίδια πηγή, κυνηγούς, βοσκούς, παιδιά, πολεμιστές, μοναχούς, ξένους ταξιδιώτες, ανθρώπους που έμειναν για λίγο στο Παγγαίο και ύστερα χάθηκαν μέσα στην ιστορία
τότε ένιωσα πως το βουνό δεν κρατά μόνο τους νεκρούς του, κρατά και τις αγάπες τους, τις μικρές στιγμές τρυφερότητας που κανένα βιβλίο δεν καταγράφει, ένα χέρι που άγγιξε ένα άλλο χέρι, ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο, μια φωτιά που μοιράστηκαν δύο άνθρωποι σε μια κρύα νύχτα
κι έτσι άρχισα να βλέπω πως η μυθολογία του Παγγαίου δεν είναι ιστορία θεών που έζησαν κάποτε, είναι η αργή μεταμόρφωση όλων των υπάρξεων μέσα στο ίδιο σώμα, ο άνθρωπος γίνεται μύθος, ο θεός γίνεται πέτρα, η πέτρα γίνεται μνήμη, η μνήμη γίνεται όνειρο, και το όνειρο επιστρέφει πάλι στη γη
γιατί εδώ, ανάμεσα στο Αυγό, στο Ακοντίσμα, στις χαράδρες, στις στοές, στις καστανιές και στα νερά του Αγγίτη, κατάλαβα πως το Παγγαίο δεν αφηγείται την ιστορία του κόσμου
είναι ο ίδιος ο κόσμος που προσπαθεί ακόμη να θυμηθεί το πρώτο του όνομα
και από τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως το Παγγαίο δεν είναι ένας τόπος που κατοικείται από θεούς αλλά ένας τόπος που γεννά συνεχώς θεϊκές μορφές, όπως η γη γεννά νερό και τα δέντρα γεννούν σκιά, κάθε εποχή, κάθε άνθρωπος, κάθε ζώο, κάθε πέτρα προσθέτει ένα ακόμη πρόσωπο σε αυτή την ατέλειωτη κοσμογονία, γιατί το βουνό δεν δημιουργήθηκε κάποτε, συνεχίζει ακόμη να δημιουργείται μέσα από όλα όσα συμβαίνουν επάνω του
εκεί όπου οι κορυφές συναντούν τα σύννεφα, πάνω από το Αυγό και τις ψηλές ράχες του Ακοντίσματος, κατοικούσε ο Ουρανός, όχι ως θεός με ανθρώπινη μορφή αλλά ως μια απέραντη συνείδηση που παρατηρούσε τα πάντα χωρίς να επεμβαίνει, είχε δει τη γέννηση των Τιτάνων, την άνοδο των Ολύμπιων, την εμφάνιση των ανθρώπων, την εξαφάνιση βασιλείων και γλωσσών, όμως παρέμενε σιωπηλός, γιατί γνώριζε πως κάθε μορφή δύναμης είναι προσωρινή μπροστά στη βαθιά κίνηση της ύλης
μου αποκάλυψε πως κάποτε οι θεοί πίστεψαν ότι κυβερνούσαν τον κόσμο, όμως το βουνό τους δίδαξε πως ακόμη και οι θεοί είναι περαστικοί επισκέπτες μέσα στο σώμα της γης, πως ο Δίας, όσο ψηλά κι αν στάθηκε, παρέμενε ένας γιος της πέτρας, πως ο Απόλλων, όσο λαμπρό κι αν ήταν το φως του, χρειαζόταν πάντοτε τη νύχτα για να υπάρξει, πως η Αθηνά, η σοφία που γεννήθηκε από τον νου του Δία, έπρεπε κάποτε να μάθει τη σιωπή των δέντρων, γιατί η πραγματική γνώση δεν γεννιέται από την κυριαρχία αλλά από την ακρόαση
εκείνη την ημέρα κατέβηκα προς τις παλιές μεταλλευτικές περιοχές όπου η γη του Παγγαίου είχε ανοιχτεί από χιλιάδες χέρια, εκεί όπου οι άνθρωποι αναζήτησαν τον χρυσό και βρήκαν τελικά τον εαυτό τους μέσα στο σκοτάδι των στοών, εκεί συνάντησα τον Μίδα, όχι τον βασιλιά που μετέτρεπε τα πάντα σε χρυσό, αλλά έναν γέρο άνθρωπο που είχε περάσει τη ζωή του κυνηγώντας το πολύτιμο μέταλλο και τώρα καθόταν δίπλα σε μια άδεια στοά κρατώντας στα χέρια του μια απλή πέτρα
τον ρώτησα αν αυτή η πέτρα είχε αξία
μου μίλησε για το πώς ήταν η πρώτη πέτρα που άγγιξε όταν ήταν παιδί και πως όλα τα χρυσάφι του κόσμου δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν εκείνη τη στιγμή, γιατί η
αξία ενός πράγματος δεν βρίσκεται μέσα του αλλά στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε αυτό και σε εκείνον που το κοιτάζειτότε ο Μίδας πέταξε μακριά ένα μικρό κομμάτι χρυσού που κρατούσε στην τσέπη του και άφησε τη γη να το πάρει πίσω, σαν να επέστρεφε στο βουνό κάτι που ποτέ δεν του ανήκεπιο βαθιά μέσα στις χαράδρες του Παγγαίου συνάντησα τις Νύμφες, όχι όπως τις φαντάζονταν οι αρχαίοι ως αιώνια νεαρές μορφές, αλλά ως γυναίκες φτιαγμένες από νερό, φλοιό και χώμα, κάθε μία φύλαγε μια διαφορετική πηγή, μια διαφορετική ρίζα, ένα διαφορετικό είδος ζωής, η μία κατοικούσε στις πηγές του Αγγίτη, η άλλη στις υγρές σκιές της Μουσθένης, άλλη στα δάση πάνω από την Εικοσιφοίνισσα, άλλη στις χαράδρες όπου το νερό εξαφανίζεται μέσα στον βράχομου είπαν πως οι άνθρωποι πάντα ζητούσαν από τις πηγές να τους δώσουν νερό, όμως ελάχιστοι σκέφτηκαν ποτέ να ρωτήσουν τι χρειάζεται το ίδιο το νερό, γιατί κάθε ποτάμι έχει μνήμη, κάθε πηγή έχει όνειρα, κάθε σταγόνα κουβαλά μέσα της ταξίδια που άρχισαν πριν γεννηθούν τα βουνάκι εκεί κατάλαβα πως ο Ποσειδώνας δεν ήταν μόνο ο θεός της θάλασσας, ήταν και ο θεός όλων των κρυφών νερών, εκείνων που ταξιδεύουν κάτω από τη γη χωρίς φως, όπως οι σκέψεις ταξιδεύουν μέσα στον άνθρωπο χωρίς λέξειςκαθώς νύχτωνε επέστρεψα προς τις κορυφές και ο ουρανός άρχισε να γεμίζει σύννεφα, τότε ο Αίολος άνοιξε ξανά τις πέτρινες φυλακές των ανέμων και όλο το Παγγαίο άρχισε να ψιθυρίζει, τα δέντρα μιλούσαν με τους ανέμους, οι πέτρες με το νερό, οι άνθρωποι με τους νεκρούς τους, οι θεοί με τις σκιές τουςκαι εγώ στεκόμουν στη μέση αυτής της αρχαίας συνομιλίας καταλαβαίνοντας πως ίσως η μεγαλύτερη αποκάλυψη δεν είναι να συναντήσεις έναν θεό αλλά να αντιληφθείς πως ποτέ δεν υπήρξε διαχωρισμός ανάμεσα στον θεό, στον άνθρωπο και στην ύληπως όλα ήταν πάντοτε διαφορετικές μορφές της ίδιας αρχαίας δύναμης που συνεχίζει να κινείται μέσα στο Παγγαίο, μέσα στη γη, μέσα στον χρόνο, μέσα σε εμάςκαι πως κάθε φορά που ένας άνθρωπος στέκεται μόνος πάνω σε ένα βουνό και ακούει πραγματικά, για μια στιγμή ο κόσμος θυμάται ξανά την πρώτη του αναπνοήκαι όσο προχωρούσα βαθύτερα στο Παγγαίο τόσο περισσότερο καταλάβαινα πως κάτω από το όνομα κάθε θεού υπήρχε μια αρχαιότερη δύναμη που περίμενε να ξαναφανερωθεί, γιατί οι άνθρωποι έδωσαν πρόσωπα στις δυνάμεις του κόσμου για να μπορέσουν να τις πλησιάσουν, όμως το βουνό γνώριζε πάντοτε πως ο Δίας ήταν ο κεραυνός πριν γίνει μορφή, η Δήμητρα ήταν ο σπόρος πριν γίνει θεά, ο Απόλλων ήταν η πρώτη ακτίνα φωτός πριν αποκτήσει λύρα και χρησμό, η Άρτεμις ήταν το βλέμμα του ζώου πριν γίνει κυνηγός των δασών, ο Άδης ήταν το σκοτάδι της γης πριν γίνει βασιλιάς των νεκρώνκι εκείνη τη νύχτα, όταν η ομίχλη κατέβαινε από τις κορυφές προς τις κοιλάδες της Μεσορόπης, το Παγγαίο άνοιξε ένα ακόμη από τα κρυφά του περάσματα, ένα πέρασμα που δεν οδηγούσε σε τόπο αλλά σε χρόνο, πέρασα ανάμεσα από δύο μεγάλους βράχους και βρέθηκα σε έναν αρχαίο τόπο όπου οι αιώνες είχαν σταματήσει να διαχωρίζονται, εκεί υπήρχαν οι Ηδωνοί με τα δέρματα των ζώων στους ώμους τους, οι Σάτρες με τα σιδερένια όπλα τους, οι μεταλλωρύχοι με τους λύχνους τους, οι μοναχοί με τα ξύλινα κομποσκοίνια τους, οι βοσκοί με τα κοπάδια τους, όλοι μαζί χωρίς να γνωρίζουν πως ανήκουν στην ίδια αλυσίδα μνήμηςστο κέντρο αυτού του τόπου στεκόταν ο Διόνυσος, όχι ο θεός της γιορτής και της μέθης όπως τον θυμούνται οι άνθρωποι, αλλά ο θεός της διάλυσης των ορίων, είχε τα πόδια του βυθισμένα στο χώμα και τα χέρια του γεμάτα κληματόβεργες, γύρω του φύτρωναν άγρια αμπέλια πάνω στις πέτρες, όχι για να δώσουν κρασί αλλά για να θυμίσουν πως ακόμη και η σκληρότερη ύλη μπορεί κάποτε να γίνει καρπόςμου είπε πως ο άνθρωπος φοβάται περισσότερο από όλα την απώλεια της μορφής του, όμως κάθε μορφή είναι προσωρινή, το νερό γίνεται σύννεφο, το σύννεφο βροχή, η βροχή ποτάμι, το ποτάμι θάλασσα, η θάλασσα σύννεφο ξανά, και μόνο ο άνθρωπος επιμένει να κρατά το πρόσωπό του λες και είναι η τελευταία αλήθεια του κόσμουτότε άγγιξε το έδαφος και από τη γη αναδύθηκαν μικρές ρίζες αμπέλου που τυλίχτηκαν γύρω από παλιά οστά ζώων, θραύσματα αγγείων, σκουριασμένα εργαλεία, όλα όσα είχαν μείνει πίσω από όσους πέρασαν από το βουνό, και κατάλαβα πως ο Διόνυσος δεν ήταν ο θεός της λήθης αλλά ο θεός της μεταμόρφωσης, εκείνος που γνώριζε πως τίποτε δεν χάνεται πραγματικά, αλλάζει μόνο μορφήλίγο αργότερα ανέβηκα προς τις ψηλότερες κορυφές όπου κατοικούσε η Νύχτα, η αρχαιότερη από όλες τις δυνάμεις, πριν ακόμη γεννηθούν οι Τιτάνες και οι Ολύμπιοι, πριν ακόμη υπάρξει ουρανός και γη όπως τα γνωρίζουμε, η Νύχτα δεν είχε πρόσωπο, ήταν μια μεγάλη σκιά που τύλιγε το Παγγαίο και έκανε όλες τις μορφές να επιστρέφουν για λίγο στην αρχική τους ενότηταεκεί κατάλαβα γιατί οι άνθρωποι πάντα φοβήθηκαν το σκοτάδι, γιατί μέσα στο σκοτάδι χάνεται η ψευδαίσθηση πως είμαστε ξεχωριστοί, μέσα στο σκοτάδι η πέτρα, ο άνθρωπος, το ζώο και ο θεός επιστρέφουν στην ίδια σιωπηλή πηγήη Νύχτα μου έδειξε κάτω από τα πόδια μου ολόκληρο το Παγγαίο σαν ζωντανό σώμα, τις φλέβες του νερού σαν αγγεία, τις στοές σαν πληγές που είχαν κλείσει, τις ρίζες των δέντρων σαν νεύρα, τις κορυφές σαν οστά, τον άνεμο σαν ανάσαμου θύμισε πως κάθε βουνό είναι ένας κοιμισμένος θεός και κάθε άνθρωπος που ανεβαίνει σε αυτό γίνεται για λίγο ένα όνειρο μέσα στη σκέψη τουτότε θυμήθηκα όλα όσα είχα δει, τον Προμηθέα στις καμίνους της Νικήσιανης, τον Μορφέα κάτω από την καστανιά της Μουσθένης, την Εκάτη στα τρίστρατα των μονοπατιών, τον Χάροντα δίπλα στα νερά του Αγγίτη, τον Άρη που στήριζε μια μηλιά με το σπασμένο δόρυ του, την Αφροδίτη που κρατούσε μέσα στο νερό όλα τα χαμένα πρόσωπα, τον Κρόνο που μετρούσε τις επιστροφές του χρόνουκαι κατάλαβα πως όλοι αυτοί δεν ήταν ξεχωριστές υπάρξεις αλλά διαφορετικές όψεις του ίδιου αρχαίου σώματοςτου Παγγαίουενός βουνού που θυμάται πριν υπάρξει μνήμη, που ονειρεύεται πριν υπάρξει όνειρο, που κρατά μέσα του τον θάνατο και τη γέννηση σαν δύο πλευρές της ίδιας αναπνοήςκαι τότε ένιωσα την πιο μεγάλη αγωνία, όχι τον φόβο πως θα πεθάνω, αλλά τη συνειδητοποίηση πως ίσως μια μέρα ο άνθρωπος ξεχάσει να ακούει αυτή τη συνομιλία, πως ίσως περπατήσει πάνω στις πέτρες χωρίς να νιώσει τους θεούς που κοιμούνται μέσα τους, πως ίσως κοιτάξει το βουνό και δει μόνο ύληγιατί το μεγαλύτερο σκοτάδι δεν είναι ο θάνατοςείναι η στιγμή που ο κόσμος συνεχίζει να μιλά και εμείς έχουμε χάσει τη γλώσσα για να τον ακούσουμε και μετά από εκείνη τη νύχτα δεν μπορούσα πλέον να κοιτάξω το Παγγαίο σαν βουνό, γιατί το βουνό είναι μια λέξη μικρή μπροστά σε αυτό που έκρυβε, ήταν ένας αρχαίος οργανισμός που κοιμόταν με ανοιχτά μάτια, ένα σώμα γεννημένο πριν από τις ιστορίες των ανθρώπων, πριν από τα ονόματα των θεών, πριν ακόμη οι Τιτάνες χωρίσουν τον ουρανό από τη γη, κι εγώ περπατούσα επάνω του σαν ένα κύτταρο μέσα σε ένα σώμα που δεν μπορούσε ποτέ να καταλάβει ολόκληροτότε άρχισα να αναζητώ τους παλιούς φύλακες του βουνού, εκείνους που δεν εμφανίζονταν στις μεγάλες ιστορίες αλλά κατοικούσαν στις σκιές των πραγμάτων, στις μικρές χαραμάδες όπου ο μύθος συναντά την ύληανάμεσα στις κορυφές του Παγγαίου, εκεί όπου ο άνεμος από τον βορρά συναντά τις υγρές ανάσες των δασών, κατοικούσαν οι Ανεμοδαίμονες, παιδιά του Αιόλου και της Νύχτας, μορφές χωρίς σταθερό σώμα που άλλαζαν ανάλογα με την εποχή, τον χειμώνα είχαν πρόσωπο από πάγο και στάχτη, την άνοιξη πρόσωπο από φύλλα και νερό, το καλοκαίρι σώμα από ζεστό αέρα και το φθινόπωρο μάτια γεμάτα πεσμένα φύλλα, δεν μιλούσαν με λέξεις, μιλούσαν μέσα από τις πόρτες των παλιών καλυβιών, μέσα από τα κλαδιά των μαυρόπευκων, μέσα από τα κουδούνια των κοπαδιών που κινούνταν στις πλαγιέςμου έδειξαν τις παλιές κορυφές και μου είπαν πως κάθε κορυφή έχει έναν φύλακα, όχι έναν θεό που διατάζει αλλά μια παρουσία που θυμάταιστο Ακοντίσμα φύλαγε ένας γέροντας από πέτρα, ο οποίος είχε γεννηθεί όταν η πρώτη αστραπή άγγιξε τον γνεύσιο, είχε δει τον Δία να περνά με το άρμα του στον ουρανό και είχε δει τον ίδιο τον Δία να γερνά όταν κατάλαβε πως καμία δύναμη δεν νικά τον χρόνοστο Αυγό κατοικούσε μια αρχαία μορφή της Γαίας, όχι ως μητέρα αλλά ως σώμα, τα μαλλιά της ήταν ρίζες, τα χέρια της ήταν υπόγειες φλέβες νερού, τα μάτια της ήταν δύο σκοτεινές λίμνες μέσα στις οποίες καθρεφτίζονταν όλοι όσοι είχαν πατήσει ποτέ το βουνό, όταν με κοίταξε δεν είδε εμένα, είδε όλους εκείνους που υπήρχαν πριν από εμένα και όλους εκείνους που θα έρθουν μετά, σαν να ήμουν απλώς μια μικρή στιγμή μέσα σε μια ατέλειωτη αλυσίδα υπάρξεωνμου αποκάλυψε πως ο άνθρωπος έκανε ένα μεγάλο λάθος, πίστεψε πως γεννήθηκε από τη γη και ύστερα απομακρύνθηκε από αυτήν, ενώ στην πραγματικότητα ποτέ δεν έφυγε, κάθε του σκέψη, κάθε του φόβος, κάθε του όνειρο συνέχιζε να επιστρέφει στις ρίζες του κόσμουπροχώρησα προς τις παλιές λίμνες και τα νερά του Αγγίτη, εκεί όπου η γη κρατά ακόμη μυστικά περάσματα, και συνάντησα τον Τρίτωνα, όχι ως θαλάσσιο πλάσμα αλλά ως φύλακα όλων των νερών που ταξιδεύουν κρυφά κάτω από τα βουνά, το σώμα του ήταν μισό άνθρωπος και μισό ποτάμι, τα μαλλιά του ήταν πράσινα σαν βρύα, η φωνή του ακουγόταν σαν νερό που περνά κάτω από πέτρεςμου μίλησε για το πώς οι άνθρωποι αγαπούν μόνο τα ποτάμια που βλέπουν, όμως ο αληθινός κόσμος κινείται κυρίως μέσα σε όσα δεν φαίνονται, στις υπόγειες ροές, στις κρυφές πηγές, στις σκέψεις που δεν ειπώθηκαν, στις μνήμες που κανείς δεν κατέγραψετότε είδα καθαρότερα πως το Παγγαίο ήταν γεμάτο υπόγειες θάλασσες, όχι μόνο από νερό αλλά από χρόνοκάτω από τις παλιές στοές της Νικήσιανης, εκεί όπου οι άνθρωποι αναζήτησαν τον χρυσό, κατοικούσε ο Πλούτος, όχι ο θεός της αφθονίας αλλά ο φύλακας όλων όσων χάθηκαν επειδή οι άνθρωποι θέλησαν να τα κάνουν κτήμα τους, καθόταν πάνω σε ένα σωρό από χρυσάφι που είχε χάσει τη λάμψη του, γιατί μετά από χιλιάδες χρόνια ακόμη και το χρυσάφι κουράζεται να θεωρείται πολύτιμομου είπε πως το μεγαλύτερο λάθος του ανθρώπου ήταν πως μπέρδεψε την αξία με την κατοχή, πως νόμισε ότι κάτι γίνεται δικό του επειδή το κρατά στα χέρια του, ενώ όλα όσα κρατάμε κάποτε επιστρέφουν εκεί από όπου ήρθανκαι τότε είδα μπροστά μου ολόκληρο το Παγγαίο σαν μια τεράστια μηχανή μεταμόρφωσηςοι θεοί γίνονταν άνθρωποιοι άνθρωποι γίνονταν μνήμεςοι μνήμες γίνονταν πέτρεςοι πέτρες γίνονταν βουνόκαι το βουνό γινόταν ξανά όνειρο μέσα στη συνείδηση του κόσμουεκεί κατάλαβα πως η αθανασία που αναζητούσαν οι θεοί ήταν μια παρεξήγηση, γιατί η πραγματική αθανασία δεν είναι να παραμένεις ίδιος για πάντα, αλλά να συνεχίζεις να αλλάζεις χωρίς να χάνεις τη θέση σου μέσα στη μεγάλη κίνηση του κόσμουκι εγώ, περπατώντας ανάμεσα στις κορυφές, στις χαράδρες, στις πηγές και στις αρχαίες σκιές του Παγγαίου, ένιωσα πως η αγωνία του θανάτου άρχισε να αλλάζει μορφήδεν ήταν πια ο φόβος του τέλουςήταν η βαθιά γνώση πως όλα περνούν μέσα από εμάς και πως εμείς περνούμε μέσα από όλαπως ο άνθρωπος είναι για λίγο η φωνή ενός βουνού που υπήρχε πριν από εκείνον και θα συνεχίσει να υπάρχει αφού η φωνή του σβήσεικαι ίσως αυτή να είναι η μόνη αληθινή παρηγοριάπως τίποτε δεν χάνεταιαπλώς επιστρέφει στη μεγάλη σκοτεινή μήτρα από όπου κάποτε γεννήθηκεκαι τότε το Παγγαίο άρχισε να μου αποκαλύπτει την πιο παλιά του ιστορία, εκείνη που υπήρχε πριν από τους θεούς, πριν από τους ανθρώπους, πριν ακόμη η γη αποκτήσει το σχήμα που γνωρίζουμε, γιατί κάτω από τις κορυφές του κοιμόταν ακόμη η αρχαία μνήμη της δημιουργίας, η στιγμή όπου το χάος άρχισε να αποκτά μορφή, όπου η Γαία αναδύθηκε από το άμορφο σκοτάδι και έφερε μέσα της όλες τις δυνατότητες του κόσμουπερπατώντας προς τις ψηλές πλαγιές πάνω από την Εικοσιφοίνισσα ένιωσα πως το έδαφος γινόταν παλαιότερο με κάθε βήμα, οι πέτρες είχαν ένα βάρος που ξεπερνούσε την ύλη, οι ρίζες των δέντρων κατέβαιναν βαθιά σαν αρχαίες φλέβες που αναζητούσαν την πρώτη ανάσα της γης, εκεί βρήκα έναν βωμό φτιαγμένο από ακατέργαστους λίθους, καλυμμένο από βρύα και αγριολούλουδα, ένας βωμός που είχε ξεχαστεί από τις εποχές, όμως γύρω του ο αέρας κρατούσε ακόμη μια παράξενη ζεστασιά σαν να είχε περάσει από εκεί μια μεγάλη παρουσίαεκεί συνάντησα τη Ρέατη μητέρα των παλιών θεώνδεν εμφανίστηκε σαν βασίλισσα ούτε σαν μορφή εξουσίας, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που μάζευε βότανα ανάμεσα στις πέτρες, κρατούσε στα χέρια της άγρια μέντα, θυμάρι και μικρά λευκά άνθη που φύτρωναν στις σχισμές του βράχου, όταν με κοίταξε κατάλαβα πως το πρόσωπό της είχε επάνω του όλες τις εποχές, τα μάτια της είχαν το βάθος των σπηλαίων, τα χέρια της είχαν την τραχύτητα των κορμών, η φωνή της είχε τον ήχο του νερού που περνά κάτω από τη γημου θύμισε πως οι θεοί γεννήθηκαν από την ανάγκη του κόσμου να γνωρίσει τον εαυτό του, πως κάθε θεός ήταν μια σκέψη της γης που πήρε μορφή, ο Δίας ήταν η επιθυμία του ουρανού να μιλήσει, η Αθηνά η επιθυμία της γνώσης να γεννηθεί, ο Απόλλων η επιθυμία του φωτός να καταλάβει τον εαυτό του, η Άρτεμις η επιθυμία του δάσους να προστατεύσει τη σιωπή του, ο Διόνυσος η επιθυμία της ζωής να μεταμορφώνεται συνεχώςκαι ύστερα μου έδειξε μια μικρή πέτρα μέσα στην παλάμη τηςμου αποκάλυψε πως μέσα σε αυτή την πέτρα υπήρχε όλη η ιστορία του Παγγαίουδεν την άνοιξεδεν χρειαζότανγιατί η πέτρα ήδη γνώριζεκατέβηκα αργότερα προς τις παλιές δασικές εκτάσεις ανάμεσα στη Μουσθένη και στη Μεσορόπη, εκεί όπου οι οξιές σχηματίζουν έναν φυσικό ναό και το φως περνά ανάμεσα στα φύλλα σαν χρυσή σκόνη, εκεί κατοικούσαν οι Δρυάδες, οι αρχαίες ψυχές των δέντρων, όμως στο Παγγαίο είχαν μια διαφορετική μορφή, δεν ήταν αιώνια νεαρές υπάρξεις, είχαν σώματα φτιαγμένα από φλοιό, μάτια γεμάτα δαχτυλίδια χρόνου, μαλλιά από λεπτές ρίζες και φύλλαμία από αυτές με πλησίασε και άγγιξε έναν γέρικο κορμό
μου μίλησε για το πώς κάθε δέντρο κρατά μέσα του έναν άνθρωπο που πέρασε από κάτω του
έναν βοσκό που ξεκουράστηκε στη σκιά του
ένα παιδί που έπαιξε γύρω από τις ρίζες του
έναν κυνηγό που σταμάτησε για λίγο
έναν μοναχό που προσευχήθηκε
έναν ταξιδιώτη που χάθηκε και βρήκε τον δρόμο του
όλα τα πρόσωπα παραμένουν μέσα στους δακτυλίους του ξύλου, όχι σαν αναμνήσεις αλλά σαν ζωντανές παρουσίες που συνεχίζουν να μεγαλώνουν μαζί με το δέντρο
τότε κατάλαβα πως το δάσος του Παγγαίου είναι ένα τεράστιο βιβλίο γραμμένο με κορμούς και ρίζες, ένα βιβλίο που διαβάζεται με τα χέρια και όχι με τα μάτια
το βράδυ εκείνο κατέβηκα προς τις παλιές λίμνες όπου οι ομίχλες συγκεντρώνονται πριν ανέβουν ξανά στις κορυφές, εκεί συνάντησα τον Ύπνο και τον Θάνατο, τους δίδυμους γιους της Νύχτας, καθισμένους δίπλα δίπλα κάτω από έναν αρχαίο πλάτανο
ο Ύπνος κρατούσε ένα μικρό δοχείο γεμάτο νερό από τα όνειρα των ανθρώπων
ο Θάνατος κρατούσε ένα δοχείο γεμάτο χώμα από τις ρίζες των δέντρων
ο ένας μου έδειξε τις εικόνες που γεννιούνται όταν το σώμα ξεκουράζεται
ο άλλος μου έδειξε τη γαλήνη της επιστροφής
κι εκεί φανερώθηκε πως ανάμεσα στον ύπνο και στον θάνατο υπάρχει ένα λεπτό πέρασμα όπου ο άνθρωπος συναντά την αρχική του μορφή, εκεί όπου οι φόβοι του γίνονται σιωπή και η σιωπή γίνεται ένωση με τον κόσμο
όταν επέστρεψα προς τις κορυφές του Παγγαίου, ο ουρανός είχε γεμίσει αστέρια και ο άνεμος έφερνε μυρωδιές από ρετσίνι, υγρή γη και παλιά μέταλλα, άκουσα από μακριά τους Κάβειρους να εργάζονται μέσα στις στοές, όμως αυτή τη φορά ο ήχος των σφυριών τους έμοιαζε με καρδιά που χτυπά
κατάλαβα πως εκεί μέσα δεν κατασκεύαζαν όπλα ούτε χρυσάφι
κατασκεύαζαν συνέχεια
κρατούσαν ενωμένο το παλιό και το νέο, τον θεό και τον άνθρωπο, τη ζωή και τον θάνατο, τη μνήμη και το όνειρο
και τότε το Παγγαίο μου φανερώθηκε ολόκληρο
όχι σαν βουνό
αλλά σαν ένας αρχαίος θεός που κοιμάται εδώ και χιλιάδες χρόνια με τα μάτια ανοιχτά
ένα σώμα από πέτρα, νερό, δέντρα, οστά, μέταλλα και ψυχές
ένα σώμα που συνεχίζει να ονειρεύεται τον κόσμο
και μέσα σε αυτό το όνειρο υπάρχουμε κι εμείς για λίγο
σαν μικρές φλόγες που περνούν από τη μεγάλη φωτιά της δημιουργίας και επιστρέφουν ξανά στο αρχαίο σκοτάδι από όπου όλα γεννήθηκαν
καθώς η νύχτα απλωνόταν πάνω από τις κορυφές του Παγγαίου, ένιωσα πως το βουνό άρχισε να θυμάται ακόμη βαθύτερα, σαν μια τεράστια αρχαία ψυχή που γύριζε μέσα στον ύπνο της προς τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας, πριν ακόμη οι θεοί αποκτήσουν ονόματα, πριν οι άνθρωποι υψώσουν βωμούς και χαράξουν σύμβολα πάνω στις πέτρες, τότε όπου υπήρχε μόνο η Γαία, ο Ουρανός, το σκοτάδι των πρώτων χρόνων και η αργή γέννηση των μορφών μέσα από την άμορφη ύλη
σε εκείνο το βάθος του χρόνου κατοικούσε ο Φάνης, ο αρχαιότερος δημιουργός, η πρώτη λάμψη που αναδύθηκε από το κοσμικό αυγό, όχι σαν θεός με ανθρώπινο σώμα αλλά σαν μια δύναμη φωτός που γνώριζε όλα όσα θα γεννιούνταν, όλες τις θάλασσες, όλα τα βουνά, όλα τα δέντρα, όλους τους ανθρώπους και όλους τους θεούς που θα ακολουθούσαν, ο Φάνης είχε αφήσει μέσα στο Παγγαίο μικρές σπίθες της αρχικής δημιουργίας, κρυμμένες στις φλέβες του χαλαζία, στα μέταλλα των στοών, στις σταγόνες των πηγών, σε κάθε σημείο όπου η ύλη κρατούσε ακόμη την ανάμνηση της πρώτης φωτιάς
τον συνάντησα μέσα σε μια σπηλιά πάνω από τις παλιές μεταλλευτικές περιοχές, εκεί όπου η γη ανοίγεται σαν πληγή και φανερώνει τα αρχαία της στρώματα, μέσα στη σπηλιά υπήρχαν τοιχογραφίες που κανένα ανθρώπινο χέρι δεν είχε δημιουργήσει, μορφές θεών, ζώων, ανθρώπων και άστρων που ενώνονταν μεταξύ τους σαν ένα μεγάλο δέντρο, οι ρίζες του κατέβαιναν στη γη και τα κλαδιά του άγγιζαν τον ουρανό
ο Φάνης μου έδειξε μια μορφή χαραγμένη στον βράχο
ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε στα χέρια του ένα μικρό φως
μου είπε πως αυτός ήταν ο πρώτος άνθρωπος του Παγγαίου, όχι ο πρώτος άνθρωπος της γης, αλλά εκείνος που για πρώτη φορά στάθηκε μπροστά στο βουνό και ένιωσε πως η πέτρα τον κοιτάζει πίσω, εκείνος που κατάλαβε πως ο κόσμος έχει ψυχή και πως κάθε πλάσμα αποτελεί μια μικρή φράση μέσα σε ένα ποίημα πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή του
από εκεί κατέβηκα προς τις κοιλάδες όπου ο Διόνυσος είχε αφήσει τα ίχνη του, εκεί όπου ακόμη φυτρώνουν άγρια αμπέλια ανάμεσα στις πέτρες και οι άνθρωποι μαζεύουν καρπούς από τη γη όπως έκαναν οι παλιοί κάτοικοι της Ηδωνίας, εκεί συνάντησα τους Μαινάδες, όμως στο Παγγαίο είχαν χάσει την ορμή της έκστασης και είχαν γίνει φύλακες της μυστικής χαράς του κόσμου
φορούσαν στεφάνια από κισσό και άγρια λουλούδια, κρατούσαν κλαδιά πεύκου και περπατούσαν μέσα στο δάσος σαν να άκουγαν έναν ρυθμό που γεννιόταν κάτω από το χώμα, μου είπαν πως η πραγματική έκσταση δεν είναι η φυγή από τον κόσμο αλλά η απόλυτη ένωση μαζί του, η στιγμή όπου ο άνθρωπος αισθάνεται πως το σώμα του έχει τον ίδιο παλμό με τη γη, πως το αίμα του ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό με τα υπόγεια νερά, πως η ανάσα του γίνεται ένας ακόμη άνεμος πάνω στις κορυφές
λίγο πιο ψηλά, εκεί όπου τα σύννεφα ακουμπούν τις πλαγιές, εμφανίστηκε η Ήρα, καθισμένη πάνω σε έναν παλιό θρόνο από πέτρα και ρίζες, δεν ήταν η βασίλισσα του ουρανού όπως την φαντάστηκαν οι άνθρωποι, ήταν η φύλακας όλων των
δεσμών, εκείνη που κρατούσε ενωμένα τα πράγματα που ο χρόνος προσπαθεί συνεχώς να απομακρύνει
μου έδειξε ένα δέντρο με δύο κορμούς που είχαν μεγαλώσει μαζί
μου θύμισε πως αυτό είναι το μυστικό της ύπαρξης, δύο διαφορετικές μορφές που βρίσκουν κοινή ρίζα, άνθρωποι, θεοί, ζώα, φυτά, πέτρες, όλα αναζητούν εκείνο το βαθύ σημείο όπου η μοναξιά μετατρέπεται σε σχέση
και τότε θυμήθηκα τους ανθρώπους που είχα συναντήσει στο βουνό, τον βοσκό με το κουδούνι, τον μελισσοκόμο που άγγιζε τις πέτρες πριν αφήσει τις κυψέλες, τον λιθοξόο που χάραζε τις ποτίστρες, τον άνθρωπο που φύτευε μνήμη μέσα στον γνεύσιο, όλοι τους φύλακες μιας αόρατης αρμονίας, όλοι τους μικρές μορφές θεότητας χωρίς να το γνωρίζουν
γιατί το Παγγαίο είχε ένα μυστικό που οι θεοί γνώριζαν πριν από τους ανθρώπους
η αθανασία δεν βρίσκεται στη δύναμη
βρίσκεται στη συμμετοχή
στην αργή ένωση με όλα όσα υπάρχουν
στην επιστροφή του κάθε πράγματος στη μεγάλη κυκλική κίνηση της δημιουργίας
και εκεί, κάτω από τον νυχτερινό ουρανό, με τον άνεμο να περνά από τις κορυφές και τις σκιές των αρχαίων θεών να κινούνται ανάμεσα στα δέντρα, κατάλαβα πως το Παγγαίο κρατούσε μέσα του μια κοσμογονία που συνεχιζόταν ακόμη
οι θεοί ονειρεύονταν μέσα στις πέτρες
οι άνθρωποι ονειρεύονταν μέσα στους θεούς
και το ίδιο το βουνό ονειρευόταν μέσα σε όλους μας
ύστερα από εκείνη την αποκάλυψη άρχισα να αναζητώ τα μέρη όπου το Παγγαίο κρατούσε τις πιο παλιές του αναπνοές, όχι στις κορυφές όπου οι άνθρωποι αναζητούν τον ουρανό αλλά στα χαμηλά σημεία, εκεί όπου η γη κρατά ακόμη τη μυστική της υγρασία, στις κοιλότητες ανάμεσα στις ρίζες, στις μικρές χαράδρες όπου το νερό δημιουργεί αόρατους δρόμους, στις σκιές των βράχων όπου οι αιώνες κάθονται σαν κουρασμένοι ταξιδιώτες
εκεί, ανάμεσα στις φτέρες και στα παλιά περάσματα των ζώων, συνάντησα τον Ασκληπιό
ήρθε σαν ένας γέρος θεραπευτής που κρατούσε ένα ξύλινο ραβδί από αγριοελιά, πάνω του ήταν χαραγμένα σημάδια από φίδια, φυτά και άστρα, περπατούσε αργά και άγγιζε κάθε πληγή του βουνού, μια σπασμένη ρίζα, έναν βράχο που είχε ανοίξει από τον παγετό, ένα δέντρο που είχε χάσει κλαδιά από την καταιγίδα
μου αποκάλυψε πως η θεραπεία αρχίζει όταν ο άνθρωπος ακούσει ξανά τον ρυθμό των πραγμάτων, γιατί κάθε πληγή έχει μέσα της μια μνήμη της αρχικής αρμονίας, κάθε ράγισμα κρατά μια κρυφή επιθυμία επιστροφής
με οδήγησε σε μια μικρή πηγή πάνω από τη Μεσορόπη, εκεί όπου το νερό έβγαινε από έναν βράχο με χρώμα σιδήρου, γύρω από την πηγή φύτρωναν σπάνια βότανα, άγρια μέντα, βαλσαμόχορτο, θυμάρι, μικρά λευκά άνθη που άνοιγαν μόνο όταν το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά
ο Ασκληπιός γονάτισε και άφησε το χέρι του στο νερό
μου μίλησε για το πώς το νερό θυμάται τα σώματα που άγγιξε, τα πρόσωπα που σκύψανε πάνω του, τις προσευχές που ψιθυρίστηκαν στις όχθες του, και πως κάθε πηγή είναι ένα αρχαίο αρχείο ζωής γραμμένο με σταγόνες
προχώρησα ύστερα προς τις ψηλές δασωμένες πλαγιές όπου οι οξιές σχημάτιζαν έναν σκοτεινό ναό, εκεί κατοικούσε ο Έρεβος, η αρχαία δύναμη του βάθους, εκείνος που κρατούσε τα μυστικά των πραγμάτων που γεννιούνται μέσα στη σιωπή
ο Έρεβος δεν είχε μορφή ανθρώπου
ήταν μια σκιά ανάμεσα στους κορμούς, μια παρουσία που άλλαζε ανάλογα με το φως, άλλοτε έμοιαζε με πυκνή ομίχλη, άλλοτε με μαύρο νερό, άλλοτε με την ίδια τη σκιά ενός βουνού
μου έδειξε τις ρίζες των δέντρων που κατέβαιναν βαθιά μέσα στη γη και μου είπε πως κάθε δημιουργία χρειάζεται ένα σκοτεινό βάθος για να μπορέσει να αναδυθεί, πως το σπόρο τον γεννά το χώμα, το όνειρο το γεννά η νύχτα, τη σκέψη τη γεννά η σιωπή
εκεί κατάλαβα πως το σκοτάδι του Παγγαίου δεν ήταν απουσία φωτός, ήταν η μήτρα όπου το φως προετοιμάζει την επιστροφή του
λίγο αργότερα, πάνω από τις παλιές στάνες, συνάντησα τον Κένταυρο Χείρωνα
είχε αφήσει τα βουνά της Θεσσαλίας και είχε έρθει στο Παγγαίο για να φυλάξει τα αρχαία βότανα των πλαγιών, περπατούσε ανάμεσα στα ζώα και στα δέντρα με μια παράξενη γαλήνη, το σώμα του ήταν μισό άνθρωπος και μισό άγριο πλάσμα της γης, όμως το βλέμμα του είχε τη σοφία κάποιου που έμαθε να ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους
κάτω από έναν γέρικο πλάτανο δίδασκε τα παιδιά των βοσκών τα μυστικά των φυτών, τους έδειχνε πως κάθε φύλλο έχει τη δική του ιστορία, πως κάθε ρίζα κρατά μια διαφορετική δύναμη, πως η φύση μιλά με χίλιες γλώσσες και ο άνθρωπος χρειάζεται ολόκληρη ζωή για να μάθει μία μόνο από αυτές
μου θύμισε πως ο μεγαλύτερος δάσκαλος βρίσκεται πάντοτε μπροστά μας, είναι το ίδιο το τοπίο, η πέτρα που αντέχει, το δέντρο που περιμένει, το ζώο που γνωρίζει τον δρόμο χωρίς χάρτη
και τότε είδα από μακριά τον Όλυμπο μέσα στην ατμόσφαιρα, σαν μια άλλη αρχαία παρουσία στον ορίζοντα, και κατάλαβα πως τα βουνά συνομιλούν μεταξύ τους όπως οι θεοί στις παλιές ιστορίες, το Παγγαίο και ο Όλυμπος, δύο γίγαντες της γης που κρατούν διαφορετικές μνήμες, ο ένας το μέταλλο, το χρυσό, τη θρακική νύχτα, τις υπόγειες φωτιές, ο άλλος τον ουρανό, την αστραπή, τη βασιλεία των θεών
όμως το Παγγαίο είχε μια διαφορετική μοίρα
είχε γίνει καταφύγιο των ξεχασμένων
των θεών που κουράστηκαν από τη λατρεία
των ανθρώπων που χάθηκαν μέσα στον χρόνο
των ζώων που συνεχίζουν τους αρχαίους δρόμους
των δέντρων που γράφουν ιστορίες χωρίς λέξεις
των νερών που ταξιδεύουν μέσα στη γη πριν εμφανιστούν στο φως
και καθώς περπατούσα προς το Ακοντίσμα μέσα στο τελευταίο φως της ημέρας, άκουσα μια βαθιά δόνηση κάτω από τα πόδια μου, σαν ένας τεράστιος παλμός που ερχόταν από τα βάθη της γης
ήταν το ίδιο το Παγγαίο
που για μια στιγμή άνοιξε την καρδιά του
και μου αποκάλυψε πως κάθε πέτρα του είναι ένας τάφος και μια γέννηση μαζί, κάθε κορυφή του μια προσευχή, κάθε χαράδρα του μια μνήμη, κάθε άνεμος του ένα μήνυμα από τις πρώτες ημέρες του κόσμου
και τότε συνέχισα να βαδίζω μέσα στη νύχτα, γνωρίζοντας πως το βουνό είχε ακόμη αμέτρητα πρόσωπα να μου δείξει
και τότε το Παγγαίο άνοιξε μπροστά μου έναν ακόμη δρόμο, έναν δρόμο που περνούσε ανάμεσα από τα παλιά δάση και κατέβαινε προς τις κρυφές κοιλάδες όπου η ομίχλη έμενε ακόμη και μετά την ανατολή του ήλιου, εκεί όπου οι άνθρωποι έδιναν ονόματα στους τόπους για να μπορέσουν να τους θυμούνται, ενώ οι τόποι κρατούσαν μέσα τους ονόματα αρχαιότερα από κάθε ανθρώπινη γλώσσα
εκεί, κοντά στις παλιές ρεματιές πάνω από τη Μουσθένη, συνάντησα τον Πάλλαντα, έναν από τους παλιούς Τιτάνες, που είχε εγκαταλείψει τον πόλεμο των θεών και είχε κρυφτεί στο σώμα του βουνού, δεν είχε πια την όψη πολεμιστή, είχε γίνει ένας γέρος φύλακας των μετάλλων και των πετρωμάτων, τα χέρια του ήταν γεμάτα μικρές φλέβες χαλκού και τα μαλλιά του είχαν το χρώμα του ασημιού που βρίσκει κανείς βαθιά μέσα στη γη
καθόταν δίπλα σε έναν βράχο και άκουγε
άκουγε την αργή κίνηση των ορυκτών μέσα στο σώμα της γης
μου αποκάλυψε πως οι άνθρωποι κοιτούν το βουνό και βλέπουν ακίνητη ύλη, όμως κάτω από την επιφάνεια όλα κινούνται, τα μέταλλα ταξιδεύουν, οι κρύσταλλοι μεγαλώνουν, οι ρίζες ανοίγουν δρόμους, το νερό χαράζει μυστικές διαδρομές, η πέτρα έχει τη δική της ηλικία και τον δικό της χρόνο
μου έδειξε μια φλέβα χαλαζία μέσα στον βράχο
μου μίλησε για το πώς εκεί μέσα υπάρχει η ανάμνηση μιας αστραπής που έπεσε πριν από χιλιάδες χρόνια, μια στιγμή φωτός που φυλακίστηκε μέσα στην ύλη και συνέχισε να λάμπει σιωπηλά
τότε ένιωσα πως το Παγγαίο είναι γεμάτο φυλακισμένες στιγμές, μικρές αιωνιότητες κλεισμένες μέσα σε πέτρες, δέντρα, νερά και οστά
πιο ψηλά, σε ένα ξέφωτο όπου τα μαυρόπευκα σχημάτιζαν έναν κύκλο σαν αρχαίο αμφιθέατρο, είδα τις Ωρείες Νύμφες του βουνού, πλάσματα που γεννήθηκαν από την ένωση της γης με τον άνεμο, φορούσαν χιτώνες από φύλλα και στάχτη, στα μαλλιά τους είχαν μικρά άνθη που άνθιζαν μόνο μία φορά τον αιώνα
κρατούσαν στα χέρια τους μικρά ξύλινα δοχεία γεμάτα χώμα
κάθε δοχείο περιείχε έναν ξεχασμένο τόπο
ένα παλιό μονοπάτι
μια εγκαταλειμμένη στάνη
ένα σπίτι που επέστρεψε στη γη
ένα δέντρο που έπεσε από κεραυνό
ένα τραγούδι βοσκού που χάθηκε μέσα στον άνεμο
μου είπαν πως οι τόποι πεθαίνουν όταν κανείς παύει να τους φαντάζεται, γι' αυτό εκείνες φυλάνε τις εικόνες τους μέσα στο χώμα, όπως οι άνθρωποι φυλάνε τις αναμνήσεις μέσα στην καρδιά τους
συνέχισα προς τις βόρειες πλαγιές όπου ο χειμωνιάτικος άνεμος κατέβαινε δυνατός και συνάντησα τον Βορέα, τον αρχαίο άνεμο του βορρά, καθισμένο πάνω σε μια κορυφή από όπου μπορούσε να βλέπει ολόκληρη τη θρακική γη
το σώμα του ήταν φτιαγμένο από σύννεφα και παγωμένο αέρα, όμως το πρόσωπό του είχε τη σοβαρότητα ενός γέρου βασιλιά που είχε δει πολλούς κόσμους να αλλάζουν
κρατούσε στα χέρια του μικρά κομμάτια πάγου και μέσα σε κάθε ένα υπήρχαν εικόνες από άλλους χειμώνες
ένα κοπάδι που περνούσε πριν από αιώνες
ένας κυνηγός που άφηνε ίχνη στο χιόνι
ένα παιδί που έφτιαχνε τον πρώτο του χιονάνθρωπο
ένας μοναχός που κοιτούσε τις κορυφές από το παράθυρο ενός κελιού
μου είπε πως ο χειμώνας είναι η μεγάλη μνήμη της γης, η εποχή όπου το βουνό κρατά μέσα του όλες τις φωνές μέχρι να έρθει η άνοιξη και να τις απελευθερώσει ξανά μέσα στα νερά και στα φύλλα
εκεί, μέσα στην παγωμένη σιωπή, εμφανίστηκε η Αθηνά
ήρθε κρατώντας μια ασπίδα φτιαγμένη από ξύλο οξιάς και πέτρα, πάνω της δεν υπήρχαν εικόνες μαχών, υπήρχαν εικόνες ανθρώπων που εργάζονταν, ένας γεωργός που έσπερνε, ένας βοσκός που φρόντιζε το κοπάδι του, ένας τεχνίτης που έκτιζε έναν τοίχο, μια γυναίκα που άναβε φωτιά σε μια πέτρινη εστία
μου θύμισε πως η σοφία δεν γεννιέται από τη γνώση των μεγάλων πραγμάτων αλλά από την προσοχή στα μικρά, γιατί ο κόσμος διατηρείται από αμέτρητες μικρές πράξεις που γίνονται μέσα στη σιωπή
τότε κοίταξα γύρω μου
το βουνό
τα δέντρα
τις πέτρες
τα ζώα
τα παλιά μονοπάτια
τους ανθρώπους που έζησαν και πέρασαν
και ένιωσα πως όλα αυτά αποτελούσαν ένα τεράστιο ιερό χωρίς τοίχους
ένα ιερό όπου ο χρόνος ήταν ο ιερέας, η γη ήταν ο βωμός και κάθε πλάσμα μια μικρή προσευχή μέσα στην ατέλειωτη κοσμογονία του Παγγαίου
και καθώς ο Βορέας άρχισε να φυσά πάνω από τις κορυφές, οι φωνές των θεών, των ανθρώπων και των στοιχείων ενώθηκαν για μια στιγμή σε έναν μοναδικό ήχο
έναν ήχο τόσο παλιό όσο η πρώτη πέτρα
τόσο βαθύ όσο το πρώτο σκοτάδι
τόσο αργό όσο η ίδια η δημιουργία
και μέσα σε εκείνον τον αρχαίο ήχο που απλωνόταν πάνω από τις κορυφές, άρχισαν να εμφανίζονται μορφές που κατοικούσαν βαθύτερα από τους γνωστούς θεούς, μορφές που γεννήθηκαν από τα ίδια τα στοιχεία του Παγγαίου, από τη σκιά των δασών, από τη λάμψη των μετάλλων, από την υγρασία των σπηλαίων και από τη μυστική κίνηση των υπόγειων νερών
σε μια κοιλάδα ανάμεσα στα μαυρόπευκα και στις οξιές, εκεί όπου ο ήλιος περνούσε μέσα από τα φύλλα σαν χρυσή σκόνη, εμφανίστηκε ο Τάλως, ο αρχαίος φύλακας του μετάλλου, όμως εδώ είχε αφήσει το χάλκινο σώμα των παλιών μύθων και είχε γίνει ένας γιγάντιος τεχνίτης που περπατούσε αργά μέσα στο βουνό, οι φλέβες του έμοιαζαν με ρυάκια χαλκού, τα μάτια του είχαν το χρώμα του λιωμένου χρυσού, τα βήματά του αντηχούσαν βαθιά μέσα στις στοές
κάθε πρωί κατέβαινε προς τα βάθη της γης και άγγιζε τις παλιές φλέβες των μετάλλων, όχι για να πάρει κάτι από αυτές αλλά για να ακούσει την ηλικία τους, γνώριζε πως το σίδερο είχε μνήμη πολέμων, ο χαλκός μνήμη εργαλείων, ο χρυσός μνήμη επιθυμιών, και πως κάθε μέταλλο κουβαλούσε μέσα του την ιστορία εκείνων που το άγγιξαν
μου έδειξε ένα παλιό σπαθί θαμμένο μέσα στην πέτρα
μου αποκάλυψε πως κάποτε ανήκε σε έναν πολεμιστή των Ηδωνών που ανέβηκε στο Παγγαίο αναζητώντας δόξα και επέστρεψε ως φύλακας μιας μικρής πηγής, γιατί το βουνό είχε μεταμορφώσει την επιθυμία του για δύναμη σε επιθυμία για προστασία
προχωρώντας βαθύτερα, έφτασα σε μια περιοχή όπου οι πέτρες είχαν παράξενα σχήματα, σαν καθιστές μορφές που παρακολουθούσαν το πέρασμα των αιώνων, εκεί κατοικούσαν οι Κουρήτες, οι αρχαίοι χορευτές της Ρέας, εκείνοι που κάποτε προστάτευαν τον μικρό Δία με τους χορούς και τα όπλα τους
στο Παγγαίο είχαν γίνει φύλακες των ήχων
κρατούσαν στα χέρια τους μικρά χάλκινα τύμπανα και κάθε φορά που η γη σειόταν από μια υπόγεια κίνηση άρχιζαν τον χορό τους, ο ήχος τους ταξίδευε μέσα στα πετρώματα, περνούσε από τις ρίζες των δέντρων, έφτανε στις πηγές και ξυπνούσε τις παλιές μνήμες του βουνού
μου είπαν πως κάθε τόπος έχει έναν δικό του ρυθμό και πως ο άνθρωπος υποφέρει όταν ξεχνά να συγχρονιστεί με αυτόν
εκεί, ανάμεσα στους Κουρήτες, ένιωσα για πρώτη φορά τον παλμό του Παγγαίου σαν ζωντανή καρδιά, έναν αργό ρυθμό που υπήρχε πριν από κάθε ανθρώπινο τραγούδι
λίγο πιο ψηλά, σε μια ανοιχτή πλαγιά όπου φύτρωναν αγριοτριανταφυλλιές, εμφανίστηκε η Ίρις, η αγγελιοφόρος των θεών
τα ρούχα της είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου, όμως κάθε χρώμα έμοιαζε φτιαγμένο από κάτι που υπήρχε μέσα στο βουνό, το κόκκινο από τα ορυκτά της γης, το πράσινο από τα βρύα, το γαλάζιο από τα νερά του Αγγίτη, το λευκό από τα χιόνια των κορυφών
μου μίλησε για το πώς οι δρόμοι των θεών περνούν μέσα από τους δρόμους των ανθρώπων, πως ένα μήνυμα μπορεί να ταξιδέψει μέσα από μια σταγόνα νερού, ένα φύλλο που πέφτει, ένα πουλί που αλλάζει κατεύθυνση στον αέρα
μου έδειξε τον ουρανό πάνω από το Παγγαίο και εκεί είδα χιλιάδες αόρατες διαδρομές, νήματα φωτός που συνέδεαν τις κορυφές με τα ποτάμια, τα δέντρα με τα αστέρια, τους ανθρώπους με τους προγόνους τους
εκεί φανερώθηκε πως ο κόσμος είναι γεμάτος γέφυρες που περιμένουν ένα βλέμμα για να φανερωθούν
καθώς έπεφτε η νύχτα κατέβηκα προς τις παλιές καλύβες των βοσκών, εκεί όπου ακόμη κρέμονται κουδούνια πάνω από ξύλινες πόρτες και η μυρωδιά του καπνού μένει μέσα στις πέτρες, σε μια από αυτές τις καλύβες βρήκα έναν γέρο βοσκό που μιλούσε με έναν λευκό λύκο
ο λύκος είχε τα μάτια ενός αρχαίου σοφού
ο βοσκός μου είπε πως ήταν ο Λύκαιος, ένας παλιός φύλακας των βουνών, μια μορφή που είχε περάσει από γενιά σε γενιά μέσα στους μύθους των ανθρώπων
ο λύκος κοίταξε προς τις κορυφές και ύστερα προς το δάσος
εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως ο κόσμος των ανθρώπων και ο κόσμος των ζώων συναντιούνται σε μια περιοχή όπου οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους και μένει μόνο η αναγνώριση
ο γέρος βοσκός μου έδωσε ένα μικρό ξύλινο κουδούνι
μου θύμισε πως κάθε κουδούνι κρατά μέσα του τον ήχο ενός τόπου
πως όταν ένας άνθρωπος το ακούσει με καθαρή καρδιά μπορεί να ακούσει μαζί και όλα τα βήματα που πέρασαν από εκεί
το κράτησα καθώς ανέβαινα ξανά προς τις κορυφές
ο άνεμος είχε δυναμώσει, τα μαυρόπευκα κινούνταν σαν κύματα, οι σκιές των θεών περνούσαν ανάμεσα στους κορμούς, οι παλιές στοές τραγουδούσαν με βαθύ μεταλλικό ήχο, οι πηγές συνέχιζαν το αργό τους ταξίδι μέσα στη γη
και τότε το Παγγαίο μου φανερώθηκε σαν ένα τεράστιο αρχείο ζωής
κάθε πέτρα μια σελίδα
κάθε δέντρο ένα χειρόγραφο
κάθε ποτάμι μια αρχαία γραμμή
κάθε πλάσμα μια λέξη μέσα σε μια κοσμική αφήγηση που συνεχίζεται από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας
και εγώ περπατούσα μέσα σε αυτή την αφήγηση σαν ένας προσωρινός αναγνώστης, κρατώντας στα χέρια μου ένα μικρό ξύλινο κουδούνι, ακούγοντας μέσα του τον ήχο όλων όσων πέρασαν και όλων όσων συνεχίζουν να έρχονται
...και το κουδούνι που κρατούσα άρχισε σιγά σιγά να αλλάζει, λες και απορροφούσε μέσα του τον ήχο του βουνού, κάθε φορά που το άγγιζα άκουγα κάτι διαφορετικό,
άλλοτε το βήμα ενός αρχαίου βοσκού που ανέβαινε προς τα θερινά λιβάδια, άλλοτε το τραγούδι μιας γυναίκας που μάζευε βότανα στις πλαγιές, άλλοτε το χτύπημα ενός σφυριού μέσα στις υπόγειες καμίνους όπου οι Κάβειροι εργάζονταν ακόμη κάτω από τις ρίζες του Παγγαίου
κατάλαβα πως το κουδούνι δεν κρατούσε έναν ήχο αλλά έναν χρόνο, έναν ολόκληρο χρόνο που είχε συμπυκνωθεί μέσα σε ένα μικρό κομμάτι ξύλου και μετάλλου, όπως ο κεραυνός μένει κλεισμένος μέσα στον χαλαζία, όπως το άρωμα του δάσους μένει μέσα στον φλοιό ενός γέρικου δέντρου
με αυτό στα χέρια μου ανέβηκα προς τις κορυφές πάνω από το Αυγό, εκεί όπου το τοπίο γίνεται πιο άγριο και οι πέτρες παίρνουν παράξενες μορφές, σαν να έχουν σμιλευτεί από χέρια αόρατων γλυπτών, εκεί συνάντησα τον Δαίδαλο
ο παλιός τεχνίτης των θεών είχε αφήσει τα φτερά του και είχε γίνει ένας γέρος κατασκευαστής μικρών αντικειμένων από ξύλο και πέτρα, ζούσε μέσα σε μια σπηλιά γεμάτη εργαλεία, μικρά αγάλματα, παράξενα μηχανήματα και σχέδια χαραγμένα πάνω σε φύλλα μετάλλου
όμως όλα όσα κατασκεύαζε είχαν μια παράξενη ιδιότητα
τίποτε δεν υπηρετούσε την εξουσία
τίποτε δεν υπηρετούσε την κατοχή
όλα δημιουργούνταν για να θυμίζουν στον άνθρωπο τη θέση του μέσα στον κόσμο
έφτιαχνε μικρά πουλιά από χαλκό που κινούνταν με τον άνεμο, ξύλινα ζώα που περπατούσαν όταν άκουγαν το νερό μιας πηγής, μικρά αγγεία που κρατούσαν μέσα τους ήχους από διαφορετικές εποχές
μου έδειξε ένα από τα έργα του
ήταν μια μικρή πέτρινη σφαίρα γεμάτη λεπτές γραμμές
μου αποκάλυψε πως μέσα της είχε χαράξει όλους τους δρόμους του Παγγαίου
όχι τους δρόμους των ανθρώπων
τους δρόμους της μνήμης
τις διαδρομές των ζώων προς το νερό
τις διαδρομές των ανέμων ανάμεσα στις κορυφές
τις διαδρομές των ριζών μέσα στη γη
τις διαδρομές των ψυχών που επιστρέφουν στα ίδια σημεία όπου κάποτε ένιωσαν πως ανήκουν
τότε είδα καθαρότερα πως ο Δαίδαλος είχε ανακαλύψει κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούν συχνά
πως ο μεγαλύτερος λαβύρινθος βρίσκεται μέσα στην ίδια την ύπαρξη και πως η έξοδος του βρίσκεται στην αποδοχή της σχέσης μας με όλα όσα υπάρχουν
φεύγοντας από τη σπηλιά του κατέβηκα προς τις χαμηλές κοιλάδες όπου το φως του απογεύματος έπεφτε πάνω στα χωριά του Παγγαίου, στη Νικήσιανη, στη Μεσορόπη, στη Μουσθένη, στο Παλαιοχώρι, και κάθε σπίτι έμοιαζε με μικρό κελί μνήμης, κάθε αυλή με αρχαίο βωμό καθημερινής ζωής
εκεί εμφανίστηκε η Εστία ξανά, αυτή τη φορά ανάμεσα σε ανθρώπους
καθόταν δίπλα σε μια φωτιά που έκαιγε έξω από ένα παλιό πέτρινο σπίτι, γύρω της υπήρχαν ηλικιωμένοι, παιδιά, ζώα, άνθρωποι που έτρωγαν, μιλούσαν, γελούσαν, σώπαιναν
μου μίλησε για το πώς αυτή είναι η πιο αρχαία τελετουργία του κόσμου
η συνάντηση γύρω από τη φωτιά
γιατί πριν από τους ναούς υπήρχε η εστία
πριν από τους νόμους υπήρχε η φιλοξενία
πριν από τις μεγάλες ιστορίες υπήρχε η ανθρώπινη παρουσία δίπλα σε μια μικρή φλόγα
κοίταξα τη φωτιά και μέσα της είδα εικόνες
είδα τους πρώτους ανθρώπους που πάτησαν το Παγγαίο
είδα τους μεταλλωρύχους που κατέβηκαν στις στοές
είδα τους βοσκούς που κοιμήθηκαν κάτω από τα αστέρια
είδα μοναχούς που περπάτησαν μέσα στα δάση
είδα παιδιά που έπαιξαν στις αυλές των χωριών
είδα ανθρώπους που έφυγαν και άφησαν πίσω τους μόνο ένα όνομα, μια ανάμνηση, μια μικρή κίνηση που συνέχισε να ζει
τότε η Εστία μου είπε πως ο άνθρωπος αναζητά πάντοτε μεγάλα μυστήρια ενώ το μεγαλύτερο μυστήριο βρίσκεται μπροστά του, στη ζεστασιά μιας φωτιάς, σε ένα τραπέζι όπου μοιράζεται ψωμί, σε ένα χέρι που αγγίζει ένα άλλο χέρι
γιατί εκεί κατοικεί ο ίδιος ο κόσμος
εκεί όπου το άπειρο παίρνει μικρή ανθρώπινη μορφή
εκεί όπου οι θεοί πλησιάζουν περισσότερο τον άνθρωπο
εκεί όπου το Παγγαίο θυμάται πως μέσα από την πέτρα, το μέταλλο, το νερό και τον άνεμο γεννήθηκε κάποτε κάτι εύθραυστο και θαυμαστό
η ζωή
και όταν η νύχτα έπεσε πάνω από τα χωριά και τις κορυφές, άκουσα πάλι το κουδούνι στο χέρι μου να κινείται μόνο του
μέσα στον ήχο του υπήρχε τώρα όλο το Παγγαίο
οι θεοί
οι άνθρωποι
τα ζώα
τα δέντρα
οι πέτρες
οι νεκροί
οι ζωντανοί
όλα ενωμένα σε μία μεγάλη ανάσα που ανέβαινε από τα βάθη της γης προς τα αστέρια
...και εκείνη τη νύχτα, καθώς η φωτιά της Εστίας έσβηνε αργά και οι τελευταίες σπίθες ανέβαιναν προς τον ουρανό, το Παγγαίο άνοιξε ακόμη μία από τις κρυφές του πύλες, μια πύλη που οδηγούσε σε έναν χρόνο παλαιότερο από τις μνήμες των ανθρώπων, σε μια εποχή όπου οι θεοί περπατούσαν ακόμη πάνω στη γη και οι πέτρες κρατούσαν μέσα τους τις πρώτες λέξεις της δημιουργίας
ακολούθησα έναν στενό δρόμο ανάμεσα σε παλιές καστανιές και βρέθηκα σε μια κοιλάδα όπου το φως της σελήνης έπεφτε σαν ασημένιο ύφασμα πάνω στο χορτάρι, εκεί κατοικούσαν οι Ονειροφύλακες, αρχαίες μορφές που είχαν γεννηθεί εκεί όπου ο Ύπνος συναντά τη Μνήμη, φύλακες όλων των εικόνων που περνούν από τον άνθρωπο όταν κλείνει τα μάτια του
είχαν πρόσωπα που άλλαζαν συνεχώς, άλλοτε έμοιαζαν με παιδιά, άλλοτε με γέροντες, άλλοτε με ανθρώπους που είχαν χαθεί πριν από αιώνες, γιατί μέσα τους κατοικούσαν όλα τα πρόσωπα που πέρασαν από το Παγγαίο και άφησαν πίσω τους ένα όνειρο
κρατούσαν μικρά γυάλινα δοχεία γεμάτα φως
μέσα σε κάθε δοχείο υπήρχε μια στιγμή
ένα καλοκαιρινό πρωινό σε μια πέτρινη αυλή
μια γυναίκα που μάζευε βότανα στις πλαγιές
ένας βοσκός που άκουγε το κοπάδι του μέσα στην ομίχλη
ένα παιδί που έβλεπε για πρώτη φορά το χιόνι στις κορυφές
ένας μεταλλωρύχος που άναβε τον λύχνο του πριν κατέβει στη γη
οι Ονειροφύλακες μου είπαν πως οι στιγμές αυτές αποτελούν τα κρυφά αστέρια της ανθρώπινης ύπαρξης, μικρές λάμψεις που συνεχίζουν να φωτίζουν το βουνό ακόμη κι όταν τα πρόσωπα που τις δημιούργησαν έχουν επιστρέψει στη γη
ύστερα προχώρησα προς τις ανατολικές πλαγιές, εκεί όπου ο ήλιος ανατέλλει πρώτος πάνω από τις κορυφές και τα δάση γεμίζουν χρυσό φως, εκεί συνάντησα την Ηώ, την αρχαία θεά της αυγής
στεκόταν πάνω σε έναν βράχο και άνοιγε με τα χέρια της τον ουρανό
κάθε πρωί μάζευε λίγες σταγόνες από το πρώτο φως και τις άφηνε πάνω στα φύλλα των δέντρων, στις πέτρες, στα νερά των πηγών, στα πρόσωπα των ανθρώπων
μου θύμισε πως η αυγή είναι η στιγμή όπου ο κόσμος θυμάται ξανά τη μορφή του, όπου όλα τα πράγματα επιστρέφουν για λίγο στην καθαρότητα της αρχής
μου έδειξε ένα μικρό λουλούδι που είχε ανοίξει μέσα σε μια ρωγμή του βράχου
μου αποκάλυψε πως αυτό το λουλούδι είχε δει περισσότερους αιώνες από πολλούς βασιλιάδες, γιατί η ζωή μετριέται με το βάθος της παρουσίας και όχι με τη διάρκεια του χρόνου
από εκεί κατέβηκα προς τις παλιές διαδρομές των κοπαδιών, όπου οι βοσκοί ανέβαζαν τα ζώα τους προς τα ψηλά λιβάδια, εκεί βρήκα τον Ερμή ξανά, αυτή τη φορά ως προστάτη των ταξιδιωτών και των χαμένων δρόμων
φορούσε τα σανδάλια του γεμάτα σκόνη από πολλές χώρες
είχε περάσει από πόλεις που έγιναν ερείπια, από δρόμους που άλλαξαν όνομα, από σύνορα που μετακινήθηκαν μέσα στους αιώνες
μου μίλησε για το πώς κάθε δρόμος κρατά μέσα του τα βήματα όλων όσων τον περπάτησαν και πως ο ταξιδιώτης μεταφέρει πάντοτε μαζί του περισσότερους τόπους από όσους μπορεί να φανταστεί
μου έδειξε το παλιό μονοπάτι που οδηγεί προς το Ακοντίσμα
εκεί υπήρχαν ίχνη από ζώα, ανθρώπους, τροχούς, ξύλινα ραβδιά, παλιά παπούτσια, μικρές χαραγμένες πέτρες
μου είπε πως αυτό είναι το πραγματικό βιβλίο του κόσμου
οι δρόμοι που γράφονται με βήματα
λίγο πριν πέσει η νύχτα έφτασα σε μια κορυφή όπου στεκόταν ένας άγνωστος θεός, ένας θεός που δεν υπήρχε στα παλιά βιβλία, ένας θεός γεννημένος μόνο από το ίδιο το Παγγαίο
τον ονόμαζαν Πετράιο
ήταν ο φύλακας της σιωπής των βουνών
το σώμα του ήταν φτιαγμένο από διαφορετικά πετρώματα, μάρμαρο, γνεύσιο, χαλαζία, σίδηρο, σαν να είχε μέσα του ολόκληρη τη γεωλογική ιστορία της γης
μου θύμισε πως κάθε βουνό δημιουργεί κάποτε τον δικό του θεό, μια μορφή που συγκεντρώνει όλα όσα υπάρχουν μέσα του
το νερό
τη φωτιά
τον άνεμο
τη μνήμη
τη ζωή
τον θάνατο
το όνειρο
και πως το Παγγαίο δημιούργησε τον Πετράιο για να θυμάται τον εαυτό του μέσα στους αιώνες
τότε κοίταξα από την κορυφή όλο το βουνό
τις κορυφές
τις χαράδρες
τα χωριά
τα δάση
τις παλιές στοές
τις πηγές
και είδα πως όλα ενώνονταν σαν ένα τεράστιο σώμα
σαν ένας θεός που κοιμάται
σαν μια σκέψη που συνεχίζει να ονειρεύεται
και κατάλαβα πως το Παγγαίο κρατά μέσα του μια κοσμογονία χωρίς τέλος, μια ιστορία όπου κάθε άνθρωπος, κάθε ζώο, κάθε δέντρο και κάθε πέτρα αποτελούν μια μικρή φράση μέσα στο μεγάλο ποίημα της γης
και το ποίημα αυτό συνεχίζει να γράφεται ακόμη
και από εκείνη την κορυφή, όπου ο Πετράιος στεκόταν σαν αρχαίος φύλακας μέσα στη νύχτα, άρχισα να βλέπω το Παγγαίο με έναν τρόπο που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη ματιά, γιατί κάτω από το σκοτάδι οι μορφές του βουνού ενώνονταν, οι κορυφές γίνονταν ένα σώμα, οι χαράδρες έμοιαζαν με βαθιές γραμμές στην παλάμη ενός γίγαντα, τα ποτάμια με φλέβες που μετέφεραν μνήμη, οι δρόμοι των ανθρώπων με μικρές κινήσεις πάνω στο δέρμα ενός αρχαίου όντος που κοιμόταν μέσα στους αιώνες
τότε εμφανίστηκε ο Ωκεανός
όχι ως θάλασσα αλλά ως η πρώτη μεγάλη ροή που περιβάλλει όλα τα πράγματα, μια αρχαία δύναμη που είχε φτάσει μέχρι το Παγγαίο πριν ακόμη υπάρξουν οι ακτές και τα σημερινά νερά, στεκόταν μέσα σε μια βαθιά χαράδρα όπου οι πέτρες ήταν λείες σαν να είχαν αγγιχτεί από αμέτρητα κύματα, κρατούσε στα χέρια του μια πέτρινη λεκάνη γεμάτη νερό και μέσα στο νερό καθρεφτίζονταν όλες οι εποχές του βουνού
είδα τους πρώτους θηρευτές που πέρασαν από τις πλαγιές
είδα τα αρχαία φύλα που άναψαν φωτιές κάτω από τις κορυφές
είδα τους ανθρώπους που αναζήτησαν τον χρυσό μέσα στη γη
είδα τους μοναχούς που περπάτησαν προς τα μοναστήρια μέσα στην ομίχλη
είδα τους βοσκούς που άφησαν τα ίχνη τους στα μονοπάτια
είδα παιδιά που έτρεξαν μέσα στα χωριά και γέμισαν τον αέρα με φωνές
όλα υπήρχαν μέσα σε μία σταγόνα
και τότε ο Ωκεανός μου αποκάλυψε πως κάθε τόπος είναι μια μικρή θάλασσα χρόνου, πως οι άνθρωποι ζουν πάνω στην επιφάνεια των πραγμάτων ενώ οι βαθύτερες κινήσεις συνεχίζονται από κάτω, αργές, αόρατες, ακατάπαυστες
προχώρησα προς τα βόρεια περάσματα όπου ο αέρας έφερνε μυρωδιά από βρεγμένο χώμα και άγρια βότανα, εκεί συνάντησα τον Απόλλωνα ξανά, όμως αυτή τη φορά κρατούσε ένα παλιό ξύλινο τόξο και περπατούσε ανάμεσα στα ζώα του δάσους
είχε αφήσει τη λύρα του σε μια πηγή
μου μίλησε για το πώς υπάρχει ένας ήχος που βρίσκεται πριν από κάθε μουσική, ο ήχος του ζώου όταν κινείται μέσα στη σιωπή, ο ήχος του φύλλου όταν πέφτει, ο ήχος της πέτρας όταν ζεσταίνεται από τον ήλιο, ο ήχος της καρδιάς όταν συναντά κάτι που αναγνωρίζει
εκεί, μέσα σε ένα μικρό ξέφωτο, είδα ένα ελάφι να πλησιάζει χωρίς φόβο, στάθηκε μπροστά στον θεό και για λίγη ώρα άνθρωπος και ζώο κοιτάχτηκαν σαν δύο αρχαίες μορφές που θυμούνται μια παλιά συμφωνία
ο Απόλλων μου είπε πως το Παγγαίο κρατά ακόμη την εποχή όπου ο άνθρωπος μιλούσε με τα ζώα, όχι με λέξεις αλλά με παρουσία, με βλέμμα, με σιωπή
κατέβηκα αργότερα προς τα σημεία όπου οι παλιοί δρόμοι συναντούν τις πηγές, εκεί όπου η Δήμητρα είχε αφήσει τα σημάδια της μέσα στη γη, γιατί το Παγγαίο ήταν και τόπος σπόρου, καρπού και επιστροφής
η Δήμητρα περπατούσε ανάμεσα στα χωράφια με ένα καλάθι γεμάτο σπόρους, όμως κάθε σπόρος είχε διαφορετική μνήμη
ένας κρατούσε μέσα του ένα καλοκαίρι
ένας μια βροχή
ένας ένα χέρι ανθρώπου που τον φύτεψε
ένας ένα τραγούδι που ειπώθηκε δίπλα στο χωράφι
μου θύμισε πως η γη θυμάται κάθε πράξη φροντίδας, κάθε μικρή χειρονομία που γίνεται με αγάπη προς αυτήν, γιατί η ζωή μεγαλώνει μέσα από τις λεπτές σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στα πλάσματα
τότε κοίταξα τις πλαγιές και είδα τα παλιά χωράφια σαν τεράστιες σελίδες ενός βιβλίου, τις ξερολιθιές σαν γραμμές γραφής, τα δέντρα σαν φύλακες των κεφαλαίων, τα μονοπάτια σαν προτάσεις που συνεχίζουν μέσα στον χρόνο
και εκεί, πάνω από τη γη των ανθρώπων, εμφανίστηκε ο Ζευς
ήταν μόνος
χωρίς κεραυνό
χωρίς θρόνο
χωρίς το μεγαλείο που του έδωσαν οι αιώνες
καθόταν σε έναν βράχο και κοιτούσε το βουνό
τον ρώτησα τι κοιτά
και μου αποκάλυψε πως κοιτά όλα όσα δημιουργήθηκαν πέρα από τη δύναμη των θεών
τους ανθρώπους που έμαθαν να επιβιώνουν
τα δέντρα που μεγάλωσαν χωρίς διαταγές
τα νερά που βρήκαν μόνα τους τον δρόμο
τις πέτρες που άντεξαν πριν από κάθε θεϊκή μορφή
μου μίλησε για το πώς κάποτε οι θεοί πίστευαν πως κρατούσαν τον κόσμο στα χέρια τους, όμως το Παγγαίο τους δίδαξε πως και οι θεοί είναι παιδιά της μεγάλης δημιουργίας
και πως η αληθινή σοφία βρίσκεται στη στιγμή όπου κάθε ον αναγνωρίζει τη θέση του μέσα στο σύνολο
εκείνη τη στιγμή ο άνεμος πέρασε από τις κορυφές και όλα τα δέντρα κινήθηκαν μαζί
τα κουδούνια των κοπαδιών ακούστηκαν από μακριά
οι πηγές τραγούδησαν μέσα στις πέτρες
οι παλιές στοές απάντησαν με βαθύ μεταλλικό ήχο
και ολόκληρο το Παγγαίο έμοιαζε να ψιθυρίζει το ίδιο αρχαίο όνομα
ένα όνομα που υπήρχε πριν από τους ανθρώπους
πριν από τους θεούς
πριν από τον χρόνο
το όνομα της ίδιας της δημιουργίας
και το όνομα αυτό ταξίδευε μέσα στις χαράδρες, περνούσε από τις κορυφές του Παγγαίου, κατέβαινε στις πηγές, έμπαινε μέσα στις ρίζες των δέντρων και επέστρεφε ξανά στον ουρανό σαν μια αρχαία προσευχή που κανένας άνθρωπος δεν είχε γράψει, αλλά όλα τα πλάσματα γνώριζαν
τότε το βουνό μου αποκάλυψε έναν ακόμη τόπο, έναν τόπο κρυμμένο ανάμεσα στις πλαγιές όπου οι πέτρες είχαν το χρώμα του παλιού χαλκού και τα δέντρα μεγάλωναν γύρω από αρχαίους κύκλους γης, εκεί κατοικούσαν οι Μοίρες
η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος
όμως στο Παγγαίο οι τρεις αδελφές δεν κρατούσαν απλώς το νήμα της ζωής των ανθρώπων, κρατούσαν το νήμα ολόκληρου του βουνού
η Κλωθώ καθόταν κάτω από μια γέρικη οξιά και ύφαινε με ίνες από φλοιό δέντρων, χρυσές τρίχες ζώων, λεπτές ρίζες και κομμάτια ανέμου ένα τεράστιο ύφασμα που απλωνόταν μέσα στο δάσος
πάνω του υπήρχαν χαραγμένα όλα όσα είχαν συμβεί
η πρώτη βροχή πάνω στις κορυφές
η πρώτη φωτιά που άναψε άνθρωπος
το πρώτο ζώο που άφησε ίχνος στο χιόνι
το πρώτο δέντρο που φύτρωσε ανάμεσα στις πέτρες
η πρώτη προσευχή που ακούστηκε μέσα σε μια σπηλιά
η Λάχεσις μετρούσε το μήκος του νήματος, όχι με αριθμούς αλλά με αναμνήσεις, γιατί κάθε ζωή είχε το δικό της βάρος, κάθε πλάσμα άφηνε ένα διαφορετικό ίχνος πάνω στον κόσμο, μια κίνηση, ένα βλέμμα, μια ανάσα, μια μικρή πράξη που συνέχιζε να ταξιδεύει μέσα στον χρόνο
η Άτροπος κρατούσε ένα μαχαίρι φτιαγμένο από μαύρο οψιδιανό, όμως το χρησιμοποιούσε για να κόβει παλιές μορφές και να ανοίγει χώρο για νέες, κάθε κομμένο νήμα γινόταν σπόρος, κάθε επιστροφή στη γη γινόταν αρχή μιας άλλης κίνησης
τότε κατάλαβα πως οι Μοίρες του Παγγαίου δεν φρουρούσαν το τέλος
φρουρούσαν τη μεταμόρφωση
προχώρησα προς μια βαθιά χαράδρα όπου το νερό είχε σμιλέψει τεράστιες μορφές μέσα στον βράχο, εκεί εμφανίστηκε ο Νηρέας, ο γέροντας της αλήθειας των νερών, ένας θεός παλαιότερος από πολλές γενιές θεών, που γνώριζε όλα τα μυστικά των ποταμών και των πηγών
καθόταν δίπλα σε μια μικρή λίμνη μέσα στη γη, γύρω του υπήρχαν ψάρια με ασημένια λέπια, λουλούδια που φύτρωναν μέσα στο νερό και μικρά πλάσματα που έμοιαζαν φτιαγμένα από σταγόνες
μου είπε πως το νερό είναι ο μεγάλος ταξιδιώτης του κόσμου, πως περνά από βουνά, σύννεφα, ρίζες και σώματα, πως κάθε σταγόνα έχει γνωρίσει περισσότερους τόπους από έναν άνθρωπο που περπατά ολόκληρη ζωή
μου έδειξε μια σταγόνα πάνω σε ένα φύλλο
μέσα της είδα τη θάλασσα που υπήρχε πριν γεννηθεί το Παγγαίο, είδα τα αρχαία πλάσματα που κολυμπούσαν πάνω από τη γη που αργότερα θα γινόταν βουνό, είδα τις μεγάλες αλλαγές της γης, τις κινήσεις των πετρωμάτων, τις αργές δυνάμεις που δημιούργησαν τον κόσμο που γνωρίζουμε
και τότε ένιωσα πως το Παγγαίο ήταν ένα βιβλίο γραμμένο πριν υπάρξει η γραφή
ένα βιβλίο από στρώματα γης
από νερό
από φωτιά
από χρόνο
ανέβηκα ξανά προς τις ψηλές κορυφές όπου τα σύννεφα έμοιαζαν να αγγίζουν τα δέντρα, εκεί συνάντησα τον Κεραυνό, όχι τον ίδιο τον Δία αλλά τη δύναμη της αστραπής που κατοικούσε μέσα στο βουνό
ήταν μια μορφή από φως και σκοτάδι μαζί, μια παρουσία που εμφανιζόταν για μια στιγμή πάνω στις κορυφές και ύστερα γινόταν ξανά αέρας
μου θύμισε πως ο κεραυνός δεν έρχεται για να καταστρέψει
έρχεται για να θυμίσει
θυμίζει στη γη την αρχαία φωτιά από όπου γεννήθηκε
θυμίζει στα δέντρα τη δύναμη που κρύβουν μέσα στους χυμούς τους
θυμίζει στον άνθρωπο πως ακόμη και η πιο μεγάλη σιωπή μπορεί κάποτε να φωτιστεί
εκείνη τη στιγμή ένας κεραυνός έσκισε τον ουρανό πάνω από το Παγγαίο και για μια αναπνοή ολόκληρο το βουνό φωτίστηκε
είδα τις κορυφές
τα χωριά
τις πηγές
τα δάση
τις στοές
τα παλιά μονοπάτια
όλα σαν ένα τεράστιο σώμα που κρατούσε μέσα του χιλιάδες χρόνια ύπαρξης
και τότε είδα καθαρότερα πως το Παγγαίο είχε γίνει ο τόπος όπου όλες οι αρχές συναντιούνται
η αρχή της φωτιάς
η αρχή του νερού
η αρχή του δέντρου
η αρχή του ανθρώπου
η αρχή του μύθου
η αρχή της μνήμης
και πως κάθε φορά που ένας άνθρωπος ανεβαίνει στις πλαγιές του, περπατά μέσα σε μια αρχαία κοσμογονία που συνεχίζει ακόμη να δημιουργείται
γιατί το βουνό δεν αφηγείται μια ιστορία που συνέβη κάποτε
γεννά συνεχώς την ιστορία του
μέσα από κάθε φύλλο που ανοίγει
κάθε πηγή που αναβλύζει
κάθε ζώο που περνά
κάθε άνθρωπο που στέκεται για λίγο μέσα στη σιωπή του και ακούει
και ύστερα από εκείνη τη στιγμή της αστραπής, όταν το Παγγαίο φωτίστηκε ολόκληρο σαν ένα αρχαίο σώμα που άνοιξε για λίγο τα μάτια του, κατέβηκα προς τις βαθύτερες κοιλάδες, εκεί όπου οι κορυφές αφήνουν τη θέση τους στα πυκνά δάση και οι σκιές των δέντρων δημιουργούν έναν δεύτερο ουρανό κάτω από τον πρώτο, εκεί όπου οι άνθρωποι περπατούν πιο αργά γιατί η γη μοιάζει να κρατά τα βήματά τους και να τα μετατρέπει σε μέρος της δικής της μνήμης
σε μια περιοχή ανάμεσα στις παλιές καστανιές και στα ρυάκια που κατεβαίνουν από τις πλαγιές, συνάντησα τον Αχελώο, όχι ως ποτάμι που διασχίζει άλλους τόπους αλλά ως αρχαία δύναμη όλων των νερών που γεννιούνται από τα βουνά, είχε τη μορφή ενός γίγαντα με σώμα από νερό και πέτρα, τα μαλλιά του έμοιαζαν με ρίζες που βυθίζονταν στο χώμα, στα χέρια του κρατούσε μια μεγάλη κοίλη πέτρα γεμάτη νερό από διαφορετικές πηγές
μέσα σε αυτή την πέτρα υπήρχαν τα νερά του Παγγαίου
τα νερά που δρόσιζαν τους βοσκούς
τα νερά που πότιζαν τα χωράφια
τα νερά που κυλούσαν κάτω από τις μονές και τα παλιά χωριά
τα νερά που ταξίδευαν μέσα στις σκοτεινές φλέβες του βουνού
μου αποκάλυψε πως κάθε ποτάμι έχει δύο ταξίδια
ένα που βλέπουν τα μάτια
και ένα που γνωρίζει μόνο η γη
το πρώτο περνά από κοιλάδες και πέτρες
το δεύτερο περνά από μνήμες, όνειρα και αιώνες
τότε άγγιξε το νερό και μέσα στην επιφάνειά του εμφανίστηκε μια παλιά μορφή του Παγγαίου, πριν ακόμη ονομαστεί Παγγαίο, όταν ήταν ένας άγριος όγκος γης που αναδυόταν μέσα από αρχαίες θάλασσες, όταν οι πρώτες μορφές ζωής έψαχναν χώρο πάνω στον κόσμο και οι θεοί ακόμη δεν είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή
προχώρησα προς μια μεγάλη σπηλιά πάνω από τις βόρειες πλαγιές, εκεί όπου οι σταλακτίτες κρέμονταν σαν πέτρινα κλαδιά και το νερό δημιουργούσε μικρές λίμνες μέσα στο σκοτάδι, εκεί κατοικούσε ο Μάντης Τειρεσίας
είχε φτάσει στο Παγγαίο για να ακούσει τις φωνές που υπάρχουν κάτω από τις φωνές, τις αόρατες κινήσεις που περνούν ανάμεσα στα γεγονότα, κρατούσε ένα ραβδί από ξύλο αρκεύθου και πάνω του ήταν χαραγμένα σύμβολα από πολλούς λαούς που πέρασαν από το βουνό
μου μίλησε για το πώς η προφητεία δεν είναι γνώση του μέλλοντος
είναι ικανότητα να ακούς το παρόν τόσο βαθιά ώστε το μέλλον να εμφανίζεται μέσα του
μου έδειξε μια μικρή ρωγμή στον βράχο
από εκεί έβγαινε ένας ήχος σαν μακρινό τραγούδι
μου είπε πως ήταν η φωνή όλων όσων περπάτησαν στο Παγγαίο και άφησαν μέσα του μια σκέψη, μια επιθυμία, έναν φόβο, μια αγάπη
όλα αυτά είχαν γίνει μέρος του βουνού
και το βουνό τα ψιθύριζε σε εκείνους που μπορούσαν να ακούσουν
από τη σπηλιά ανέβηκα προς μια γυμνή κορυφή όπου ο άνεμος είχε σμιλέψει τις πέτρες σε παράξενες μορφές, εκεί στεκόταν ο Φόβος της αρχαίας γης, μια μορφή που υπήρχε πριν από τον ανθρώπινο φόβο, πριν οι άνθρωποι δώσουν όνομα στην αγωνία
ήταν μια σκιά με μάτια σαν βαθιά πηγάδια
μου θύμισε πως κάθε πλάσμα που γεννιέται κουβαλά μέσα του τη μνήμη της πρώτης νύχτας, εκείνης της στιγμής όπου η ζωή εμφανίστηκε μέσα στο άγνωστο και άρχισε το μεγάλο ταξίδι της
όμως μου είπε και κάτι άλλο
πως μέσα στον φόβο υπάρχει η πρώτη μορφή σεβασμού
γιατί ο άνθρωπος φοβάται εκείνο που αισθάνεται μεγαλύτερο από τον ίδιο
και το Παγγαίο ήταν πάντοτε μεγαλύτερο από κάθε άνθρωπο, κάθε βασιλιά, κάθε θεό που πέρασε από πάνω του
τότε εμφανίστηκε η Θέμις, η θεά της αρχαίας τάξης
στάθηκε δίπλα σε έναν κύκλο από πέτρες που κανείς άνθρωπος της εποχής μου είχε δημιουργήσει, οι πέτρες αυτές υπήρχαν από τότε που οι πρώτες κοινότητες συγκεντρώνονταν γύρω από τη φωτιά και παρατηρούσαν τα άστρα
κρατούσε μια ζυγαριά φτιαγμένη από ξύλο και ασήμι
στη μία πλευρά υπήρχε ένας σπόρος
στην άλλη ένα κομμάτι χρυσού
και ο σπόρος βάραινε περισσότερο
μου αποκάλυψε πως ο κόσμος διατηρείται από πράγματα μικρά που κουβαλούν μέσα τους το μέλλον
ένα δέντρο αρχίζει ως σπόρος
ένα δάσος αρχίζει ως ρίζα
μια ιστορία αρχίζει ως ψίθυρος
μια μνήμη αρχίζει ως μια μικρή στιγμή που κάποιος αποφασίζει να κρατήσει
εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα κάτω από τα αστέρια του Παγγαίου και είδα ένα όνειρο
είδα όλους τους θεούς που είχα συναντήσει να στέκονται γύρω από το βουνό
ο Δίας στις κορυφές
η Δήμητρα στα χωράφια
ο Απόλλων στα δάση
η Άρτεμις ανάμεσα στα ζώα
ο Ποσειδώνας στα υπόγεια νερά
ο Διόνυσος στα άγρια αμπέλια
η Εκάτη στα τρίστρατα
οι Κάβειροι στις στοές
οι Νύμφες στις πηγές
οι Μοίρες μέσα στις ρίζες
και στο κέντρο όλων αυτών στεκόταν το ίδιο το Παγγαίο
χωρίς πρόσωπο
χωρίς μορφή
μόνο ως μια τεράστια παρουσία που κρατούσε μέσα της όλες τις υπάρξεις
τότε ένιωσα πως οι θεοί δεν κατοικούσαν πάνω στο βουνό
κατοικούσαν μέσα στη σχέση ανάμεσα σε όλα τα πράγματα
στο νερό που συναντά την πέτρα
στη ρίζα που αγγίζει το χώμα
στο ζώο που ακολουθεί το μονοπάτι
στον άνθρωπο που σηκώνει το βλέμμα προς τον ουρανό
και έτσι το Παγγαίο συνέχιζε τη μεγάλη του κοσμογονία
με κάθε ανατολή
με κάθε βροχή
με κάθε βήμα
με κάθε ψυχή που περνούσε από πάνω του και άφηνε για λίγο το ίχνος της μέσα στην αιώνια μνήμη του βουνού
και μετά από εκείνο το όνειρο, όταν ξύπνησα κάτω από τις κορυφές του Παγγαίου, ο κόσμος γύρω μου είχε μια διαφορετική πυκνότητα, σαν κάθε πράγμα να είχε αποκτήσει ένα δεύτερο σώμα αόρατο στα μάτια, οι πέτρες είχαν τη σιωπή των αρχαίων ναών, τα δέντρα είχαν τη στάση φυλάκων που περίμεναν την επιστροφή κάποιου χαμένου βασιλιά, τα νερά των πηγών έμοιαζαν με λεπτές γραμμές φωτός που περνούσαν μέσα από τις φλέβες της γης
κατέβηκα προς ένα παλιό μονοπάτι που οδηγούσε σε μια ξεχασμένη κοιλάδα ανάμεσα στις πλαγιές του Παγγαίου, εκεί όπου οι άνθρωποι κάποτε άφηναν τα κοπάδια τους να ξεκουραστούν και οι φωτιές των βοσκών έλαμπαν μέσα στη νύχτα σαν μικρά άστρα πάνω στη γη, εκεί συνάντησα τον Φόρκυ
τον αρχαίο φύλακα των κρυφών τόπων
δεν είχε τη μορφή τέρατος των παλιών ιστοριών, είχε τη μορφή ενός γέρου θαλασσινού που είχε φτάσει από πολύ μακριά και είχε εγκατασταθεί στο βουνό, γιατί γνώριζε πως όλα τα νερά, ακόμη και εκείνα που βρίσκονται βαθιά μέσα στη γη, θυμούνται κάποτε τη θάλασσα από όπου γεννήθηκαν
καθόταν δίπλα σε μια μικρή λίμνη που είχε δημιουργηθεί μέσα σε έναν βράχο
μέσα στη λίμνη κολυμπούσαν παράξενα πλάσματα φτιαγμένα από νερό και φως
μου μίλησε για το πώς κάθε βουνό έχει τα δικά του πλάσματα της μνήμης, μορφές που γεννιούνται από τις ιστορίες που συγκεντρώνονται μέσα στους αιώνες, και πως το Παγγαίο είχε δημιουργήσει πολλές τέτοιες μορφές γιατί είχε δεχτεί πάνω του πάρα πολλές ζωές
τότε μου έδειξε μια παλιά πέτρα στην όχθη
επάνω της υπήρχε το αποτύπωμα ενός χεριού
δεν ήξερε ποιος το άφησε
δεν γνώριζε την εποχή
όμως μου είπε πως κάθε άγγιγμα αφήνει ένα ίχνος βαθύτερο από την επιφάνεια, γιατί η ύλη θυμάται την επαφή όπως η ψυχή θυμάται μια συνάντηση
προχώρησα προς τα ψηλά λιβάδια όπου τα κοπάδια περνούσαν ανάμεσα σε άγρια λουλούδια και μικρούς θάμνους, εκεί εμφανίστηκε η Βενδίς, η θρακική θεά του Παγγαίου, η κυρά των δασών και της νύχτας
ήρθε μέσα από μια συστάδα πεύκων κρατώντας ένα τόξο από μαύρο ξύλο και φορώντας στεφάνι από φύλλα δάφνης και αγριολούλουδα, το πρόσωπό της είχε τη σοβαρότητα του δάσους και τη γαλήνη της σελήνης
μου θύμισε πως οι άνθρωποι θυμούνται τους μεγάλους θεούς των πόλεων και ξεχνούν τις μικρότερες θεότητες των τόπων, όμως κάθε βουνό έχει τις δικές του δυνάμεις, τις δικές του προστασίες, τα δικά του αρχαία ονόματα
μου έδειξε τις σκιές ανάμεσα στα δέντρα
εκεί ζούσαν οι παλιές υπάρξεις του δάσους
τα πνεύματα των ζώων
οι φύλακες των πηγών
οι ψυχές των δέντρων
οι μορφές που γεννιούνται κάθε φορά που ένα πλάσμα αγαπά βαθιά έναν τόπο
καθώς περπατούσαμε, ένα κοπάδι ελαφιών πέρασε μπροστά μας χωρίς ήχο, σαν να κινούνταν μέσα σε όνειρο, η Βενδίς μου αποκάλυψε πως τα ζώα γνωρίζουν δρόμους που οι άνθρωποι έχασαν, δρόμους ανάμεσα στον ορατό και στον αόρατο κόσμο, δρόμους που περνούν μέσα από τη μυρωδιά, την ακοή, το ένστικτο και τη σιωπή
αργότερα φτάσαμε σε μια παλιά πέτρινη γέφυρα πάνω από ένα ρέμα, εκεί στεκόταν ο Ήφαιστος
ο θεός της φωτιάς και της δημιουργίας
όμως στο Παγγαίο είχε γίνει κάτι περισσότερο
ήταν ο τεχνίτης της μνήμης
μέσα σε ένα μικρό εργαστήριο φτιαγμένο μέσα στον βράχο δημιουργούσε αντικείμενα από μέταλλο και πέτρα, όμως κάθε δημιούργημά του είχε μέσα του μια ιστορία
ένα μικρό μαχαίρι που κρατούσε τη μνήμη ενός βοσκού
ένα δαχτυλίδι που θυμόταν μια αρχαία τελετή
ένα κουδούνι που κρατούσε τον ήχο χιλιάδων κοπαδιών
ένα κομμάτι σίδερο που είχε μέσα του τον ήχο των παλιών καμινιών
μου μίλησε για το πώς ο άνθρωπος δημιουργεί αντικείμενα για να νικήσει τον χρόνο, όμως ο χρόνος είναι εκείνος που δίνει τελικά αξία στα αντικείμενα
γιατί ένα απλό πράγμα που πέρασε από πολλά χέρια μπορεί να γίνει πιο πολύτιμο από κάθε θησαυρό
τότε μου έδειξε ένα μικρό αγαλματίδιο που είχε φτιάξει από πέτρα του Παγγαίου
ήταν ένας άνθρωπος που κρατούσε ένα βουνό στους ώμους του
τον ρώτησα ποιος ήταν
μου είπε πως ήταν ο άνθρωπος του Παγγαίου
εκείνος που κουβαλά μέσα του το βάρος και την ομορφιά του τόπου του
εκείνος που γνωρίζει πως η γη γύρω του αποτελεί μέρος της δικής του ύπαρξης
εκείνος που επιστρέφει πάντοτε στο ίδιο βουνό, ακόμη κι όταν ταξιδεύει μακριά
και τότε ο Ήφαιστος χτύπησε μία φορά το σφυρί του πάνω στο αμόνι
ο ήχος ταξίδεψε μέσα στη γη
πέρασε από τις στοές
ανέβηκε στις κορυφές
έφτασε στις πηγές
και για μια στιγμή όλα τα πλάσματα του Παγγαίου σταμάτησαν
τα πουλιά
τα ζώα
οι άνθρωποι
οι θεοί
οι άνεμοι
λες και άκουγαν την καρδιά του ίδιου του βουνού
εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως το Παγγαίο είχε δημιουργήσει τη δική του μυθολογία, μια μυθολογία ζωντανή, όπου κάθε εποχή προσθέτει νέες μορφές, κάθε άνθρωπος αφήνει έναν μικρό θεό πίσω του, κάθε πράξη φροντίδας γίνεται μια νέα ιστορία
και πως ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο του βουνού είναι αυτή η αργή μεταμόρφωση
όλα επιστρέφουν στη γη
όλα γεννιούνται ξανά από τη γη
και ανάμεσα σε αυτές τις δύο κινήσεις βρίσκεται ολόκληρη η κοσμογονία του Παγγαίου
και μετά τον ήχο του σφυριού του Ηφαίστου, όταν η ηχώ του πέρασε από κάθε στρώμα του βουνού και έφτασε μέχρι τα πιο βαθιά σημεία της γης, το Παγγαίο βυθίστηκε σε μια παράξενη σιωπή, μια σιωπή γεμάτη παρουσία, σαν εκείνη τη στιγμή όπου ένας μεγάλος ναός περιμένει την αποκάλυψη ενός μυστικού που γνώριζε από πάντα
μέσα σε αυτή τη σιωπή εμφανίστηκε η Μνημοσύνη
η μητέρα των Μουσών
η φύλακας της αρχαίας μνήμης
ήρθε από την πλευρά όπου τα σύννεφα ακουμπούν τις κορυφές και κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο βιβλίο φτιαγμένο από φύλλα δέντρων, πέτρα και λεπτές φλέβες χρυσού, όμως οι σελίδες του δεν είχαν γραμμένες λέξεις
είχαν εικόνες
εικόνες που γεννιούνταν και χάνονταν σαν όνειρα
η πρώτη φωτιά που άναψε άνθρωπος πάνω στο Παγγαίο
η πρώτη προσευχή σε μια πηγή
η πρώτη φορά που ένα παιδί κοίταξε τον νυχτερινό ουρανό και ένιωσε το άπειρο
η πρώτη φορά που ένας βοσκός άκουσε το κουδούνι ενός ζώου να χάνεται μέσα στην ομίχλη
η Μνημοσύνη μου θύμισε πως οι τόποι πεθαίνουν μέσα στη λήθη πριν χαθούν μέσα στον χρόνο, και πως το έργο κάθε βουνού είναι να κρατά μέσα του τις φωνές όσων πέρασαν από πάνω του
μου έδειξε μια σελίδα του βιβλίου
εκεί υπήρχε ένα χωριό που είχε επιστρέψει στη γη
οι πέτρες των σπιτιών είχαν γίνει μέρος της πλαγιάς, τα δέντρα είχαν μεγαλώσει μέσα στις παλιές αυλές, τα μονοπάτια είχαν καλυφθεί από χόρτα
όμως μέσα στο βιβλίο το χωριό ζούσε ακόμη
οι άνθρωποι κάθονταν γύρω από τις φωτιές
οι πόρτες άνοιγαν
τα τραγούδια ακούγονταν
τα ζώα περπατούσαν στους δρόμους
και κατάλαβα πως η μνήμη είναι ένας δεύτερος κόσμος, ένας κόσμος όπου όλα συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα σε μια άλλη μορφή
προχώρησα μαζί της προς μια περιοχή όπου τα δέντρα ήταν τεράστια και οι κορμοί τους είχαν σχήματα ανθρώπινων μορφών, εκεί κατοικούσαν οι Άνδρες του Δρυμού, παλιές υπάρξεις που είχαν γεννηθεί από την ένωση ανθρώπου και δέντρου
είχαν σώματα από ξύλο και χώμα, μάτια σαν βαθιές κοιλότητες όπου αντανακλούσαν τα αστέρια, φωνές που έμοιαζαν με τον ήχο του ανέμου μέσα στις φυλλωσιές
ένας από αυτούς πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του σε έναν αρχαίο κορμό
μου αποκάλυψε πως κάθε δέντρο είναι ένας ακίνητος ταξιδιώτης
τα πόδια του βρίσκονται μέσα στη γη
το βλέμμα του βρίσκεται στον ουρανό
η ζωή του κινείται αργά ανάμεσα στα δύο
μου μίλησε για το πώς ο άνθρωπος ταξιδεύει μέσα στον χώρο, ενώ τα δέντρα ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο
και πως ένα γέρικο δέντρο γνωρίζει περισσότερες ιστορίες από μια ολόκληρη πόλη
αφήνοντας το δάσος πίσω μου, ανέβηκα προς μια γυμνή κορυφή όπου ο αέρας φυσούσε δυνατά και οι πέτρες σχημάτιζαν έναν φυσικό κύκλο, εκεί περίμενε ο Ορφέας
ο τραγουδιστής που μπορούσε να συγκινήσει θεούς και νεκρούς
κρατούσε μια λύρα φτιαγμένη από ξύλο Παγγαίου και χορδές από λεπτές ίνες φυτών
όταν άρχισε να παίζει, ολόκληρο το βουνό απάντησε
οι πέτρες άρχισαν να πάλλονται
τα νερά άλλαξαν ρυθμό
τα ζώα πλησίασαν
τα πουλιά κατέβηκαν από τα κλαδιά
ακόμη και ο άνεμος σταμάτησε για λίγο για να ακούσει
ο Ορφέας μου είπε πως η μουσική είναι η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου, η γλώσσα που υπήρχε πριν από τις λέξεις, πριν από τα ονόματα, πριν από τον διαχωρισμό ανάμεσα στα πράγματα
μου θύμισε πως κάθε τόπος έχει τη δική του μουσική
η θάλασσα έχει το κύμα
η έρημος έχει τον άνεμο
το δάσος έχει τα φύλλα
και το Παγγαίο έχει τον βαθύ ήχο της πέτρας που θυμάται
τότε έπαιξε μια τελευταία μελωδία
και μέσα σε αυτή άκουσα όλες τις φωνές που είχα συναντήσει
τη φωνή της Γαίας
τη φωνή του Δία
τη φωνή των Νυμφών
τη φωνή των Κάβειρων
τη φωνή των βοσκών
τη φωνή των δέντρων
τη φωνή των νερών
όλες έγιναν ένα τραγούδι που ανέβαινε από τις ρίζες προς τις κορυφές
εκείνη τη στιγμή το Παγγαίο φανερώθηκε ως μια τεράστια λύρα
οι χαράδρες ήταν οι χορδές
οι κορυφές ήταν τα πλήκτρα του ουρανού
τα νερά ήταν ο ρυθμός
οι άνθρωποι ήταν οι νότες που περνούν για λίγο μέσα από το μεγάλο τραγούδι της ύπαρξης
και τότε ο Ορφέας μου αποκάλυψε πως κάθε άνθρωπος που ακούει πραγματικά έναν τόπο γίνεται μέρος της μουσικής του
γίνεται μια μικρή φωνή μέσα στη μεγάλη αρμονία
μια μικρή αναπνοή μέσα στην αρχαία ανάσα του κόσμου
κατέβηκα από την κορυφή όταν η αυγή άρχισε να φωτίζει τις ανατολικές πλαγιές, όμως το Παγγαίο είχε αλλάξει για πάντα μέσα μου
κάθε πέτρα είχε πλέον έναν ψίθυρο
κάθε δέντρο είχε ένα πρόσωπο
κάθε μονοπάτι είχε μια ιστορία
κάθε πηγή είχε μια μνήμη
και κατάλαβα πως η μεγάλη κοσμογονία του βουνού συνεχιζόταν μέσα σε κάθε στιγμή
γιατί το Παγγαίο δημιουργούσε ακόμη
δημιουργούσε με το νερό
με τη φωτιά
με τη σιωπή
με τα όνειρα
με τους ανθρώπους που περπατούν πάνω του και αφήνουν πίσω τους ένα μικρό ίχνος μέσα στην αιώνια γραφή της γης
και έτσι, μετά το τραγούδι του Ορφέα, συνέχισα την πορεία μου προς τις πιο απομονωμένες περιοχές του Παγγαίου, εκεί όπου τα μονοπάτια γίνονται λεπτές γραμμές ανάμεσα στο χορτάρι και στην πέτρα, εκεί όπου ο άνθρωπος περπατά με την αίσθηση πως εισέρχεται σε έναν χώρο αρχαιότερο από τη δική του ύπαρξη
εκεί συνάντησα τον Παν
τον αρχαίο θεό των βουνών, των κοπαδιών και των άγριων τόπων
όμως στο Παγγαίο ο Παν είχε γίνει κάτι περισσότερο από θεός της φύσης, είχε γίνει η ίδια η ανάσα του βουνού, μια παρουσία που κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα, στα λιβάδια, στις πλαγιές όπου οι βοσκοί οδηγούσαν τα ζώα τους από γενιά σε γενιά
είχε πόδια σαν ρίζες δέντρων και κέρατα σαν τα κλαδιά μιας αρχαίας βελανιδιάς, το σώμα του μύριζε χώμα, βροχή και άγρια βότανα, στα μάτια του υπήρχε η χαρά και η μελαγχολία όλων των πλασμάτων που γεννιούνται για λίγο μέσα στον μεγάλο κύκλο της ζωής
καθόταν δίπλα σε μια πέτρινη ποτίστρα όπου έπιναν νερό τα κοπάδια και έπαιζε έναν αυλό φτιαγμένο από καλάμια του βουνού
η μουσική του δεν έμοιαζε με ανθρώπινη μουσική
ήταν ο ήχος της άνοιξης όταν ανοίγουν τα πρώτα λουλούδια
ήταν ο ήχος του ζώου που κινείται μέσα στο δάσος
ήταν ο ήχος της βροχής πάνω στις στέγες των παλιών καλυβιών
ήταν ο ήχος της μοναξιάς ενός ανθρώπου που κοιτά μια μεγάλη κορυφή και αισθάνεται το βάθος του κόσμου
ο Παν μου μίλησε για το πώς οι άνθρωποι έψαξαν πάντοτε τους θεούς ψηλά, στον ουρανό, στις κορυφές, μέσα στα αστέρια, όμως πολλοί θεοί κατοικούν χαμηλότερα, εκεί όπου η ζωή αγγίζει τη γη, εκεί όπου ένα ζώο αναζητά νερό, εκεί όπου ένα δέντρο μεγαλώνει αργά, εκεί όπου ένα χέρι ανθρώπου αγγίζει το χώμα
μου έδειξε ένα παλιό μονοπάτι που ανέβαινε προς τα λιβάδια
μου είπε πως αυτό το μονοπάτι έχει περισσότερη ιστορία από πολλούς βασιλιάδες
γιατί πάνω του περπάτησαν άνθρωποι που δεν άφησαν αγάλματα ούτε επιγραφές
άφησαν μόνο ίχνη
και τα ίχνη αυτά έγιναν μέρος του βουνού
από εκεί προχώρησα προς μια περιοχή όπου οι πέτρες σχημάτιζαν έναν φυσικό κύκλο, σαν αρχαίο ιερό που είχε δημιουργηθεί από τις ίδιες τις δυνάμεις της γης
εκεί περίμενε η Σελήνη
η αρχαία θεά της νύχτας και των κρυφών δρόμων
στεκόταν πάνω σε έναν λευκό βράχο και το φως της έπεφτε πάνω στις κορυφές σαν ασημένιο νερό
κρατούσε ένα τόξο από ξύλο αρκεύθου και γύρω της κινούνταν σιωπηλά ζώα του δάσους
ελάφια
λύκοι
νυχτόβια πουλιά
πλάσματα που ανήκουν περισσότερο στη σιωπή παρά στον κόσμο των ανθρώπων
μου θύμισε πως η νύχτα έχει τη δική της ζωή, πως όταν ο ήλιος αποσύρεται, το Παγγαίο αλλάζει πρόσωπο, οι σκιές αποκτούν μνήμη, τα δέντρα μιλούν μεταξύ τους, τα ζώα ακολουθούν αρχαίους δρόμους και οι άνθρωποι συναντούν εκείνο το κομμάτι του εαυτού τους που μένει κρυμμένο μέσα στην ημέρα
μου έδειξε τις κορυφές κάτω από το φως της
κάθε κορυφή είχε ένα διαφορετικό χρώμα
άλλη κρατούσε το χρώμα του σιδήρου
άλλη το χρώμα του χιονιού
άλλη το χρώμα του παλιού ξύλου
άλλη το χρώμα της στάχτης
μου αποκάλυψε πως το βουνό έχει πολλές ψυχές, γιατί κάθε εποχή αφήνει πάνω του ένα διαφορετικό πρόσωπο
τότε κατέβηκα προς τις παλιές πέτρινες γέφυρες και συνάντησα τον Χρόνο
τον Κρόνο των παλιών μύθων, όμως εδώ δεν ήταν ο καταστροφέας των παιδιών του
ήταν ο μεγάλος κηπουρός της διάρκειας
κρατούσε ένα δρεπάνι φτιαγμένο από μαύρη πέτρα και κάθε φορά που το περνούσε πάνω από τον αέρα έπεφταν μικρά κομμάτια χρόνου σαν φύλλα φθινοπώρου
τα μάζευε και τα φύτευε ξανά στη γη
μου μίλησε για το πώς ο χρόνος δεν χάνεται
μεταμορφώνεται
μια παιδική φωνή γίνεται ανάμνηση
ένα σπίτι γίνεται ερείπιο
ένα δέντρο γίνεται χώμα
μια ζωή γίνεται ιστορία
και η ιστορία γίνεται μέρος του μεγάλου ονείρου της γης
μου έδειξε ένα σημείο όπου υπήρχε μια παλιά πέτρα καλυμμένη με βρύα
μου είπε πως κάποτε εκεί κάθισε ένας άνθρωπος για λίγα λεπτά
κανείς δεν θυμάται το όνομά του
κανείς δεν έγραψε την ιστορία του
όμως η πέτρα κράτησε τη θερμότητα του σώματός του για αιώνες
και αυτή η μικρή στιγμή είχε γίνει αιώνια μέσα στο Παγγαίο
εκεί φανερώθηκε πως η μεγαλοσύνη του κόσμου βρίσκεται συχνά σε πράγματα που περνούν απαρατήρητα
μια ανάσα
ένα βήμα
μια σκιά
ένα χέρι πάνω σε μια πέτρα
ένα βλέμμα προς μια κορυφή
και πως το Παγγαίο γνώριζε αυτό το μυστικό από πάντα
γι' αυτό κρατούσε μέσα του τόσους θεούς
όχι για να κυβερνούν τον κόσμο
αλλά για να θυμίζουν στον κόσμο την ομορφιά της ύπαρξής του
και καθώς η νύχτα απλωνόταν πάνω από τις πλαγιές, άκουσα από μακριά τα κουδούνια των κοπαδιών, τον άνεμο μέσα στα πεύκα, το νερό που περνούσε ανάμεσα στις πέτρες, τον βαθύ ήχο των παλιών στοών
όλα έγιναν μία φωνή
η φωνή του Παγγαίου
η φωνή ενός αρχαίου θεού που συνεχίζει να ονειρεύεται μέσα στην αιωνιότητα
κι εκεί μου έγινε καθαρό πως ο δρόμος μου πάνω στο Παγγαίο πλησίαζε στο τέλος του, όχι σαν ένας δρόμος που τελειώνει, αλλά σαν ένας κύκλος που επιστρέφει στην αρχή του, γιατί κάθε μεγάλο ταξίδι μέσα σε ένα αρχαίο βουνό οδηγεί τελικά στην πρώτη εικόνα που αντίκρισε η ψυχή όταν γεννήθηκε, σε μια πέτρα, σε ένα δέντρο, σε έναν ουρανό γεμάτο άστρα
άρχισα να κατεβαίνω αργά από τις κορυφές προς τις χαμηλότερες πλαγιές, περνώντας ξανά από τα μέρη που είχαν κρατήσει τα σημάδια όλων των συναντήσεων, το Ακοντίσμα, τις χαράδρες, τα δάση της οξιάς, τις πηγές του Αγγίτη, τις παλιές στάνες, τα χωριά που κοιμούνται κάτω από τη σκιά του βουνού
όμως τώρα κάθε τόπος είχε μια διαφορετική μορφή
η πέτρα του Προμηθέα
η πηγή του Ασκληπιού
το δάσος των Δρυάδων
η φωτιά της Εστίας
η σπηλιά του Φάνη
η κορυφή του Πετράιου
όλα είχαν ενωθεί σε μια μεγάλη εικόνα, σαν τα κομμάτια ενός αρχαίου αγγείου που επιστρέφουν σιγά σιγά στη θέση τους
εκεί, σε μια τελευταία κοιλάδα όπου ο ήλιος έπεφτε χαμηλά και το χορτάρι είχε το χρώμα του χρυσού, συνάντησα τον Χάροντα για δεύτερη φορά
η βάρκα του βρισκόταν ακόμη δίπλα στο νερό
όμως τώρα ήταν διαφορετική
πάνω της υπήρχαν χαραγμένα όλα τα ονόματα που είχαν περάσει από το Παγγαίο
ονόματα βασιλιάδων και αγνώστων ανθρώπων
ονόματα θεών και βοσκών
ονόματα που γράφτηκαν σε μάρμαρο και ονόματα που έμειναν μόνο μέσα στη μνήμη μιας οικογένειας
ο Χάροντας μου θύμισε πως η μεγάλη πορεία κάθε ύπαρξης είναι μια επιστροφή στη μεγάλη θάλασσα της μνήμης, εκεί όπου όλα τα ποτάμια συναντιούνται και κάθε μορφή βρίσκει τη θέση της μέσα στην αρχαία ροή του κόσμου
μου έδειξε το νερό
μέσα του είδα όλα τα πρόσωπα που είχα συναντήσει
τους θεούς
τους ανθρώπους
τα πλάσματα του βουνού
όλα υπήρχαν σαν αντανακλάσεις πάνω στην επιφάνεια μιας λίμνης που κρατά τον ουρανό
τότε εμφανίστηκε η Περσεφόνη για τελευταία φορά
ανέβαινε από τη γη κρατώντας στα χέρια της ένα ρόδι
όμως αυτή τη φορά οι σπόροι του είχαν μέσα τους μικρές εικόνες από το Παγγαίο
ένα δάσος την αυγή
ένα κοπάδι μέσα στην ομίχλη
μια φωτιά σε μια πέτρινη καλύβα
ένα παιδί που κοιτάζει τις κορυφές
έναν άνθρωπο που στέκεται μόνος μπροστά στο βουνό και αισθάνεται το βάθος της ύπαρξης
μου αποκάλυψε πως κάθε τόπος έχει έναν κάτω κόσμο και έναν επάνω κόσμο
ο ένας κρατά τις ρίζες
ο άλλος κρατά τα άνθη
και η ζωή βρίσκεται ανάμεσα στους δύο, εκεί όπου η γη και ο ουρανός συναντιούνται
πήρα έναν σπόρο από το ρόδι της και τον άφησα μέσα στο χώμα του Παγγαίου
εκεί όπου οι ρίζες των δέντρων κατεβαίνουν βαθιά και συναντούν τις αρχαίες φλέβες του βουνού
ύστερα ανέβηκα για τελευταία φορά προς την κορυφή
ο δρόμος ήταν σιωπηλός
τα δέντρα κινούνταν αργά στον άνεμο
τα πουλιά πετούσαν χαμηλά
οι πέτρες κρατούσαν τη θερμότητα της ημέρας
και κάπου μακριά ακούστηκε ένα μοναχικό κουδούνισμα από κοπάδι
ένας ήχος τόσο απλός
και ταυτόχρονα τόσο αρχαίος
σαν να ερχόταν από την πρώτη ημέρα όπου ο άνθρωπος συνάντησε το βουνό
όταν έφτασα στην κορυφή, όλοι οι θεοί ήταν εκεί
ο Δίας
η Ήρα
η Αθηνά
ο Απόλλων
η Άρτεμις
ο Διόνυσος
η Δήμητρα
ο Ποσειδώνας
η Εκάτη
οι Μοίρες
οι Κάβειροι
οι Νύμφες
οι παλιές δυνάμεις της γης
όλοι στέκονταν γύρω από το Παγγαίο σαν φύλακες ενός μυστικού που υπήρχε πριν από τους ίδιους
και τότε εμφανίστηκε η Γαία
η πρώτη μητέρα
το ίδιο το σώμα της γης
δεν είχε ανθρώπινη μορφή
ήταν το βουνό
ήταν το δάσος
ήταν το νερό
ήταν η πέτρα
ήταν ο άνεμος
ήταν όλα μαζί
και μέσα από την απέραντη παρουσία της ακούστηκε μια φωνή
μια φωνή που έμοιαζε με όλα όσα είχα ακούσει μέχρι εκείνη τη στιγμή
με τον άνεμο
με το νερό
με τη φωτιά
με τα δέντρα
με τα βήματα των ανθρώπων
με την ανάσα των ζώων
η φωνή μου μίλησε για το πώς ο άνθρωπος έρχεται στη γη για λίγο και αφήνει πίσω του μικρές μορφές αιωνιότητας
μια λέξη
μια πράξη
ένα βλέμμα
μια εικόνα
μια ανάμνηση
και αυτές οι μικρές αιωνιότητες ενώνονται με την αιώνια κίνηση του κόσμου
κοίταξα γύρω μου
το Παγγαίο απλωνόταν κάτω από τα πόδια μου
ένα τεράστιο σώμα από πέτρα και φως
ένα αρχαίο ποίημα γραμμένο πριν από τη γραφή
ένα βιβλίο που συνεχίζει να γράφεται μέσα στους αιώνες
και τότε άφησα το κουδούνι του βοσκού πάνω στην κορυφή
το άφησα να ανήκει ξανά στο βουνό
ο ήχος του πέρασε μέσα στον άνεμο
κατέβηκε στις κοιλάδες
μπήκε στις ρίζες των δέντρων
ταξίδεψε μέσα στις πηγές
έφτασε στις παλιές στοές
και ενώθηκε με όλους τους ήχους που είχαν υπάρξει ποτέ πάνω στο Παγγαίο
τότε είδα καθαρότερα πως το βουνό δεν κρατά ανθρώπους, θεούς ή ιστορίες
κρατά την ίδια την κίνηση της ύπαρξης
την αέναη μεταμόρφωση της ύλης σε μνήμη
της μνήμης σε όνειρο
του ονείρου σε μύθο
και του μύθου ξανά σε ζωή
και το Παγγαίο συνέχισε να στέκεται μέσα στη νύχτα
με τις κορυφές του κάτω από τα άστρα
με τους θεούς του μέσα στις πέτρες
με τους ανθρώπους του μέσα στη μνήμη
σαν ένας αρχαίος φύλακας της πρώτης και της τελευταίας στιγμής του κόσμου
και έτσι, όταν κατέβηκε η τελευταία νύχτα πάνω από το Παγγαίο, κατάλαβα πως το ταξίδι μου είχε φτάσει στο σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να αναζητά δρόμους και αρχίζει να γίνεται μέρος του ίδιου του δρόμου, γιατί κάθε βήμα πάνω σε αυτό το βουνό είχε οδηγήσει τελικά στο ίδιο σημείο, στην αναγνώριση πως ο κόσμος αποτελεί ένα ενιαίο σώμα που αναπνέει μέσα από αμέτρητες μορφές
έμεινα μόνος στην κορυφή
γύρω μου υπήρχε ολόκληρη η αρχαία σιωπή
ο ουρανός άνοιγε σαν τεράστιος ναός
τα αστέρια έμοιαζαν με μικρές φωτιές που είχαν ανάψει οι πρώτοι θεοί
ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στις πέτρες και έφερνε μαζί του όλες τις εποχές του Παγγαίου
τη φωνή των Ηδωνών
το τραγούδι των Σατρών
τα βήματα των βοσκών
το χτύπημα των εργαλείων μέσα στις στοές
τις προσευχές των μοναχών
τα γέλια των παιδιών στα χωριά
τις σιωπές εκείνων που έφυγαν προς άλλους τόπους
όλα υπήρχαν ακόμη
όλα συνέχιζαν να κινούνται μέσα στο μεγάλο όνειρο του βουνού
τότε εμφανίστηκε για τελευταία φορά ο Ερμής
ο αγγελιοφόρος των θεών
όμως αυτή τη φορά δεν κρατούσε το κηρύκειο του ταξιδιώτη
κρατούσε ένα απλό ξύλινο ραβδί κομμένο από μια άγρια ελιά του Παγγαίου
μου είπε πως κάθε ταξίδι έχει μια στιγμή όπου ο ταξιδιώτης πρέπει να αφήσει πίσω του ακόμη και τις αποκαλύψεις που έζησε, γιατί η αληθινή γνώση γίνεται μέρος του αίματος και της ανάσας, γίνεται τρόπος ύπαρξης
μου έδωσε το ραβδί και μου είπε να το επιστρέψω στη γη όταν έρθει η στιγμή
γιατί όλα όσα περνούν από τα χέρια μας είναι προσωρινές επισκέψεις της μεγάλης ύλης
τότε κατέβηκα προς την τελευταία κοιλάδα
εκεί όπου ένα μικρό ρυάκι κυλούσε ανάμεσα σε βρύα και πέτρες
εκεί άφησα το ραβδί του Ερμή
και μέσα σε λίγες στιγμές άρχισαν να φυτρώνουν γύρω του μικρά φυτά, σαν η γη να αναγνώριζε κάτι που κάποτε της ανήκε
κάθισα δίπλα στο νερό και άκουσα
για πρώτη φορά χωρίς να περιμένω κάτι
χωρίς να ζητώ σημάδια
χωρίς να αναζητώ θεούς
και τότε άκουσα το Παγγαίο όπως πραγματικά ήταν
όχι ως μύθο
όχι ως ιστορία
όχι ως τόπο
αλλά ως μια μεγάλη ζωντανή αναπνοή
μια αναπνοή που περιείχε όλα όσα υπήρξαν
και όλα όσα θα έρθουν
εκεί κατάλαβα πως οι θεοί δεν κατοικούν στις κορυφές
οι θεοί κατοικούν στη στιγμή όπου ο άνθρωπος κοιτάζει τον κόσμο και αισθάνεται συγγένεια μαζί του
στη στιγμή όπου η πέτρα παύει να είναι πέτρα και γίνεται μνήμη
όπου το δέντρο παύει να είναι δέντρο και γίνεται χρόνος
όπου το νερό παύει να είναι νερό και γίνεται ταξίδι
όπου ο άνθρωπος παύει να είναι μόνο σώμα και γίνεται μέρος της μεγάλης ιστορίας της γης
το Παγγαίο είχε ολοκληρώσει την αποκάλυψή του
όμως η κοσμογονία του συνεχιζόταν
κάθε πρωί ο ήλιος θα ανέβαινε ξανά πάνω από τις κορυφές
κάθε χειμώνα το χιόνι θα κάλυπτε τα μονοπάτια
κάθε άνοιξη οι ρίζες θα άνοιγαν δρόμους μέσα στο χώμα
κάθε καλοκαίρι οι βοσκοί θα ανέβαιναν με τα κοπάδια τους
κάθε φθινόπωρο τα φύλλα θα επέστρεφαν στη γη
και μέσα σε αυτή την αργή τελετουργία οι παλιοί θεοί θα συνέχιζαν να υπάρχουν
ο Δίας μέσα στην αστραπή
η Δήμητρα μέσα στον σπόρο
ο Απόλλων μέσα στο φως
η Άρτεμις μέσα στο ζώο
ο Διόνυσος μέσα στη μεταμόρφωση
η Εκάτη μέσα στα περάσματα
ο Άδης μέσα στη βαθιά γη
η Γαία μέσα σε όλα
και το ίδιο το Παγγαίο
ο αρχαιότερος από όλους τους φύλακες
θα συνέχιζε να στέκεται ανάμεσα στον ουρανό και στη γη
κρατώντας μέσα του το μυστικό της δημιουργίας
πως ο κόσμος γεννιέται συνεχώς
πως κάθε τέλος ανοίγει μια νέα αρχή
πως κάθε μορφή επιστρέφει στη μεγάλη μήτρα της ύπαρξης
και πως ο άνθρωπος, όσο μικρός κι αν μοιάζει μπροστά στην αιωνιότητα, κρατά μέσα του μια σπίθα από την πρώτη φωτιά
τη φωτιά που άναψε κάποτε στο σκοτάδι
και συνεχίζει ακόμη να φωτίζει το Παγγαίο
και όταν άφησα πίσω μου το Παγγαίο, δεν έφυγα πραγματικά από αυτό, γιατί ένα βουνό σαν κι αυτό δεν εγκαταλείπεται, γίνεται μέρος εκείνου που το περπάτησε, περνά μέσα στο αίμα, στη μνήμη, στον τρόπο που κοιτάζει κανείς τον κόσμο, όπως περνά το νερό μέσα από τις ρίζες ενός δέντρου και συνεχίζει το ταξίδι του χωρίς τέλος
κατέβαινα προς τους ανθρώπινους δρόμους, προς τα σπίτια, τις αυλές, τα χωριά που βρίσκονται στη σκιά του, όμως μέσα μου παρέμενε εκείνη η αρχαία σιωπή των κορυφών, εκείνη η στιγμή όπου όλα τα πράγματα είχαν φανερώσει το κρυφό τους πρόσωπο
το Παγγαίο είχε μιλήσει
και η φωνή του ήταν η φωνή όλων των εποχών μαζί
ήταν η φωνή των θεών που γέρασαν μέσα στην αιωνιότητα
η φωνή των ανθρώπων που πέρασαν σαν μικρές φωτιές πάνω στη γη
η φωνή των ζώων που ακολούθησαν αρχαίους δρόμους
η φωνή των δέντρων που μεγάλωσαν μέσα στη σιωπή
η φωνή των νερών που ταξίδευαν από τις πρώτες ημέρες της δημιουργίας
κατάλαβα τότε πως ο μύθος του Παγγαίου δεν μιλά για έναν χαμένο κόσμο
μιλά για έναν κόσμο που συνεχίζει να αναπνέει μέσα σε κάθε στιγμή
οι θεοί κοιμούνται μέσα στις πέτρες
οι άνθρωποι συνεχίζουν μέσα στη μνήμη
τα δέντρα γράφουν με τις ρίζες τους
τα ποτάμια γράφουν με το νερό τους
ο άνεμος γράφει με την κίνησή του
και η γη κρατά το μεγάλο βιβλίο όπου όλες οι υπάρξεις αφήνουν το μικρό τους σημάδι
ίσως αυτό να ήταν το τελευταίο μυστικό που μου αποκάλυψε το Παγγαίο
πως η αιωνιότητα δεν βρίσκεται στην ακινησία
βρίσκεται στην αδιάκοπη μεταμόρφωση
ο θεός γίνεται πέτρα
η πέτρα γίνεται χώμα
το χώμα γίνεται δέντρο
το δέντρο γίνεται σκιά
η σκιά γίνεται ανάμνηση
η ανάμνηση γίνεται όνειρο
και το όνειρο επιστρέφει ξανά στη μεγάλη σκοτεινή μήτρα της δημιουργίας
εκεί όπου όλα ξεκίνησαν
εκεί όπου όλα συνεχίζουν
κάποτε οι άνθρωποι ανέβηκαν στο Παγγαίο αναζητώντας χρυσό
βρήκαν όμως κάτι βαθύτερο
βρήκαν τη μνήμη της γης
βρήκαν το βάρος του χρόνου
βρήκαν την αγωνία και την ομορφιά της ύπαρξης
βρήκαν τον εαυτό τους μέσα σε έναν κόσμο μεγαλύτερο από τους ίδιους
και ίσως αυτός να είναι ο πραγματικός θησαυρός του βουνού
ένα χρυσάφι που βρίσκεται πέρα από το μέταλλο
ένα χρυσάφι που λάμπει μέσα στη σιωπή
ένα χρυσάφι που κρατά τη στιγμή όπου ο άνθρωπος κοιτάζει τη γη και αναγνωρίζει πως αποτελεί μέρος της
το τελευταίο βράδυ πριν φύγω, κοίταξα για τελευταία φορά τις κορυφές
ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια
ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα δέντρα
ένα μακρινό κουδούνισμα ακουγόταν από τις πλαγιές
και για μια στιγμή ένιωσα πως όλα τα πλάσματα του Παγγαίου στέκονταν μαζί
οι θεοί
οι άνθρωποι
τα ζώα
τα δέντρα
οι πέτρες
οι νεκροί
οι αγέννητοι
όλα μέσα στην ίδια μεγάλη ανάσα
τότε το βουνό επέστρεψε στη σιωπή του
όχι μια σιωπή άδεια
αλλά μια σιωπή γεμάτη κόσμο
μια σιωπή που περιέχει το πρώτο τραγούδι και το τελευταίο
μια σιωπή που περιέχει τη γέννηση και την επιστροφή
μια σιωπή που περιέχει το ίδιο το μυστήριο της ύπαρξης
και έτσι τελειώνει η ιστορία του Παγγαίου
όχι με έναν θάνατο
αλλά με μια επιστροφή
γιατί το αρχαίο βουνό συνεχίζει να στέκεται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό
φύλακας των θεών
φύλακας των ανθρώπων
φύλακας της μνήμης
φύλακας της πρώτης φωτιάς
και κάθε φορά που κάποιος ανεβαίνει στις πλαγιές του και ακούει πραγματικά
το Παγγαίο ανοίγει ξανά τα μάτια του
και θυμάται
πως ο κόσμος δημιουργείται ακόμη
Only man stands before Chaos, Life, the All, and his own unconscious; at least that is what I once believed, though by now I find it difficult to remember who exactly said it first, because there are memories that change hands the way a piece of gold changes hands: at first they belong to one person, then to another, then to a stone, until in the end no one knows who lived them, only their smell remains unchanged — wet gneiss, burnt resin, sweat that managed to dry on woollen cloth, iron that opened a wound in the palm and then closed it again by itself. These I remember more clearly than faces; faces alter easily, smell never does, and so whenever water drips slowly onto rock I feel that someone is returning. I do not know whether it is a man, a dead person, or a memory that has found a body again in order to continue on its way. I hear it approaching: first the breathing, then the pick testing the rock, then that brief pause before the second blow, as though asking the stone's forgiveness before wounding it. There was always that pause. Even those who came later, in iron armour and bearing great names, fell silent for a moment before descending into the galleries, as though something were watching them from within. It may have been their fear, the dampness, or the earth itself waiting patiently to take them back; I never learned which. What I did learn was that no one enters deeply into the rock and comes out as he entered. Everyone leaves something behind: one a little blood, another a song, another his voice, another his name. That is why there are so many nameless dead beneath the slopes. They lost not only their lives but the memory that they had lived them. Sometimes at night, when the wind comes down from Akontisma and passes among the chestnut trees, I think I hear them whispering one another's names so that they will not vanish entirely, as though they were still practising existence, as a child practises writing its first letters in the soil. I may be wrong. It may be the wind passing through the old timber supports and making them creak. Yet the wind has never pronounced names and wood has never mourned anyone, whereas on those nights I hear distinctly a sorrow that belongs neither to humans nor to animals; it is heavier, resembling the weight of a vein of chalcopyrite just before the pick strikes it, as though it already knew that from the next instant onward it would cease to be whole. Then I understand that perhaps death did not begin with human beings at all; perhaps it had always lived inside the stone, waiting patiently for the first hand to crack it, and since then it has merely changed faces: at times it wears the sweat of a miner from Nikisiani, at times the torn sandals of a Thracian climbing toward the summits with a black ram on his shoulders, at times the hands of a monk collecting rainwater from fissures in the rock to wash an icon. Its smell, however, never changes: always the same dampness, the same iron, the same wet earth beneath the fingernails, as though there were only one life passing from body to body and only one earth that continues to remember after everyone else has grown tired of remembering. Then I understood that darkness is never where light ends; it is where memory ceases to recognise itself. That is why those who descended deeply always returned slightly altered. It was neither the wounds nor the exhaustion — every body knows those — but something else, a minute displacement of the gaze, as though they had looked upon an age of the world that would no longer fit inside their eyes. I watched them rise slowly from the galleries, wash their hands at the cold springs below the slopes, rub their palms with sand until the black of the ore came away; yet the black remained beneath their nails, in the lines of their skin, in their voices. No water reached so deep. Then the women from Messoropi and Palaiochori would come, bringing bread, cheese, wine and clean shirts, and would look into their men's eyes without saying much, as though waiting to make certain that the same man had returned. Sometimes he had; sometimes something had remained below. They did not know what, nor did the men themselves. Only at night they would wake abruptly as if someone had called them from a great depth, go outside, look toward Akontisma or Avgo and stand motionless in the dark, where the summits disappeared into mist and the chestnut trees looked like old men who had forgotten how to die. I never asked them what they heard, because from time to time I too heard the same low pulse, a sound like a hammer striking iron and yet with no human hand to hold it. It may have been water finding another route through the gneiss, the earth slowly shifting its weight, or those whom the old men of Nikisiani called the Cabeiri whenever they wished to speak softly. They never pronounced that name near the galleries. They let it pass low through their teeth, as though afraid that someone might recognise it, and I always wondered who is more afraid: the man who invokes a god, or the man who believes that the god still walks through the mud. For whenever I thought I had seen one of those who later became gods, I saw him tired, his heels split, earth clinging up to his ankles, seated at the entrance to a gallery blowing on his hands to warm them, as though he had spent the whole night digging beside the men. I never saw him holding a thunderbolt; I never saw him shine. I saw him only in silence, and that silence was heavier than any miracle, because then I felt that even the immortals need somewhere to lay down their weariness, and if there is a place able to bear such weariness it can only be stone, which receives blood without judging it, tears without counting them, names without remembering them forever, for stone too forgets, only it forgets so slowly that human beings call it eternity, when it is merely another rhythm of time, so slow that even death grows tired of following it. From then on I ceased to fear the one who comes at the end and began to fear what remains, because death passes, whereas memory settles into rock like dampness, spreading slowly, finding the finest cracks, descending where light has never reached and waiting, always waiting, until a body weary enough to carry it appears. Perhaps that is why the old men of Moustheni avoided looking too long at the summits when the first autumn cloud descended. They said every mountain changes its face when it begins to remember. No one explained what precisely a mountain remembers, nor do I know, only that there are mornings when the air smells of wet copper before the rain has begun, when ravens fly lower over the ravines as if reading something written on the slopes, when wolves suddenly stop, turn their heads toward the earth and remain still as if listening to a voice no human being has ever been granted in its entirety. Then even the shepherds lower their voices without noticing, rest their staffs on the ground, look toward the mists descending slowly from Pilaf Tepe and cross themselves with that awkward movement of those who fear memory more than God, because God can forgive, but memory never does. Memory keeps even the warmth of the hand that touched a rock a thousand years ago; it keeps the breath of the horse that slipped on the schist, the blood that ran from a severed thumb across a vein of gold, the gaze of a child who descended into the galleries for the first time and returned old without a single day having passed. Everything remains somewhere; nothing is lost, it merely changes depth. And the more I walk, the less I trust my eyes, because the eyes see only the latest layer of the world, while smell, the hands, the knees resting on the earth remember better; they know that beneath every stone lies an older stone, beneath every name a name that was forgotten, beneath every prayer a fear that never found words. Once I met an old man near the springs of the Angitis. He was slowly washing a rusty pick as though preparing a dead body for burial. I asked why he still kept the tool when the galleries had been abandoned for years. He looked at me as though he had failed to understand the question, smiled very slightly, and said that galleries abandon men first, and only afterwards do men abandon the galleries. Then he went on rubbing the iron until the water filled with a dull redness like diluted blood. At that moment I thought that perhaps this was the only miracle I had been permitted to see: a man patiently cleaning a tool he knew he would never use again, and cleaning it nonetheless as though preparing the world for someone who would come after him. Perhaps this is how memory is finally preserved: not by great words or monuments, but by hands that continue a movement even when they know there is no longer anyone there to see it. In those days I began to suspect that the mountain had known death long before man learned it, not because it had seen more dead, but because it had learned to carry weight without complaint, and perhaps that is the first form of death: to bear something for so long that in the end you forget that you were once lighter. I saw it on the slopes above Nikisiani when winter broke: beeches bent beneath the snow without sound, chestnut trees slowly allowed their bark to decay, ash-grey wolves passed among them with that silent step of creatures that know nothing truly belongs to them — neither the forest, nor their hunger, nor their young, only their passage. The longer I watched them, the more I believed that man is the only animal that tries to defeat death, while all the others have learned to walk beside it without speaking to it. Once I descended to the old gold-bearing galleries where, they said, the Edonians listened to the voices of the earth before striking the first stone. I found only water, dampness and timbers blackened by time. I placed my palm against the wet gneiss and felt a chill that resembled not cold but waiting, as though the whole night stood behind it, waiting for me to remember something I had abandoned there centuries ago. Then came the smell of burnt fat from the lamps, then sweat, then blood, then incense, all together and without order, as though there were no difference between the Satrae descending with their picks, the monks who later chanted inside the caves, the miners coughing black dust, and the people who had not yet been born. There I understood that beneath the earth time does not flow; it accumulates. It becomes layer upon layer, like schist, like quartz growing slowly inside the cracks, like gold that never hurried to become human desire. Only human beings hurry. They hurry to baptise a summit, to raise an altar, to carve a name into stone, as though the stone had waited thousands of years to hear them. Yet then the rain comes, another winter passes over Akontisma, mist descends from Avgo, the incisions fade, names dissolve, and only the mark of the blade remains, a small wound in the rock slowly filling with lichen. Each time, that small green growth spreading over the stone seems to me more real than all the empires that have passed through here, because empires demanded to be remembered, whereas the lichens are content simply to exist, and perhaps this is the only form of immortality that requires no witnesses,
to go on growing upon something older than yourself without asking anyone to pronounce your name. Once I thought this privilege belonged to the gods; now I am uncertain even of them, because whenever I encountered the one men called the Cloud-Gatherer I found him looking more often at the earth than at the sky, as though he too were searching in the veins of Pangaio for something he had lost before he ever acquired thunderbolts. And there, in that silence smelling of rust, wet soil and moss, I understood that even the immortals carry a memory so heavy that not even they can lift it alone. Thus I learned to walk without trusting the road, because the road is always the youngest inhabitant of a mountain. Before it came the veins of quartz, the roots of beeches, the burrows of badgers, the paths of wolves, the engravings made by water, and deeper still those underground courses that no human foot has ever followed to their end. Only dampness knows them all. It passes from one rock formation to another without asking which age it belongs to. That is why whenever I place my hand on wet rock I feel that I am touching something without age, neither youth nor old age, only duration; and duration is more frightening than death because it is never completed, it merely becomes heavier, denser and denser until it begins to think. Yes, once I believed that even stone thinks, not as a man does with words and reasoning, but as a wound that refuses to close thinks: slowly, incessantly, in the same way that water opens a rock without ever deciding to defeat it. Perhaps this is the only true power, the power that desires no victory. I remember an old man from Proti telling me that anyone in a hurry to reach the summit will never know the mountain. I laughed then; I thought he spoke like all old men who love advice more than truth. Years later I understood that he did not mean the summits but the galleries, because the deeper you descend the less you care about coming out. It is not the darkness that holds you, nor the gold, nor the stories of the Cabeiri who once walked beneath the same roofs as the Edonians and left traces of smoke and molten metal on the stones. It is something else, something that begins as curiosity and slowly becomes a dwelling. At first you believe you are searching for a vein of gold, then for a god, then for a dead man; in the end you understand that all these were different names for the same lack, the lack every human being carries at birth and spends a lifetime trying to fill with faith, love, work, children, prayers, wars, while the lack itself remains motionless like the gneiss beneath his feet. It neither grows nor diminishes; it waits only to be recognised. That is why the most silent people I ever knew were always those who had spent many years inside the earth: the miners of Nikisiani, the woodcutters who climbed to the black pines of Akontisma, the monks who lived in the caves above the Angitis. They all had the same gaze, as though they had seen something that must not be described because every description would make it smaller. People asked them what lay so deep below; they shrugged, smiled almost imperceptibly and changed the subject. Once I thought they did it out of fear; now I think it was out of respect, because there are things that begin to die the moment they are named, as a flame dies when you close it inside your palm. And I am increasingly afraid of words, not because they lie, but because they tend to end precisely where the mountain has only just begun to speak. That is why I often leave a sentence unfinished inside me, as one leaves a tool at the entrance to a gallery knowing that someone else, in another age, will pick it up and continue the same blow against the same stone. Many times I have wondered whether man descends into the galleries to find gold or to find a form of himself that remained buried there long before he was born, because every descent resembles a return more than a discovery. Even when the hands emerge empty, they carry something that did not exist before the descent: a slowness, a silence, a slight mistrust of light. Those who lived for years beneath Pangaio never loved the sun as others did. They regarded it with the reserve one gives an old friend who has forgotten one's name. They preferred the first grey of dawn, when the summits of Avgo and Akontisma still seemed suspended in mist and the world had not yet decided whether it would become day or remain night. At that hour I felt that everything was closer to its truth: the stones had not yet begun pretending to be a mountain, the trees had not yet become a forest, people had not yet put on the face with which they would move through the day. Perhaps that is why the oldest memories always visit me just before dawn, when the earth smells of wet iron and the ashes of yesterday's fires breathe again for a little while. Then the image comes to me of someone rising alone from a gallery with a small piece of quartz in his palm, looking at it as though waiting for it to speak. He is neither young nor old; he could be a miner of the Macedonians, an Edonian, a monk from the caves of Pangaio, or the one whom men later called the Far-Shooter. They all resemble one another so much when tired that weariness becomes their only true kinship. I watch him sit on a stone, slowly open his hand and let the quartz fall to the ground as though returning something that had never belonged to him. Then he bends, places his ear against the earth and remains like that for a long time. That gesture has tormented me for years, because I have seen it repeated by so many different people that at some point I ceased to believe it belonged to them. It seemed more like a memory of the body itself, as though the knees knew on their own when they must bend, as though the ear remembered a sound the mouth had never managed to describe. Once I tried to do the same. I rested my head against the wet gneiss and waited. At first I heard nothing; then a distant pulse, so slow it resembled neither a heart nor water. It resembled patience, as though someone had been waiting down there for whole centuries without growing tired. There it became clear to me that perhaps the greatest difference between human beings and stone is not that people die while stone remains, but that stone knows how to wait without hope, whereas man, even after losing everything, continues to wait for something — a god, an answer, a return, forgiveness. This persistence moves me more than all his victories, because every morning I see him climb again toward the same slopes, grasp the same pick, strike the same stone, as though believing that this time he will open a vein leading not to gold but to a memory deep enough to explain why he was born. And the closer I came to that thought, the more difficult it became to remember my own face. It happened slowly, almost imperceptibly, as rain erases an old mark on schist. First the certainties disappeared, then the desires, then the need to distinguish myself from everything around me. Only the hands remained, always the hands. They remembered better than I did. They knew when a stone was ready to break, when a piece of wood had begun to rot from within, when a vein of quartz concealed something heavier beside it. They never explained how they knew, nor did I ask, because there are forms of knowledge that dwell in the body long before they reach thought, as roots dwell in the soil long before the leaves appear. Once, high among the chestnut trees overlooking Palaiochori, I saw an old man kneel before a rock bearing no image, no cross, no sign that might explain the posture of his body. He simply placed his forehead against the cold stone and remained still for so long that I began to think he had died. When at last he rose, his face was wet. I could not tell whether it was tears or water from the moss. He looked at me without surprise, as though he had been expecting me for years, and told me that stone remembers better than saints. Then he walked slowly toward the path without turning his head even once. Ever since, I have carried that sentence as one carries a piece of ore whose value is still unknown. Many times I tried to deny it. I thought of the churches, the icons, the prayers, the hymns that had sounded for centuries on those same slopes. Yet when I descended again into the old galleries, I understood that the psalms, the cries of the miners, the invocations to Bendis, the hymns to the Cloud-Gatherer, the whispers of monks, all remained down there in exactly the same way. No voice prevailed over another. Slowly they all became one low breath passing through the fissures of the gneiss as water passes among roots. The longer I listened, the harder it was to believe that the gods had succeeded one another. It seemed to me that they all inhabited the same depth, as successive veins of gold inhabit the same rock without ever meeting. Perhaps that is why Pangaio did not teach me which faith is true, but rather that every faith leaves behind the same dust when it collapses: the dust of marble, wood, bone and word. Every so often that dust rises into the air when the wind comes from Akontisma and settles on the leaves of beeches, on the backs of wolves, on the bells of flocks, on the beards of monks. No one notices it. Everyone breathes it. Perhaps this is the only true communion of mankind: to breathe, without knowing it, the remains of those who lived before. For the more the years pass, the less I believe that we inherit the earth from our ancestors. I think we inherit their memory, without anyone asking whether we are able to bear such a weight, and this memory continues to grow inside us as a root slowly grows in a fissure of rock, until one day the stone opens without a sound and everyone wonders how so small a root could have split it in two. Yet the root never hurried, never sought to defeat the stone. It was content simply to dwell within it, just as for so many years I have tried to dwell within this memory without explaining it, because I am beginning to fear that whatever can be easily explained has already moved away from its truth. What torments me most, however, is not what I remember but what returns without asking my permission, because there are days when a smell is enough to open an entire gallery inside me: the dampness of an old wall, the iron of a rusty door, resin running slowly from a wound in a black pine, and at once I am beneath Pangaio again without having taken a single step. I hear water moving through the fissures of the gneiss, so slowly that it seems to think before changing direction. I hear the raven passing above the mouth of the gallery and for a moment its flight becomes a shadow inside the earth. I hear someone cough behind me, and when I turn there is no one, only the mountain's breath rising warm from the deeper strata as though a body asleep for centuries were breathing without ever waking. It is then that I find it hardest to distinguish myself from all those who walked here before me, because their footsteps were not lost; they merely filled with earth, as a groove in rock fills without ever truly disappearing,
and perhaps this is what the old men meant when they said that every person leaves his shadow beneath the mountain. They were not speaking of the soul; soul is a word that comes later. They were speaking of weight, of that imperceptible trace the body leaves when it works, when it is afraid, when it falls in love, when it buries a dead person, or when it stands alone before a stone and waits to hear something that will never be spoken in a human voice. Once, shortly before the first snow, I followed the old path toward Pilaf Tepe. The chestnut trees had shed almost all their leaves; only a few dark clusters remained high above, like thoughts refusing to abandon an ageing mind. The ground was heavy, stones slipped beneath my boots, and every so often I bent to place my palm on the earth, not from tiredness but from necessity, as though I needed to make sure the mountain was still there. There are moments when Pangaio disappears before its summits do, when it becomes so old that it ceases to resemble a place and begins to resemble someone else's memory. Then even the place-names change form inside me. Nikisiani ceases to be a village and becomes a voice calling someone to return. The Angitis ceases to be a river and becomes the slow thought of water before it decides to reveal itself to the light. Akontisma ceases to be a summit and becomes a wound time left open upon the sky. I do not know whether all this had always existed or whether my solitude invented it. I know only that as I grow older I trust less and less the difference between memory and stone, because both resist in the same way: never with noise, never with violence, always slowly, always with that inconceivable patience that makes even the gods seem transient. That is why, when I think of the one men called the Cloud-Gatherer, I do not imagine him above the clouds but sitting at the entrance to an abandoned gallery, holding in his hands a stone he failed to open, looking at it as an old man looks at his face in water and wondering whether the greatest power granted to him was the endurance to wait or the humility of knowing that even the thunderbolt passes, while the stone remains and continues to remember all those who believed they had come to change it, when in truth it was the stone that was changing them little by little until they too became one more layer of its silence. Since then I walk as though I am constantly hearing someone behind me. I never turn around at once. I learned that whatever follows a person inside Pangaio dislikes sudden movements. It prefers the patience of stone. First it allows fear to settle on the shoulders, then doubt to descend into the hands, and only when the body has acquired the necessary weight does it reveal itself — never as a form, always as a slight alteration of the world: a chestnut tree that a moment ago stood motionless and now creaks without wind, a raven staring insistently at the same patch of ground, the water of a spring suddenly darkening without a shadow touching it. People call such things coincidences because they are afraid to admit that the earth still possesses ways of speaking that we no longer understand. Perhaps once we knew them, perhaps when the Edonians still walked among the beeches without separating the sacred from the everyday, when Bendis lived not in temples but in the breath of animals just before they drank, when the Cabeiri were not yet gods but men who remained so long inside fire that the memory of others could no longer contain them. Sometimes I think all gods are born this way, not from their power but from the inability of human beings to remember correctly. Time removes first the sweat, then the weariness, then the fear; at the end only a radiance remains, and people baptise it immortality. I remember differently. I remember the Cloud-Gatherer resting his back against a wet stone near
the old galleries of Palaiochori, rubbing his palms together as any man does after working for hours in the cold. I remember the Far-Shooter staring at a broken vein of quartz in silence, as though waiting from the stone for an answer even gods are not easily entitled to hear. I remember the Earth-Shaker rising slowly from the Angitis with drops in his beard smelling of limestone and moss. None of them seemed powerful to me. They seemed tired, and that weariness made them more real than all the prayers I later heard raised in their names, perhaps because anything that endures for very long begins to tire of its own endurance. Sometimes I see even the mountain grow tired: in landslides that suddenly open the slopes, in black pines that fall slowly after a hard winter, in old galleries that subside and fill with water as though the earth had decided to take back what we once removed from it. Then no one resists, neither humans nor gods. All stand silent for a while before the yielding of the stone, as one stands before the face of an old man who has fallen asleep for the last time. And whenever I see a rock break, I think not of destruction but of return, because nothing here is truly lost. Marble becomes sand, sand becomes mud, mud becomes root, root becomes chestnut tree, chestnut tree becomes fire, fire becomes ash, and ash returns again to the gneiss. Only man persists in believing that his own course follows a different road, whereas every time I place my hand on wet rock I feel clearly that I too have already begun to return, long before I die, long before I lose my name, long before another person stands on the same spot, touches the same stone and feels, without knowing why, that beneath his palm a memory older than every god and every human being who ever dared to climb Pangaio is still breathing. There are nights when I believe Pangaio is asleep, not because it is at rest but because its silence acquires the depth people have when dreaming. Then the air changes and grows heavier, passing among the beeches without moving their leaves. Ravens fall silent before darkness has even come. Dogs in the villages of Proti and Messoropi lift their heads for a moment as though hearing some distant call, then lie down again without barking. At such hours I understand that the world possesses an order much older than any law invented by man, an order that does not ask to be understood but only to continue: as water continues to drip inside abandoned galleries even though no hand descends any longer to hear it, as roots continue to embrace the gneiss without knowing that they split it, as gold continues to sleep in the veins of the mountain indifferent to the desire of those who spent whole centuries searching for it. Then I reflect that perhaps our greatest error was to believe that the world was created in order to reveal itself to man, whereas every day I spend here shows me the opposite: man is the one who ceaselessly tries to reveal himself to the world. He strikes the stone, carves names, raises altars, lights fires, writes prayers, digs ever deeper, as though hoping that one day the earth will recognise him and answer. Yet the earth always answers in the same way: it allows time to pass over him, and time removes first the voice, then the name, then the face; in the end only the weight his body left on the ground remains. That is why sometimes, when I walk the old paths toward Akontisma, I stop suddenly without knowing why and look down at my feet as though afraid I might step on someone who can no longer be seen — not a body but a memory. For memories dwell in the soil like seeds. They wait for years in darkness asking for nothing, until one day a smell, a touch, the sound of a pick striking schist is enough to wake them. Then they rise slowly toward the light, wear for a while the face of a man, a god, a wolf, a monk, and then disappear again into the same earth from which they came. Perhaps this is why I find it difficult to believe that anyone is ever truly born or truly dies. I see only ceaseless transformations, as I see water become vapour, vapour become rain, rain become a spring of the Angitis, and the spring vanish again beneath the gneiss. Everything returns without repeating itself; everything changes without ever abandoning what it once was. Only man insists on asking for a beginning and an end, perhaps because he cannot bear the thought that Pangaio never waited for him, that the beeches had already rooted when there was still no language to name them, that the Cabeiri were once human beings or that human beings were once Cabeiri, that even the Cloud-Gatherer, however high the memory of mortals raised him, once laid his tired forehead against this same stone, asking from silence for something that even immortality had never managed to give him. And since then, whenever I touch the wet rock, I do not feel that I am touching the past but something that continues to happen, slowly, soundlessly, with the patience of matter, which knows that all lives, all gods and all ages are merely a brief breath inside the endless sleep of stone. The more I allowed my body to obey the rhythm of the mountain, the less I understood where I began and where it ended, because at some point my movements ceased to be mine. I climbed the slopes as water rises through the trunk of a chestnut tree, slowly, without haste, without any purpose that could be put into words, only with the certainty that each step already knew its place before I decided to take it. Many times I stood before a rock and waited. I did not know what for, nor from whom, and yet I waited with the same patience with which gneiss waits for water to pass through it. At such times I could hear time at work. It never makes a sound when creating, only when collapsing. Creation is always silent: a root moving through a fissure, a drop returning to the same point thousands of times, a man growing old without noticing when he began to resemble his father. So it was here as well. Nothing was born abruptly, neither the gods nor the galleries nor our fears. Everything gathered slowly inside the same stone until one day it acquired a name, and from then on people believed that naming was also the beginning of things. Yet every time I pronounce the word Pangaio I feel I am referring only to the most recent name of a presence that spent countless centuries needing no word in order to exist. Perhaps that is why my truest moments here were always those in which no one spoke. I remember a shepherd near Domatia standing motionless before a ravine as afternoon faded. The sheep had gathered around him, their bells sounding so low that they resembled drops falling into deep water. I approached and stood beside him without speaking. We spent a long time looking at the same slope. When at last he turned to me, he spoke neither of the animals, nor of the weather, nor of the approaching winter. He said only that the stones here grow tired before people do. Then he smiled as though he had revealed something too simple for me to understand and went on his way. I have carried that sentence for years and still have not reached its end, because every time I see a landslide, a rock opening, a gallery collapsing beneath its own weight,
I think that perhaps exhaustion belongs not only to life but to matter as well, that perhaps even stone is worn down by the ceaseless effort of holding within itself so many ages, so many winters, so many fires, so many names, so many gods who passed over it believing they would remain forever. Then I reflect that immortality is not a privilege but the heaviest burden of all, because it means remembering where everyone else has forgotten, continuing to bear forms that long ago ceased to recognise themselves. Perhaps that is why the Cloud-Gatherer, whenever I meet him in my memory, carries not thunderbolts but silence, a silence so dense that no prayer can penetrate it. He sits at the edge of an old mining gallery, his hands covered in fine quartz dust, blows slowly into his palms as a miner does before taking up the pick again, looks for a while toward the summits of Avgo and Akontisma and then lowers his eyes, as though knowing that what he had sought for so many centuries was never in the sky but always down here, inside the wet stone, where memory becomes matter and matter continues to breathe long after the final breath of human beings. And the deeper I descended, the more I felt that the mountain had ceased to be a place and had become a mode of existence. There was no longer any difference between the path and thought, between the rock resisting the pick and the word resisting inside my mouth. Everything required the same patience, the same persistence, the same silent consent that nothing great is given to the one who hurries. Perhaps that is why I never trusted people who spoke too easily about the gods. I watched them raise their eyes toward the sky, while Pangaio had always taught me to look down, toward where the water disappears, where roots touch stone without seeing it, where the old veins of gold sleep like nerves in a body that continues to feel even when no one touches it. Once, inside an abandoned gallery, I found the wooden handle of a pick. The iron had rotted away years before; only the wood remained, blackened and smooth from the palms that had held it. I took it in my hands and for a moment felt the strange certainty that memory dwells more fully in wear than in objects, because that handle had forgotten the face of the man who held it, yet it still remembered the force with which his fingers closed around it, the anxiety before the first blow, the relief when the stone opened, the disappointment when the vein suddenly vanished into the gneiss as though it had never existed. Then I thought that perhaps the mountain itself remembers in this way: never entire lives, never entire names, only pressures, weights, blows, breaths, as the body remembers an old scar without remembering the day it was made. That thought followed me for years, until one afternoon, a little above Moustheni, as the mist descended slowly among the beeches and the bells of the flocks dissolved into one another as though sinking into water, I saw a young shepherd standing before a rock and touching it with his palm for no apparent reason, exactly as I had done so many times, exactly as I had seen old miners, monks and woodcutters do, people who had never known one another and yet repeated the same gesture with the precision of an ancient rite. At that moment I understood that memory is transmitted not only through words but through the postures of the body: through the way a knee bends before a stone, the way a hand reaches out before the mind has decided, the way the breath shortens when one approaches the entrance to an old gallery. All these things travel from person to person without anyone teaching them, as though beneath Pangaio there existed a second body, invisible, composed of all the movements of those who passed through here, and we, without realising it, from time to time borrow a gaze, a touch, a fear, a silence from that body and believe them to be our own. Perhaps that is why I never truly felt alone on this mountain, even when there was no one within days of me. Something always walked beside me, never in form, never as a ghost, but as that imperceptible change in the air that comes before rain, as the shadow of a cloud passing over Avgo without touching it, as the sense that the earth beneath my boots already remembers the next step before I take it. And the more I trusted that sensation, the less I feared death, because I began to suspect that death is not the moment the body ceases to move but the moment its memory ceases to be transmitted. And if Pangaio has taught me anything through all these years, it is that the memory of stone knows no such ending, only deeper layers, deeper silences, deeper forms of waiting, as though it were ceaselessly preparing a world that already exists beneath the one we see and waits patiently for someone to remember it again. From then on I ceased to believe that life moves forward. It moves only deeper, as water does when it disappears into limestone and, years later, rises elsewhere without having forgotten a single stone it touched on its way. So too I carry inside me people I never knew. Sometimes my hands close around a pick in a way no one taught me. My feet avoid a loose rock before I have seen it. My breath shortens when I approach an abandoned gallery, as though it remembers by itself the air that once failed someone else. And there I begin to doubt even my body, because the body remembers things the mind refuses. It knows paths I never walked, fears ravines I never saw, recognises the smell of arsenopyrite before thought has time to name it, as though it lived a life that was hidden from me. Perhaps all lives are concealed inside one another as veins of gold are concealed inside gneiss, never whole, never fully visible, only brief flashes in the dark that for an instant make the stone appear transparent. At such moments I think I see the entire mountain from within, not its summits but its entrails: waters that have not yet become springs, roots that have not yet become trees, fires that once melted the metals and continue burning at such a depth that no human name has ever reached them. Then I understand why the old miners entered the galleries with lowered heads. They were not greeting the earth; they were asking permission, not from any god but from that invisible patience dwelling inside matter. Perhaps that patience is the only true sanctuary of Pangaio, not the summits, nor the temples, nor the crosses later raised along its ridges, but the slow consent of stone to surrender for a while a portion of itself to whoever descends deeply enough to understand that he has not come to take but to return. For nothing is ever truly extracted. Everything borrows a form for a while and then goes back to where it began. Gold becomes coin, coin becomes desire, desire becomes war, war becomes ash, ash becomes soil, and the soil covers again the vein once opened by the pick. Thus the world continues to turn not because people move it but because the earth has learned to receive without complaint what they return without realising it. Many times I have thought that perhaps even the gods were merely a brief deviation in this circular return, a breath taken by the stone in order to remember itself through human eyes. That is why I always see them ageing in my memory, never triumphant, never ruling. The Cloud-Gatherer rests his tired forehead on wet rock; the Far-Shooter watches a raven disappear above the ravines of the Angitis; the Grey-Eyed One runs her fingers along a crack in the marble as though reading within it a text older than any wisdom. And all of them remain silent, because they learned what man takes longest to learn: that the truth of this mountain dwells neither in the sky nor in the depths of the galleries, but in the slow passage from one to the other, where stone becomes memory, memory becomes body, and the body, even before death touches it, has already begun to return to where it always belonged. And the more I learned to return, the more I understood that return never leads to the same point, because neither the stone nor the person touching it remains the same. Everything changes slowly, so slowly that change resembles stillness, as the face of an old man changes when you see him every day and one day suddenly realise that an entire century has gathered on his skin. Pangaio changes in the same way, except that its age is measured in rains, landslides, roots finding a new route through gneiss, galleries silently filling with water and ceasing to belong to human beings. Each time I descend into one of them I feel that I am entering a place where oblivion works with greater persistence than memory. It does not erase or destroy; it only smooths everything — the edges of rocks, the wooden supports, bones, names, even gods — until in the end all acquire the same calm aspect stones have after many years in water. And perhaps this is the only justice I have ever known: everything returning gradually to the same silence, without distinguishing the king from the miner, the monk from the hunter, the Cloud-Gatherer from the man who carried wood on his back from Moustheni to the summits. Many times I tried to imagine the last thing a person remembers before disappearing. Once I believed it was his mother's face; later I thought it was light. Now I am certain of neither. Those who spent many years inside Pangaio always carried something different in their gaze, as though in the final moment they heard not a voice but a sound much deeper, that low pulse running through the rock when water meets a hidden vein and changes its course. Perhaps in the end a person dies hearing what the earth has always heard. If that is so, then our whole life resembles a slow training of the ear, an attempt to remember a sound we knew before we acquired language, before we acquired a name, before we learned to distinguish ourselves from the soil that holds us upright. That is why, as the years pass, I care less and less whether the Cabeiri truly existed, whether Orpheus actually walked these slopes, whether the Cloud-Gatherer once left his thunderbolt on Akontisma. All these things, whether they happened or not, already belong to the same memory, as pure gold and the rust covering it belong to the same vein. What concerns me is something simpler and perhaps therefore more difficult: how can stone bear so much memory without bending, when a human being bends beneath a single recollection? Many times I have knelt before the same rock waiting for it to give me an answer. It never did. Yet it gave me something heavier than any answer: the slow certainty that there are questions that hold the world together precisely because they remain unanswered, as the desire of water to become stone remains unanswered, or the desire of stone one day to become fire again. And between these two silent desires man continues to walk, small, tired, full of fear, carrying a pick, a cross, a bow or a piece of bread, believing he is crossing Pangaio while every step imperceptibly inscribes itself upon him, until one day, without realising it,
he ceases to be a passer-by and becomes himself a thin, almost invisible vein inside the mountain's endless memory. Then I began to encounter them more often, never all together, never in the same season; each of them had remained bound to a different height of the mountain, as though he had chosen for himself the place of his exile. The Cloud-Gatherer wandered between the summits of Avgo and Akontisma, walking slowly, bending every so often to pick small stones from the gneiss and turning them for a long time in his palms as an old man turns photographs that are beginning to fade. The Far-Shooter often descended toward the springs of the Angitis before dawn, leaving his bow against the trunk of a chestnut tree and washing his hands for a long time, as though trying to remove from them a dust that no water could carry away. The Grey-Eyed One climbed as far as Pilaf Tepe, always carrying with her a small slab of marble; she placed it on the ground, observed it as one observes a beloved face, and then left without taking anything. The Earth-Shaker never abandoned the Angitis; he walked in the water as though searching for an old road lost beneath the stones. The Golden-Shafted One followed the ash-grey she-wolves above Messoropi and Domatia. None of them feared her. She moved among them as mist passes through black pines without breaking a single branch. Many times I saw all of these figures cross one another without greeting, like people who had known one another so long ago that every greeting had lost its meaning. Only the Cabeiri continued to live deep beneath the earth. I never saw them clearly. I heard them working behind the rocks, slowly striking chalcopyrite, arsenopyrite, galena, not in search of gold but as though they were still maintaining the veins of the mountain so that the whole thing would not collapse. Someone from Nikisiani once told me that if the Cabeiri stopped digging, Pangaio would cease to remember. I did not believe him then, but now, whenever the galleries remain silent for many days, I am afraid that one more of them has put down his pick and sat exhausted in the darkness. When that happens, the summits age suddenly, the ravines around Moustheni deepen, the chestnut trees lose their leaves before autumn arrives, the ravens gather above Palaiochori and stare toward Symvolo as though waiting for someone who has been centuries late in returning. Then I understand that people are wrong when they believe they inhabit Pangaio. In truth, Pangaio inhabits us. It passes slowly through our bones, through memory, through words, until one day we too begin to resemble those tired gods I encountered on its slopes, beings so old that even immortality appears upon them as a form of exhaustion. Gradually I began to understand that the summits of Pangaio do not all rise toward the same sky. Akontisma looks toward a time that still resists becoming past; Avgo carries within it a silence so old that even the mists lower themselves as they pass over it; Mati guards the memory of water before it becomes the Angitis; and Pilaf Tepe still remembers the steps of those who climbed without knowing whether they were searching for an altar, a mine, or their own fear. Every summit holds a different age of the world and every ravine a different form of death. That is why I never believed the gods lived on Olympus. Their power lived there; their exile began here, on the slopes of Pangaio. Here I watched the Cloud-Gatherer slowly lose the brightness from his eyes, not from sorrow but from knowledge, because anyone who remains long enough between gneiss and schist ceases to believe in dominion. Even the thunderbolt is a brief flash before the patience of stone. The Grey-Eyed One wandered above Proti carrying an owl so old that its eyes resembled two small pieces of quartz. She no longer sought wisdom; she sought oblivion, because there are kinds of knowledge that make breathing more difficult the longer they remain inside you. The Far-Shooter moved from Messoropi toward Palaiochori along the same routes as the roe deer. He never hunted them. He merely watched them vanish among the beeches, as though remembering an age when humans and animals still shared the same dream. The Golden-Shafted One sat at the edges of old mining openings and wove wreaths of lichen, not flowers. Lichens endure longer than flowers, and perhaps only they truly understand stone. The Earth-Shaker followed the Angitis until the water vanished into the earth again. Every so often he knelt and touched the limestone with his fingertips as though feeling the pulse of a sleeping child. Bendis climbed alone toward the chestnut trees of Nikisiani when the moon was late to appear. She carried neither bow nor torches, only a small stone polished by the waters of the Angitis. Each time she held it to her ear, as though listening inside it to someone who continued speaking centuries after death. Then the Cabeiri would appear as well, never as complete figures but as shadows behind the flames of lamps. They continued their work without interruption, striking magnetite, hematite and galena with a persistence that no longer served any metal but the memory of the earth itself. I understood then that the galleries had not been opened in order to find gold but to allow the past to breathe, because if it remained sealed for too many centuries the stone would become so heavy that not even the roots of the beeches could lift it. Perhaps that is why landslides always resemble sighs, as though the mountain had grown tired for a moment of holding so many people, so many gods, so many prayers, so many names within itself. And whenever I pass among Akontisma, Avgo, Pilaf Tepe, Nikisiani, Moustheni, Proti, Palaiochori, Messoropi and the Angitis, I feel that I am not crossing places but ages of the same memory, as though walking inside the body of a giant that continues to breathe so slowly that people mistook its breath for eternity and eternity for death. Yet I am beginning to believe that neither exists; there is only this slow, endless return of matter to itself, and within it we all wander, humans, gods and animals, like tired pilgrims who long ago forgot their original names. Sometimes I wonder whether Pangaio still remembers its first name, or whether it too, like all of us, remained to live inside the words others gave it, because there are mornings when the summits seem to reject even their own shape. Akontisma disappears into low mist as though it did not wish to be recognised. Avgo keeps its silence closed the way a shell keeps its final darkness. Mati looks toward the ravines without a gaze, only with that certainty stones possess when they know nothing needs to be proved. And I walk among them as one walks among faces that have aged more than memory itself is permitted to age. Then I see them again, never as apparitions, never as miracles, but as one sees an old shepherd sitting alone outside a fold. The Cloud-Gatherer has left his thunderbolt to rust beside a beech trunk. He no longer needs it. For years now he has gathered small stones from streambeds and placed them carefully side by side as though trying to remember the mountain's original shape. The Far-Shooter no longer hunts. He follows white-backed woodpeckers as far as the chestnut trees of Messoropi and stops whenever a bird strikes the bark, listening carefully to the echo as though hoping to recognise in that small wooden sound a voice that once called him by another name. The Grey-Eyed One moves among the ruins of the old mines of Nikisiani holding fine pieces of schist in her cupped hands, turning them as old women turn prayer beads, not in order to count time but to let it pass through her. The Golden-Shafted One descends every dusk to the springs of the Angitis, bends, wets her fingers and touches the foreheads of deer that approach without fear. No animal seems surprised by her presence, as though they had never ceased to know her; only humans forgot. The Earth-Shaker often stands at the entrance to the ravine of Orpheus, places his palm on the limestone and waits, as though listening to the water that still moves beneath the earth. Bendis passes silently through the mists of Palaiochori accompanying the she-wolves with the calm possessed only by those who have ceased to distinguish the hunt from prayer. And deeper still, where even the roots of the beeches no longer reach, the Cabeiri continue to work. I hear them exchange only a few words. They never speak of gold, never of power. They speak of the temperature of stone, of the sound gneiss makes when it grows tired, of veins of quartz that have begun to forget the light, as though they still served a task no human being remembers. Then I understand that Pangaio preserves its gods not out of reverence but out of necessity. Someone must continue caring for what humans abandoned. Someone must keep the memory of the galleries open, straighten roots entangled in old timber supports, clear the veins of water before they reach the Angitis, gather the forgotten names that fall from the summits every winter as dry chestnut leaves fall. And the longer I watch them, the less I think of them as immortals. They seem instead like the last guardians of a memory so heavy that no human being could carry it alone. Perhaps that is why Pangaio continues to breathe: because there are still those who, in the galleries, in the ravines, in the waters of the Angitis, among the beeches of Moustheni, the chestnut trees of Proti, the stones of Akontisma and Avgo, quietly continue the work of memory, while we, unsuspecting, pass above them believing we are merely crossing a mountain. Once I believed the greatest anguish of man was death. Now I am beginning to fear something older: the moment the world ceases to need our memory. The more I walk on this mountain, the more I realise that Pangaio has always been self-sufficient, before the Edonians, before the Satrae, before the Macedonians, before the monks who raised small hermitages in fissures of rock, before even those whom people called Olympians. All passed through here like brief seasons of a stone that never hurried to acknowledge them. That is why when I look at the steep slopes above Palaiochori I see not only rocks but strata of forgotten presences. Orpheus still sits near the ravine where the water lowers its voice before disappearing into the earth. He holds no lyre; he holds an old pick with a broken handle and strokes it as one might stroke the face of a sleeping child. The Cloud-Gatherer stands a little higher, above the chestnut trees of Nikisiani, observing the clouds without commanding them. By now he knows that clouds follow their own will just as landslides follow their weight. The Grey-Eyed One passes among the beeches of Moustheni and every so often stops to read the cracks in a rock as though reading funerary inscriptions written in a language even she has forgotten. The Far-Shooter has allowed his bow to become covered in moss near the springs of the Angitis. No one touches it. Even the roe deer pass beside it with that strange courtesy animals show toward what,
what they recognise without understanding it. Bendis continues to climb toward Akontisma following the she-wolves, not to lead them but to remember with them the smell of blood before it became sacrifice and the smell of fear before it became religion, while the Cabeiri still work deep beneath Avgo. I hear them whenever the earth breathes a little more heavily. They strike the quartz with such care that it seems they are opening not stone but time, as though trying to keep the ages joined together so that the world will not dissolve into its own oblivion. Then I understand that neither the gods save Pangaio nor Pangaio the gods. They save one another's memory, as the root saves the stone from its loneliness and the stone saves the root from its fall. And I wander among them without knowing whether I am still human or whether I too have become one of those small, almost invisible beings that inhabit the interval between gneiss and wind, because whenever I pass through Messoropi, Proti, Nikisiani, Domatia, Moustheni, Palaiochori, Akontisma, Avgo, Pilaf Tepe and the Angitis, none of these names sounds to me any longer like a place. They all sound like old kinships waiting patiently for me to remember them whole. Perhaps this is the only true form of immortality: to continue inhabiting the memory of a mountain without needing either body or name, only the slow breath of the stone that still carries you as it carries water, gold, roots, gods and humans, all with the same silent tenderness, all with the same implacable oblivion. Then there came a time when I stopped climbing Pangaio in order to know it and began climbing in order to find out how little it still remembered me, because I understood that love for a place is born at the moment you accept that it can exist in its entirety without you. I stood above Akontisma and watched the mist move toward the ravines as oblivion moves through the body of an old man, slowly, almost tenderly. No tree resisted, neither the beeches nor the chestnuts nor the black pines, which stood motionless as though for centuries they had been reconciled with the idea that one day they too would become soil. Only man continues to resist what already inhabits him. Perhaps that is why I pity him more than any other creature. I watch him carry his anguish as the miner carries his lamp deep into the gallery, believing that his small light defeats the darkness when in truth it is the darkness that protects the light from the wind. Many times, when I pass the old mines of Nikisiani and Palaiochori, I still encounter Hephaestus sitting beside the extinguished furnaces. His hands are covered in burns, not from the fire but from its memory. For a long time he looks at the rusty iron tools without touching them, as though he knows that every tool continues working even when no human hand lifts it any longer. A little higher, on the slopes of Moustheni, Demeter gathers chestnuts no one will eat and places them carefully at the roots of the oldest trees, as though feeding the earth itself so it can endure another winter. Dionysus wanders among the old vineyard terraces without a thiasos, without wine, without music, alone. Every so often he bends and smells the soil, as though searching for the last drop of intoxication left within it. Even he has grown tired of being a god. Only Bendis seems to retain something of her ancient wildness. I see her at night standing motionless at the edge of the forest, where the path toward Avgo begins. Wolves pass beside her without turning their heads, as though she too were part of the forest, like the stones and ferns. Deeper still, beneath Pilaf Tepe, the Cabeiri continue slowly to forge the world. Never metals, never weapons: they forge the coherence of memory, joining with invisible blows the ages as they fall apart. That is why whenever a muffled sound is heard inside the earth everyone thinks some vein has cracked, whereas I know that one of the Cabeiri is still trying to hold together a memory in danger of being lost — perhaps a man who forgot his face, perhaps a god who forgot why he became a god, perhaps a mountain in danger of forgetting that it was once fire. And when the wind comes down from Akontisma toward the Angitis, passing through Proti, Domatia, Messoropi, Moustheni, Nikisiani and Palaiochori, it carries all these weary beings with it without distinguishing among them. Their breaths become one breath, their footsteps one path, their anguish one stone. Then I feel I am walking not among places or gods but inside an endless family that has learned to live without hoping for salvation, because it understood something I am only now beginning to suspect: death was never the opposite of life; it has always been the most faithful way in which the earth takes back its memory. From then on I began to understand why no one ever truly conquered Pangaio, neither the kings who sent men to open its veins of gold, nor the armies that raised flags on its summits, nor the monks who believed their prayers would fill the caves with light. The mountain never resisted anyone. It let them all pass as gneiss lets water pass through it, knowing that in the end every conquest returns to the soil from which it was born. Only human beings call victory what stone calls a parenthesis. Many times I stood on the slopes above Eikosifoinissa as the light slowly faded behind Symvolo and watched the shadows lengthen until they merged with Pangaio. Then the world seemed to become one again, as though there had never been borders between mountains, between gods, between people. At that hour Hermes appeared, not as a messenger but as the last traveller. His sandals were filled with mud from the paths of Proti and Moustheni, his caduceus had become a simple shepherd's staff. He walked from Nikisiani to Palaiochori carrying no command, only lost names, gathering them from the edges of the paths as one gathers fallen apples before they rot. A little higher, Hestia still kept a small fire in an abandoned woodcutters' hut. She never enlarged it, never allowed it to die, as though she had understood that even fire needs someone to remember its temperature after all flames have become ash. Artemis followed the wild boar through the dense forests above Avgo without hunting them; she simply walked beside them until they vanished among the beeches, as though centuries ago she had abandoned the need to possess and kept only the companionship of movement. Deeper still, where the water of the Angitis touches the last roots before disappearing again into the limestone, Orpheus continued to sing without a voice. I could not hear his melody. I saw only the stone slowly changing colour around him, as though absorbing the sound before it was born. Then I realised that perhaps his songs had never been written for human ears but for the veins of the mountain, for quartz, schist, hematite, gneiss, for all those things that remain silent for centuries and yet continue to listen. That is why the Cabeiri stopped their hammers for a moment whenever he passed, not out of reverence but because even metal sometimes needs to remember that it was once song before it became stone, just as stone was once fire before it became mountain. And I walked among them ever lighter, not because my weight diminished but because little by little it ceased to belong to me. Pangaio received it with the same quiet naturalness with which every autumn it receives the leaves of the chestnut trees, every winter the snow, every spring the waters of the springs, every season another human being who believed he had come here in search of truth and left without understanding that truth had been watching him from the very first moment through the eyes of the mountain, waiting patiently for him to become tired enough finally to see it. And the farther I moved from people, the more clearly I heard the weariness of the world, not my own but the weariness matter has carried since it first acquired form. There were afternoons above Akontisma when even the wind blew like an old man returning from a long road, the beeches bent slightly, the chestnut trees let their fruit fall without hurry, the Angitis moved deep beneath the stones as though it no longer wished to be seen. Then they appeared one by one, never all together, as though each respected the solitude of the others. The Cloud-Gatherer sat at the edge of an old mining ravine and watched for hours as clouds passed over Symvolo without raising his hand. He seemed to have forgotten whether he had once ruled them or had always followed them. The Earth-Shaker rose slowly from the underground courses of the Angitis holding small pieces of limestone in his palms, examining them as an old man examines the bones of his children. The Grey-Eyed One walked from Moustheni to Proti collecting owl feathers. She never kept them. She placed them inside cracks in the rocks as though returning to the earth something it had lent her for a while. The Far-Shooter still followed the red foxes above Domatia. He never drew his bow. He walked behind them with that silent devotion possessed by those who know that the highest form of hunting is to learn no longer to kill. Bendis wandered among the dark chestnut trees of Nikisiani when the moon remained hidden behind the mist, touching the trunks one by one as though counting the winters that had passed over them. Dionysus stood among the old vineyard terraces looking at the dry vines without sorrow, as though he knew that even wine eventually returns to the soil from which it was born. And deeper still, where the gneiss becomes almost black and quartz seems to breathe beneath the flame of the lamps, the Cabeiri continued to work tirelessly. Only now did I understand what they were truly forging. They were not repairing the veins of gold or supporting the galleries; they were forging oblivion, giving it weight so that the world would not disappear prematurely inside its endless memory. For even memory needs an adversary if it is not to collapse beneath its own burden. Then for the first time I felt that my anguish had not been born with me. Before me the gods had carried it, before the gods the Edonians, before the Edonians the first people who laid their ears against wet rock, and before them the stone itself, which had waited whole centuries to acquire someone fragile enough to give it a voice. Perhaps that is why Pangaio never asks for faith, worship or sacrifice. It asks only for bodies willing to tire themselves enough to hear its slow pulse, because only then is it revealed that death was never the great silence we feared but the moment when a human being finally hands his small memory over to the immense memory of stone and ceases to distinguish himself from the wind passing over Avgo, from the water returning to the Angitis, from the root descending toward the gneiss, from the tired gods still wandering among the beeches, not because they are still waiting for salvation but because they learned long before us that even immortality is a long road of return toward the earth. From then on I stopped searching for the beginning of the world, because I saw it every time I bent to touch a stone. The beginning was not behind me but beneath my hands,
inside the wet gneiss that still preserved the warmth of a fire extinguished countless ages ago. Then I saw more clearly that fire never dies; it merely learns to dream as stone. Perhaps the same is true of the gods. The Cloud-Gatherer no longer waited for storms; he waited for the sound of a drop falling from the roof of an old gallery near Nikisiani, listening to it strike the quartz with the same attention he once gave his thunderbolts, as though he had understood that the world is changed not by great explosions but by drops that persist. The Far-Shooter had abandoned even the silence of the hunter. He walked among the beeches of Proti and the black pines of Akontisma with empty hands, every so often stopping before a trunk and resting his forehead against the bark, as though asking the tree to remember what he himself had lost. The Grey-Eyed One descended toward Palaiochori carrying pieces of white marble in her apron and left them at the edges of the paths without looking back, as though marking a road only the dead could still recognise. Bendis stood in the ravines of Moustheni when the first snow covered the ferns. Wolves
passed around her without a sound, their eyes the colour of wet stone, and for a moment I could not tell who was watching whom. Dionysus moved through the abandoned vineyard terraces, touching the dry vines with his fingertips and smiling so faintly that it seemed more the memory of a smile than a smile itself, while Hephaestus sat deep beneath Avgo with the Cabeiri and watched fire breathe inside the hematite. None of them forged metals any longer; they forged time. Each blow of the hammer drove one age deeper into the earth and lifted another a little nearer the light. That is why Pangaio sometimes seems younger than it is and sometimes older even than the memory of the gods. Then I met Orpheus at the springs of the Angitis. He sat alone, his lips moving as though he were singing, yet no voice came from him; only the water changed its rhythm, the trout paused in the current, the poplars ceased trembling, even the ravens above Pilaf Tepe folded their wings as though listening to a music that had grown so tired it no longer needed sound in order to exist. Then I understood that myths survived not because people remembered them but because stone kept them alive. Every rock of this mountain hides within it a god who learned to age, a human being who learned to fall silent, an animal that learned to wait, a tree that learned to descend with its roots toward fire rather than rise toward light. And the more I encounter them, the less I distinguish one from another, because slowly they all acquire the same face, the face of one who has remained so long inside time that time itself has begun to inhabit him. There, among the Angitis, Akontisma, Avgo, Nikisiani, Moustheni, Proti, Palaiochori, Messoropi, the galleries, the chestnut trees and the wet gneiss, I felt for the first time that the anguish of death had never been the anguish of disappearing but the anguish that one day Pangaio might cease to remember me, because only then would I truly die. From that day onward I began to fear oblivion more than death, because death always returns to the earth while oblivion wanders homeless, searching for bodies weary enough to inhabit. I saw it many times crossing the ridges of Pangaio like morning mist, descending slowly from Avgo toward Akontisma, touching the beeches of Moustheni, slipping among the chestnut trees of Nikisiani, drinking a little water from the Angitis and continuing toward the old galleries where the Cabeiri still work without ever lifting their eyes, because they know better than anyone that the world is held together by what people forget and not by what they remember. Every time their hammer touches the gneiss, I hear not metal but names: first those of the Edonians, then the Satrae, then the miners who disappeared without graves, then the monks who withdrew into the caves of Eikosifoinissa in search of the same God that others once sought in the veins of gold. The longer I listen to those blows, the harder it becomes to believe that ages succeed one another. They all continue to exist here, one inside the other, as fire continues to exist in hematite and water in limestone. Only human eyes are made to see one layer at a time, and that is why man is so afraid: he believes that whatever disappears from his sight ceases to exist. Pangaio loses nothing, neither the sweat that fell from the brow of the first miner, nor the prayer of the last monk, nor the footsteps of Orpheus that still echo in the ravine before reaching the Angitis, nor the tired Cloud-Gatherer sitting above Proti and rubbing a small stone with his thumb until it becomes smooth as bone, nor the Grey-Eyed One still gathering fragments of white marble from the old quarry wounds, nor Dionysus passing the abandoned terraces of Messoropi and bending to smell the soil as an old man smells the last garment of a child who has gone away, nor Bendis following the wolves into the ravines of Akontisma, where even the moon seems to walk carefully so as not to wake the stones, nor Hephaestus, who has ceased making weapons and now repairs only broken picks, because he too understood that the world is saved by tools that open the earth and not by those that open bodies. Then I reflect that perhaps all the gods were exiled here to learn what man refuses to accept: that no power is greater than the patience of stone, no glory lasts longer than lichen slowly spreading over gneiss, no immortality endures as long as a root continuing downward into darkness without ever asking whether it will meet light. And I walk among them more and more quietly, attentive even to the sound of my own breathing, because I am beginning to suspect that every loud sound is a form of forgetting, whereas memory always works as water works within stone, so slowly that only after centuries do you realise it has changed the entire mountain. The more I learned to listen to silence, the more I understood that silence is not the absence of voice but the place where all voices continue to exist without competing with one another. There, deep beneath Akontisma, in the damp galleries that keep dripping onto the gneiss as centuries drip onto a human being, I heard the low murmur of the Cabeiri merge with the breath of miners, with the prayers of the monks of Eikosifoinissa, with the song of Orpheus that never ceased descending toward the depths instead of rising to the sky. Everything became a single depth, a single body, and I moved through it as blood moves through veins without knowing the face it keeps alive. Then the Cloud-Gatherer appeared again. He had left behind every trace of authority. His beard had the colour of lichen, his hands smelled of wet iron. He bent before a broken rock and carefully gathered tiny grains of quartz, as though afraid that even the most insignificant part of this mountain might be lost. A little farther on, the Grey-Eyed One sat on a fallen beech of Moustheni and carved incomprehensible signs into the bark with a small knife, not to leave a message but to help the tree remember its age. Hermes climbed from Messoropi carrying on his shoulders a sack full of stones, not because he needed them but because each stone concealed a forgotten name. One by one he emptied them onto the banks of the Angitis and then washed them slowly, as though performing a rite older than every religion. Hephaestus and the Cabeiri continued working in the depths, only now I understood that they were striking not metal but words themselves. Each blow split a word in two, removed its arrogance, allowed it to return humbled into the stone from which it had been born. Perhaps that is why Pangaio does not love grand declarations. It prefers the sound of a pick that suddenly stops because the hand has understood that something living lies on the other side of the stone; it prefers the gaze of an old shepherd watching the mists descend from Avgo without feeling the need to explain them; it prefers the she-wolf passing beside Bendis without knowing she is passing beside a goddess; it prefers the person who kneels alone in the ravines of Palaiochori and places an ear to the rock, waiting patiently to hear something that may never come, because that waiting is already the answer. And the more I surrender to it, the more I feel that the anguish of death is born not from fear of loss but from the fear that one day this conversation between my body and the stone might stop, that the Cabeiri might fall silent, that Orpheus might forget his voiceless song, that the Cloud-Gatherer might let the last grain of quartz fall from his hands, that the Grey-Eyed One might cease reading the cracks in the marble, that the Angitis might cease carrying toward the sea the secret conversations of all those who once bent to drink from its waters. Then something far greater than a human being or a god will have died; then the way Pangaio remembers itself will have been lost. And I exist only as long as I am permitted to become one more breath inside this endless memory. All of Pangaio is a living cosmogony in which gods, humans, stones and place-names form a single body. Once I thought Pangaio had only summits; now I know it has a face, eyelids that open and close when the mists rise from the Angitis, breath that moves through the beeches of Proti and the chestnut trees of Nikisiani, blood running through veins of quartz and gold far deeper than human picks ever reached. The longer I look, the more clearly I discern upon it the forms of all who lived here. Orpheus continues to walk toward the ravine without turning his head, because he knows that whoever looks back always sees himself younger than he can bear. The Cabeiri rise from the galleries every dawn, brush the fine hematite dust from their beards and sit on the slopes of Akontisma looking at the sun as an old man looks at the child he once was. The Cloud-Gatherer walks slowly toward Pilaf Tepe carrying in his arms the broken trunk of a black pine as though carrying a dead companion. The Grey-Eyed One gathers small pieces of white gneiss from the ravines and places them in the nests of owls, as though even wisdom needs stone in order to hatch. Hermes crosses the old tracks of Messoropi, Moustheni and Palaiochori carrying a pouch full of broken bells from sheep that disappeared centuries ago. Every so often he hangs them on the dry branches of a beech, and when the wind blows a sound is heard that no human being recognises any longer; only the wolves slowly lift their heads and listen, as though some old brother were calling them. Bendis passes among the ferns without haste, followed by wildcats, foxes, roe deer and she-wolves, all of them forming a procession that has continued since the world was still young enough not to need names,
while deep beneath Avgo Hephaestus and the Cabeiri still keep the first fire burning, the one they lit before men learned to separate metal from stone, and every spark that rises from that fire becomes, somewhere else, a winter, a rainfall, a root entering the earth, because on Pangaio nothing remains enclosed within the form in which it first appeared, everything passes into something else and continues there, and perhaps for that reason I gradually began to think of the mountain itself as a myth that had taken the form of a mountain, not because it concealed some secret story beneath its slopes but because every creature that had lived here, every god, every dead man, every tree and every vein of ore had become part of the same continuous account, an account whose beginning no one remembered and whose end no one seemed particularly eager to reach.
I remember the Sower of Stone, whom I met one autumn morning on a slope above Moustheni; he carried no sack, only a handful of small black stones, and every few steps he bent down, pushed one into the damp earth with his thumb and moved on, without looking back to see what would become of it, and when I returned months later the stones had almost disappeared, I could not tell whether the soil had covered them or the mountain itself had taken them back, only small lichens spread over the places where I had seen them vanish, and at that moment I thought that perhaps all the great acts of the world resemble this silent sowing, no one knows whether they bore fruit, yet the earth continues to change because of them.
Then I met Clotho in the low mists of Moustheni; she held no spindle but long beech roots, which she slowly passed through the cracks in the rocks as though weaving the very interior of the mountain; a little farther on Lachesis measured the distances between springs, galleries and trees without rope or measure, only by the span of her arms, as though she knew that every place possesses an invisible proportion that keeps it standing, while Atropos walked behind them holding a miner’s small iron knife, and from time to time she cut a dry root, an old rope, a rotten timber support, yet never touched a human being, and then I felt that even the Fates work first for the mountain and only afterwards for us, because if the memory of the stone collapses no human destiny can find a place on which to stand.
That same night I saw Hypnos for the first time, sitting at the entrance of a cave above the Angitis; his eyes were closed and his back rested against a moss-covered rock, and a little farther away stood his brother, Thanatos; neither approached the other, only the water flowed between them, slow and dark, preserving the distance the world requires in order to continue, and I watched them until they disappeared into the mist without exchanging a single word, and from that I understood that the deepest kinships require no conversation, it is enough that they breathe beneath the same sky, as Akontisma, Avgo, the beeches, the lichens, the old galleries, the Cabeiri, the Fates and all those who remained here so long that the stone ceased to distinguish their bodies from its own slow and endless memory continue to breathe beneath the same sky.
One dawn in late autumn I climbed alone towards Korni Dere, where the ravines narrow until the wind ceases to blow and begins to breathe, the ground covered with wet beech leaves, the yew still holding its deep green, indifferent to the season, and lichens spreading across the gneiss in patterns that seemed to record the geography of a land no one had ever inhabited; there I saw three women seated around a fallen trunk, none of them speaking, one carefully separating the seeds of a wild apple and placing them in fissures in the rock, another tying thin juniper roots around stones split by frost, while the third watched the sky without raising her head, as though she were seeing it through the earth.
There was no need to ask who they were, because at some point every human being recognises the Fates without being introduced to them: Clotho sowed what had yet to exist, Lachesis calculated with her fingers the distance between a root and a vein of quartz, Atropos cut only branches that had already died within, never the living trunk, and then I saw more clearly that the world disappears far later than man imagines and is saved far earlier than he can see.
A little farther on, on the slopes descending towards Ofrinio, stood an old man with a herd of wild horses; the animals followed him without bridles, without calls, guided only by the sound of his breathing. Someone might have said that he was Poseidon, yet I saw simply a man who had lived among horses so long that his body had acquired the rhythm of their steps, and there I felt for the first time that gods are born when a creature inhabits an element of the world so deeply that it ceases to be distinguishable from it, as Hephaestus became fire, Bendis night, Orpheus echo, the Cabeiri underground labour, Demeter fruit and silence, Hermes path, Artemis the gaze of an animal just before it turns towards the forest.
From then on I began to look differently even at the smallest things: an eagle-owl motionless among the black pines, a red-billed chough walking over the rocks as though reading their fissures, a golden eagle allowing the wind to carry it without moving its wings, and I understood that all these were themselves thoughts of the mountain, as lichens are its slow words and springs its breaths, and the more closely I watched them the less I wished to interpret them, because every interpretation removes something from mystery, while mystery remains the one place where a person can still encounter himself before immediately recognising who he is.
And so I continued towards Akontisma without searching for gods, knowing by then that I might meet them in a yew, in a grain of quartz, in an old sheep bell half-covered by moss, even in the slow persistence of a drop of water shaping the same stone over thousands of years, because there, more than anywhere else, eternity had ceased to resemble infinite time and had taken the form of an untiring, humble movement that continues even when no one is watching.
During the winter that followed I learned to read snow as I had once read human faces; every surface concealed a different history. Above Akontisma the wind cut it into fine undulating lines, an alphabet belonging only to the summits; on the slopes of Proti it grew heavy and deep beneath the shadows of the beeches, while towards Moustheni it still preserved the hoofprints of roe deer that had passed during the night without disturbing a single branch. I walked slowly, careful not to erase these marks because I felt that someone would return to read them.
It was then that I saw a blind old man climbing alone towards the old stone sheepfolds. He carried no staff, only a small bronze sheep bell; every few steps he shook it gently and waited for the echo, orienting himself not by the sound itself but by the length of the silence that followed. When I stood beside him he told me that stones speak more when they are covered with snow, because then they are freed from all the unnecessary voices of summer. I never saw him again, yet from that time on I began to hear winter differently.
A little higher, where the yews persist within the ice, stood a woman wrapped in grey sheep’s wool, slowly combing the long strands of lichen hanging from the rocks like old beards; each time she finished she allowed one strand to fall upon the snow, and in that moment I understood that the woman before me was Lethe, not a river but a face. She erased nothing; she merely covered gently whatever had grown weary of existing, as snow covers a fallen trunk without making it disappear.
I watched her descend towards Palaiochori and pass before Orpheus without touching him, because his song had already become stone; she continued towards Hephaestus, who sat beside the old furnaces, and he offered her a handful of ash which she let scatter into the wind, as though blessing a labour at last completed. Even the Cabeiri stopped their hammers for a moment as she passed, not from fear but from gratitude, because they knew that no memory survives without some measure of forgetting, just as no tree survives if it keeps all its leaves forever.
Later, when I reached the abandoned terraces below Nikisiani, I found dozens of small piles of acorns placed with absolute order on the stones. No human being would have devoted such care to so insignificant a task. Then an eagle-owl appeared and settled on a dry wild apple tree; it did not fly away, it made no sound, it simply looked at me with eyes the colour of old honey, and for a moment I felt the whole mountain observing me through its gaze, as though it wanted to make certain that I still remembered how to distinguish the essential from the spectacular.
For here no revelation arrives with noise; it comes as the yew ripens, as lichen spreads, as a fissure fills with snow, as a bell hanging outside an empty sheepfold grows old, and there, among the yews, the acorns, the lichens, the echoes of snow and the slow movements of Lethe, I understood that Pangaio sustains the world not through miracles but through imperceptible gestures repeated for thousands of years, until even time begins to imitate them.
In spring Pangaio changed its manner of thought. Trees were not alone in flowering; stones flowered too. Small orange lichens appeared on the gneiss, green moss spread across the wet schist in patterns resembling maps of forgotten kingdoms, and the first anemones emerged beside pieces of quartz, as though the mineral itself were bringing forth flowers. At that time I followed a beekeeper from Messoropi who carried his hives up the slopes and almost never spoke; he placed each hive beside a large stone and rested his palm against it for a moment.
Once I asked why he blessed the rocks before leaving the bees. He looked at me in surprise and replied that the bees choose the stone before they choose the flowers, because the stone knows in advance which spring will last longer. From then on I began to watch the bees as priestesses of a temple no human hand had built; they flew from flowering wild cherry trees to the yews, from strawberry trees to clearings filled with orchids, then disappeared towards ravines even the shepherds seldom approached.
There, among the shadows of the rocks, I saw a woman filling small clay vessels with pollen. She wore neither wreath nor gold ornaments; her hands had the colour of earth and her nails were filled with soil like those of anyone who has worked for a long time. I understood that she was Persephone only when I saw her smile at the first anemones,
not as a queen but as someone returning from a long journey who had finally recognised her home; she was not rising from Hades but from the galleries of Pangaio itself, carrying with her the smell of wet stone and iron. The Cabeiri laid down their hammers for a while and stood without speaking, as though welcoming the season rather than the goddess. A little farther on Hermes was fastening new bells around the necks of the young sheep that would climb to the high summer pastures, each bell sounding differently, as though every animal had to carry its own small music into the mountain, while Pan sat alone beside a dry cornel tree listening to the bells with his eyes closed; he had set aside his pipe, leaving music to the flocks, the shepherds, the bees and the wind moving through the ferns.
Then I understood that the greatest wisdom lies not in creating the world but in allowing it to continue by itself, and that day I encountered neither thunderbolt nor miracle nor prophecy, only an ageing beekeeper, his bees, Persephone with her hands full of pollen, Pan listening to the sheep bells as though they were the last music in the world, and Pangaio fragrant with thyme, wild oregano, flowering strawberry tree and wet iron. I felt then that even spring here was less a season than an ancient rite in which humans, gods, animals, plants and stones remembered for a while that they had been born from the same breath and returned silently into one another without the need for a single word.
In summer I climbed towards the high ridges before sunrise, because at that hour shadows still possessed weight and could keep secrets; the roads towards Avgo smelled of wild thyme, asphodel and mountain ironwort, the bees had not yet awakened, and only the lizards had begun to warm their bodies on the flat rocks. There I met a man carrying on his back a large wooden trough filled with water. Every so often he stopped and poured some of it into natural hollows in the gneiss. I watched him for a long time before daring to ask whose thirst he was relieving. He smiled as though he had forgotten that there were people who required explanations and told me that stones grow thirsty first and animals know this better than we do, then continued on his way, leaving behind small basins of water around which wasps, beetles, lizards and robins began to gather, and even a short-toed eagle that paused for a while without hunting anything.
It became clear to me that the man served a rite far older than any temple; he was giving water not to the animals but to the thirst of the mountain itself. A little later, on the slopes below Pilaf Tepe, I saw Hestia sitting before a small heap of ashes. There was no fire, only its smell. She slowly stirred the ashes with a juniper branch as though searching for the final sparks of the previous winter. She lit no new flame; she guarded what remained, because every new fire is born from an older one, never from emptiness. I remembered the old shepherds who always kept a little ash in their bags when they changed pastures, not as a souvenir but so that fire would never need to begin again from the beginning.
Higher up, where the ferns reached the knee, a bear stood upright before a wild cherry tree and watched the fruit fall of its own accord to the ground. It left untouched what still clung to the branches and waited, and its patience seemed to me older than any human law, as though it knew that everything must first yield by itself before becoming food. Artemis passed beside it without a bow, stopped for a moment, and the two remained motionless facing one another; neither laid claim to the forest, because the forest belongs not to whoever loves it most but to whoever passes through it leaving the fewest traces.
When I reached the stone watering troughs again, I found an old stonemason carving small undulating lines into their inner walls. I asked why he troubled to carve a place that would immediately be covered by water. He replied that even water needs something to remember when it is alone at night. He said nothing else and continued carving the same lines until the first light fell upon them and for a moment the incisions resembled small mountain ranges.
Then I felt that the whole of Pangaio was filled with people labouring for things no one would ever notice: someone cools the stones, someone guards the ashes, someone carves the inside of a watering trough, someone leaves acorns at the roots of an oak, someone cleans an abandoned gallery without expecting a miner ever to return. Perhaps these are the last true gods of this mountain, not because they possess some power but because they continue to care for a world that could perfectly well exist without them, with the same quiet devotion with which a spring continues to rise even when no one bends down to drink.
One August afternoon, when the sun had dropped low enough for the rocks to begin breathing again, I found myself among the old dry-stone walls above Nikisiani, where terraces cross the slope in unfinished lines, none ending where one expects, none leading exactly to the next wall, as though they had been built by people who conversed more closely with the gradient of the land than with the straight line. I spent a long time touching their stones; each had a different temperature, some still retaining the sun, others already filling with night.
There I met an old builder carrying only a small hammer and an iron wedge. He stood before a dry-stone wall that winter rains had opened, and instead of repairing it he began carefully removing the stones one by one, setting them all on the ground, cleaning away earth and moss, turning them over as though searching for their proper face, and then placing them back without using a single new stone. I asked why he had added none. He answered that every wall already knows how many stones belong to it and every excess becomes arrogance. Ever since, when I see a dry-stone wall, I think that perhaps the world itself was built in this way, through precision rather than abundance.
A little higher, where the wind passes among the junipers, Nemesis stood holding neither scales nor sword but a flat stone on which she slowly rubbed away the letters of an ancient inscription. From time to time she stopped, blew away the white marble dust and continued. She punished no one; she merely removed the excess left behind by human ambition when it attempts to become eternal. I saw more clearly then that even inscriptions must one day return to anonymity so that stone can breathe again.
At that moment a strange crash sounded from the ravines of Avgo. I looked up expecting a landslide, but instead hundreds of swallows emerged together from a vertical fissure in the rock, circled briefly above the summits, then scattered in every direction as though carrying small fragments of the same sky. I thought perhaps every cave holds within it a folded sky that opens only for a few moments each year.
Then a heavily built man appeared with a sack full of beech seeds. He sowed them not wherever he found soil but only beside fallen trunks, as though he knew that a new tree must first enter into conversation with the death of an older one before it can stand upright. I never learned his name; perhaps he was a man, perhaps Time itself, because he worked with a slowness belonging to no mortal, and when he vanished among the beeches I remained alone among the dry-stone walls, the junipers, the swallows and the stones that had found their places again.
Then I understood that Pangaio is sustained not by the grand narratives fashioned by human beings but by countless small acts of balance that no one will ever record: a wall rebuilt with the same stones, a seed left beside a rotting trunk, an inscription gradually returning to silence, a flock of swallows releasing for only a few breaths the mountain’s hidden sky. I felt that perhaps true eternity is not duration but the ceaseless care of the balance between everything that is born and everything that quietly yields its place.
That evening I remained above the terraces until the last light withdrew from the summits and the shadows began to join one another. Pangaio then acquired another face, one people seldom see because it requires the absence of the sun to appear. The stones lost their colour and became almost black, the trunks of the beeches stood in the dark, the bells of the flocks from the high pastures sounded distant, less a present sound than the memory of one, something that had occurred in another time and continued to reach me. Then I saw Time.
He appeared neither as an old man nor as a figure carrying an hourglass, but as a labourer returning from work, in worn clothes, with dusty hands and a small metal tool at his belt. He was descending from the old galleries above Palaiochori and every few steps stopped to examine a fissure in the rock; he broke nothing, removed nothing, simply observed, as though trying to understand when a stone is ready to change form. I followed without speaking, and after some time we reached a small hollow where dozens of objects had been carefully arranged: a rusted shepherd’s knife, a wooden sheep bell, a fragment of ancient pottery, a child’s shoe, a broken piece of a figurine, a mining tool, a small wooden cross. They rested side by side without distinction of age or value, and then I felt that Time preserves things not because they are important but because someone once touched them with the whole of his existence.
At the back of the hollow lay a small pool of water, so clear that it seemed less water than an opening in the earth. I bent over it and saw faces I did not know: a Thracian warrior with sun-burned skin, a woman carrying wood on the slopes of ancient Edonia, a monk writing with wax on a wooden tablet, a miner holding a lamp inside a dark gallery, a shepherd watching the clouds above Avgo, a man like myself standing silently before the same pool thousands of years later. It became clear then that memory is not something lying behind us; it lies beneath us, an underground water passing below every age and waiting for a small fissure through which to appear.
When I returned to the slopes the sky was filled with stars, yet they did not seem remote. I heard Pan playing his pipe again for the first time, not with music made for human ears but with sounds resembling a door creaking in an abandoned house, a branch breaking in the forest, wind passing through a crack, the breathing of a sleeping animal. I felt that this was the true music of the world, a music that reveals the invisible interval between things.
From that night onward I began to see Pangaio as a vast sanctuary without an entrance, where every creature is at once visitor and guardian, where man passes briefly, the god grows tired, the tree ages, the animal disappears into the forest, the stone breaks, yet everything merely changes its position within the same slow movement, as the waters of the Angitis travel through darkness and appear again elsewhere. I continued walking, knowing by then that every path on Pangaio ultimately leads to the same point, the place where man first encounters the ancient truth he has always tried to evade: that he was never the owner of the world, only, for a brief time, its memory. After that night I began climbing Pangaio carrying nothing with me, neither maps nor notes nor the need to remember the route, because I understood that every attempt to map the mountain reduced it, while it always existed beyond every line and every name; its paths altered with the season, the rain, the fall of a tree, the movement of an animal, insisting on remaining a relationship, a slow conversation between whatever is born and whatever returns.
One day I followed an old path above Domatia, once used by shepherds to drive their flocks to the summer pastures, yet the farther I went the less it resembled a human road and the more it became an animal trace, a line made by thousands of passages without anyone ever deciding to create it. There I found an abandoned sheepfold; its stones had turned green with damp, the wooden roof had collapsed, and inside there were still pieces of sheep’s wool caught in the boards, an old water vessel, a rope hanging from a wall, small traces of a life that had departed without taking anything of the place with it.
Inside the sheepfold I found a reed pipe.
It was not old and bore no mark that made it exceptional, yet when I lifted it I felt I was holding something that had heard more than it could ever sing. I brought it to my lips without blowing, and the air passing through a crack in the stone produced a sound by itself, so low that it resembled memory more than music. Then Pan appeared, not in the form described by men, but as an old shepherd with rough hands and a gaze that had seen more summers than a face could bear.
He sat beside me without speaking.
For a long time we listened together to the wind.
Then he told me that people had always made the same mistake: they tried to create music instead of listening to the music already present within things. He pointed to the wall of the sheepfold, the stones, the fissures, the moss, the tiny insects moving across the limestone, reminding me that all these were instruments in a vast symphony that had begun before there was any human being to give it a name.
When he left, I did not see where he went.
At some point the place beside me was simply empty and the air had changed.
I descended slowly towards Messoropi through the chestnut trees, and there I met another guardian of the mountain, a young man collecting old seeds from plants that had almost disappeared. He carried small glass vessels with names written on them, though most of those names were no longer known to anyone. When I asked why he preserved plants no one remembered, he replied that the name of a thing dies long before the thing itself, and that someone must guard that brief interval before silence becomes final.
Then I thought that perhaps this is the true work of man upon the earth.
Not to conquer.
Not to explain.
To hand on.
To hold something fragile in one’s hands for a little while and then let it continue by itself.
As Pangaio does.
It holds within it the Edonians, the Satrae, the miners, shepherds, monks, gods and animals, not as a museum of dead things but as a living underground current, like the Angitis travelling secretly through darkness before appearing again in the light.
And then I saw more clearly that perhaps the greatest anguish of death is not the disappearance of the body but the loss of relationship, the moment when man ceases to hear the wind within the pipe, the water within the stone, the voices of trees within silence.
For as long as this act of listening remains, as long as this fragile bridge exists between us and the ancient body of the earth, no one is truly lost.
One merely changes form and returns to the mountain’s great dream.
During that period I began to descend deeper into Pangaio, not towards the summits but towards its lower reaches, where human beings had left the greatest number of marks and time had worked longest to transform them, towards the old paths of woodcutters, the forgotten fields between Moustheni and Domatia, the places where dry-stone walls had begun to return to the soil from which they arose. There I met a man who collected sounds.
He carried no machines or unusual instruments, only a small wooden box with an opening at the top. He left it at different places on the mountain and waited. When I asked what he was waiting for, he told me that he was waiting for what people leave behind when they go.
I stayed with him all day.
At the first place the box recorded wind moving through junipers; at the second, water falling from a spring onto broken pieces of marble; at the third, the distant bells of a flock that had vanished behind a ridge. But in the evening, when he opened the box, I heard something I had not expected.
I heard footsteps.
Not an animal, not a person passing at that moment.
Old footsteps.
Footsteps that had remained within the place.
Then he spoke to me of how every mountain keeps within it a second road, a road made from movements that have taken place and continue to exist without bodies, and how people leave behind not only objects but ways of walking, ways of touching, ways of looking.
That night I began to think of Charon.
Not as the stories describe him, guardian of a river beneath the earth, but as a solitary boatman who had grown tired of carrying the dead and had settled on Pangaio in order finally to learn how the living live.
I saw him beside a small lake above the Angitis.
His boat was tied to a bank covered in ferns, but he never untied it.
He sat alone watching insects walk upon the water, leaves fall and continue their journey, reflections of trees break apart in the wind.
He had understood something no human being wishes to admit: death is not a passage to another world but a return to a world that has always been here.
That was why he had abandoned his boat.
There was no longer another shore.
There was only the moving water.
I spent many hours beside him without speaking, and when I rose to leave he gave me a small piece of wood from an old boat and told me to keep it, not as a talisman but as a reminder that everything that travels eventually becomes part of its journey.
I held it in my palm as I climbed towards Akontisma.
There, in the last light of the sun, I saw Cronus for the first time.
He did not resemble a god.
He resembled an old worker left alone after the completion of some enormous labour.
He sat on a rock drawing circles in the earth with a stick.
I asked what he was doing.
He told me he was counting how many times man tries to escape what he is.
There were many circles.
Far too many.
And within every one of them lay the same point.
The same centre.
Then I understood that perhaps what we call life is the slow course around a centre we never see, and that all our anguish is born from believing the road is straight when we are always returning to the same ancient point.
Pangaio knew this before us.
Its stones knew it.
Its roots knew it.
The Angitis knew it as it travelled secretly beneath the earth.
And perhaps that was why the mountain remained so calm before man.
For it had already watched empires, gods, languages, peoples and names pass away.
It had seen everything we call eternity pass as a brief shadow over the gneiss.
And still it waited.
Not for someone to conquer it.
For someone to stand still for a while and listen. From that moment I began to walk differently, because Pangaio had begun to reveal that a road is not a line leading somewhere but a living thing that changes with whoever crosses it; every path possessed its own memory, every stone its temperature, every shadow its age. One day I left the familiar routes and took an old road descending towards the northern slopes, where people had once carried timber, metals and animals, where their voices had remained among the trees in thin deposits of memory.
The road led me to an abandoned village where no one lived any longer. Its houses leaned towards one another, the doors had opened of themselves, the windows looked into the forest without glass. In one house I found a table still laid with earthenware plates, not as though someone had fled in haste but as though they expected to return after a sleep lasting centuries. On the wall was a painting of a mountain, yet the mountain painted by the unknown hand did not resemble the Pangaio outside the window; it had more summits, more rivers, more paths, as though what had been painted was not its outward shape but its interior.
Then an old painter appeared in the courtyard, mixing earth with water to make pigments. He asked neither who I was nor why I had entered his house, but told me that people paint the world when they fear losing it, whereas the mountain paints us every day without using colour: it carves us with wind, darkens us with shadows, changes us with the seasons, leaves us upon itself as rain leaves fine lines in rock.
I asked what he was painting now.
He replied that he was painting a man who had not yet been born but who would one day walk the same path and believe he had discovered it alone.
Then he took a little soil from the courtyard and placed it in a small vessel, reminding me that every place has a colour invisible to the eyes and visible only to memory, and that Pangaio bears the colour of those who departed but left behind a way of standing before the world.
As I left the village I saw a symbol carved into a stone that I did not recognise. It resembled neither a letter nor an ancient sign but rather a road continually returning to itself. I touched it and felt a strange warmth, as though the stone had retained the palm of someone who had touched it thousands of years before.
Then Janus appeared, god of passages, not at the gates of cities but at the borders between forest and stone. He had two faces, yet neither looked forward or back; one looked towards man, the other towards the mountain. He revealed that every road has two directions, the one followed by the body and the one followed by memory, and that man loses himself when he forgets that he walks both at once.
Then I understood that Pangaio is full of invisible gates: one between two stones, another between two ages, another between life and death, another between the person who believes he knows and the person who begins to listen.
Perhaps this is why the ancients searched for gods here, not because gods inhabited the summits but because the mountain itself produced that strange condition in which man briefly ceases to be merely human and becomes something in between, a creature between flesh and memory, earth and sky, what ends and what continues without a name.
I continued walking into evening through old courtyards, abandoned paths and the shadows of beeches, hearing the village behind me slowly return to silence, not as something dead but as something patiently awaiting the next voice, the next footstep, the next person who would stand briefly in its heart and discover that Pangaio never speaks to those who demand answers, only to those who have learned to inhabit questions. And then I felt that Pangaio had never truly separated the centuries: within it the age of the Edonians still breathed beside the age of the monks, ancient sacrifices still burned beneath the ashes of abandoned hearths, the voices of the Satrae still passed among the black pines and the summits of Akontisma, as though the great fracture men called time had never existed, because time here did not advance but sank, descending as an underground river beneath stones, roots and old miners’ galleries, to the depth where the Cabeiri still guarded the first fire of the world.
There I met Prometheus.
He was not bound to a rock as men remember him, but free and more unhappy than ever, because his punishment was no longer the eagle devouring his liver; his punishment was memory. He remembered every fire given to humankind, every war born from it, every city raised and every city reduced to ash. He sat near the old furnaces of Nikisiani watching people still search the earth for power, while he knew that the greatest fire lies not in metal but in man’s desire to exceed his limits.
He told me that the fire he stole had never been his; it was part of the earth’s own anger, a small memory from the age when stones were still seas and mountains were born from the collision of ancient forces. He said that every time a person lights a fire on Pangaio, that first moment of creation awakens briefly, when the world was still without form and the gods wandered through chaos searching for one.
From there I descended towards the gorge of the Angitis, where Acheron was not a river of death but an old guardian of secret waters, standing in the mist with a body covered in weed and stones, holding a black vessel filled with water from underground springs no human being had ever seen. He reminded me that the dead do not travel towards Hades; they travel towards memory, and the true Hades lies wherever no one remembers your name.
Then I saw Persephone rising from the dark hollows beneath Pilaf Tepe, not with the sorrow of one returning from the underworld but with the serenity of one who knows both sides of existence. In her hands she carried black pomegranate seeds and planted them at the edges of paths where people had forgotten how to walk, because she knew that every ending contains the seed of another beginning, not as hope but as a natural law of the earth.
Higher, on the summits above Avgo, Aeolus had imprisoned his winds in stone caves, not because he feared their destruction but because he feared the silence that would come if they ever ceased moving the world. Each night he opened one gate and let a wind pass: Boreas descending from the northern forests, Notus bringing the smell of the sea, Zephyrus moving softly through the chestnut trees of Moustheni, Eurus carrying dust from distant places no one remembered any longer.
And beneath all this, in the deep veins of the mountain, Cronus continued his work.
He no longer devoured his children.
He devoured time.
Each dawn he swallowed a moment of the world and each dusk returned it transformed: a stone became soil, a tree memory, a human being a story, a god a whisper in the wind.
And I walked among all of them, among Prometheus, Persephone, Aeolus, Cronus, the Cabeiri, Orpheus, Bendis and the ancient shadows of the Edonians, across the slopes of Nikisiani, Messoropi, Moustheni, Palaiochori, Akontisma and Avgo, and began to understand that perhaps
Pangaio is not a place where the gods once lived but the place where they remained when every other place forgot them.
Perhaps that is why the mountain feels so heavy, because beneath its stones it holds not only water, gold and minerals but the final breaths of a world that refused to die.
And then I began to understand that the gods of Pangaio had never left; they had merely changed form. They had abandoned statues, altars and the names given to them by human beings and returned to their original condition, becoming wind, water, metal, root and shadow, the invisible forces that move the mountain without demanding worship, because the true god does not dwell in temples but at the point where matter begins to remember that it was once chaos.
One night I climbed towards the summit of Pilaf Tepe beneath a sky of such clarity that the stars seemed fixed upon the black surface of night. There I met Phobos and Deimos, the two sons of Ares, though they were no longer warriors as the ancients had imagined them; they carried neither shields nor spears, but sat beside an old stone sheepfold looking across the empty pastures. They had grown tired of human wars, had watched so many flags raised and so many names erased that war itself now appeared to them as a childhood sickness of the world.
Deimos told me that man’s greatest fear is not death but the moment when he looks within and discovers that his entire life has been an attempt to escape the silence that gave birth to him. Phobos said nothing; he merely touched a stone beside him, and for a moment it became transparent. Within it I saw millions of minute movements, waters passing, minerals forming, roots growing, bodies appearing and disappearing, and understood that fear too possesses an ancient wisdom, because it reminds us that we stand upon something immeasurably greater than ourselves.
I descended through the forest towards Eikosifoinissa as dawn began to dissolve the night. There I met Hecate, not at the gates of Hades but at a crossroads where three old paths met: one led towards the summits, one towards the springs, and one towards the old dwellings of men. She held three keys made from different metals, copper, iron and silver, and spoke of how every person eventually passes through three gates, birth, knowledge and loss, though few understand that all three lead to the same place.
I followed her for a while and we reached a cave whose walls bore signs carved in different ages: Thracian marks, ancient Greek words, Christian crosses, names of people no one remembers. Hecate laid her hand against the rock and told me that Pangaio is a place where religions met without one ever defeating the others, because the earth receives every form taken by the human need to speak with the unknown.
Then Apollo appeared, though he carried no lyre and possessed none of the radiance the poets gave him. He was a solitary wanderer with sorrow in his eyes, walking among firs and beeches in search of a sound he had lost. I asked what he was seeking and he reminded me that he sought the first music, the music that existed before there was a human being to hear it, before there was an instrument, before there was even a god to name it.
I watched him bend over a spring near Moustheni and listen to the water for hours, as though waiting to find within its sound the beginning of everything. Then I felt that even the god of light was a seeker of the darkness from which every light is born.
And as the days passed on Pangaio I understood more and more that the anguish of death was not solely human; the gods carried it too. Zeus feared oblivion, Apollo feared losing the first sound, Prometheus carried the burden of fire, Persephone the burden of return, Cronus the burden of time. All were imprisoned within their own eternity.
Perhaps this was the secret of Pangaio: here even the immortals learned that eternity is not redemption but an endless journey through the same ancient question—who are we when everything that defines us gradually begins to return to the earth? After that encounter I began climbing towards the summits before dawn, because I had understood that gods appear during the hours when the world lies between two states, between night and day, sleep and waking, memory and oblivion, where nothing has yet decided its form.
Above Moustheni, in a valley where mists still held the night captive, I met Morpheus. He was not a winged god of dreams as men had painted him but a wandering shepherd asleep beneath an ancient chestnut tree. Around him the sheep lay motionless and not a bell could be heard. When I approached I saw that each animal carried on its fleece small drops of water reflecting images from other worlds. Morpheus opened his eyes and told me that dreams do not come to people from the sky; they are born from what the earth has not yet managed to forget.
He showed me the ground beneath the chestnut tree, where fragments of ancient vessels, broken tools, animal bones and pieces of wood lay mixed into the soil. He told me that every night dead ages dream of the people who once walked through them, and that every person who sleeps on Pangaio becomes for a while the dream of someone else: a shepherd who lived thousands of years ago, a miner who descended into the galleries of Nikisiani, a woman who lit a fire in a stone shelter, a child who saw the snow-covered mass of the mountain for the first time and felt fear and wonder together.
There it became clear that sleep is not a withdrawal from the world but a return to a deeper one, a world where all the faces that have vanished continue to breathe without bodies.
On my way towards Akontisma I met Ares, though he too had changed. He was no longer the god of battle carrying blood and fury, but stood alone among collapsed battlements cleaning moss from the stones. When I asked why a god of war cleaned stones rather than carried a weapon, he replied that after so many centuries of warfare he had understood that the greatest battle is not fought between armies but between man and his need to destroy what he fears.
He carried an old spear broken in half and had used it as a support for a small wild apple tree growing from a rock. He told me this was the only victory worth remembering: a weapon transformed into support for life.
At that moment I saw that even Ares could change, that even violence grows weary through the centuries and searches for another form of existence.
A little later, at the springs above the Angitis, Aphrodite appeared, not from the sea but from the water of a small spring among the rocks. She lacked the beauty of statues; she had the face of a woman who had witnessed all the losses of the world and continued nevertheless to love. She reminded me that human beings misunderstood beauty and turned it into surface, while true beauty is the strength of something that remains open despite its wounds.
She touched the water, and for a moment on its surface I saw every face that had once drunk from the same spring: hunters, shepherds, children, warriors, monks, foreign travellers, people who stayed briefly on Pangaio and then disappeared into history.
Then I felt that the mountain preserves not only its dead but also their loves, the small moments of tenderness recorded by no book: one hand touching another, a gaze held a moment longer, a fire shared by two people on a cold night.
And so I began to see that the mythology of Pangaio is not a history of gods who once lived, but the slow transformation of every existence within the same body: man becomes myth, god becomes stone, stone becomes memory, memory becomes dream, and dream returns again to earth.
For here, among Avgo, Akontisma, the ravines, galleries, chestnut trees and waters of the Angitis, I understood that Pangaio does not tell the history of the world.
It is the world itself still trying to remember its first name.
From then on I began to understand that Pangaio is not a place inhabited by gods but a place that continually gives birth to divine forms, as the earth gives birth to water and trees to shade. Every age, every person, every animal, every stone adds another face to this endless cosmogony, because the mountain was not created once and for all; it continues to be created through everything that happens upon it.
Where the summits meet the clouds above Avgo and the high ridges of Akontisma dwelt Uranus, not as a god in human form but as an immense consciousness observing everything without intervening. He had seen the birth of the Titans, the rise of the Olympians, the appearance of human beings, the disappearance of kingdoms and languages, yet remained silent, knowing that every form of power is temporary before the deep movement of matter.
He told me that the gods once believed they ruled the world, but the mountain taught them that even gods are passing visitors within the body of the earth; Zeus, however high he stood, remained a son of stone; Apollo, however radiant his light, always required night in order to exist; Athena, wisdom born from the mind of Zeus, eventually had to learn the silence of trees, because true knowledge is born not from domination but from listening.
That day I descended towards the old mining districts where the earth of Pangaio had been opened by thousands of hands, where men searched for gold and finally found themselves in the darkness of the galleries. There I met Midas, not the king who turned everything to gold but an old man who had spent his life pursuing the precious metal and now sat beside an empty gallery holding an ordinary stone in his hands.
I asked whether the stone had value.
He told me it was the first stone he had touched as a child and that all the gold in the world could not replace that moment, because the value of a thing does not lie within it but in the relationship created between it and the person who looks at it.
Then Midas threw away a small piece of gold he had kept in his pocket and allowed the earth to take it back, returning to the mountain something that had never belonged to him.
Deeper in the ravines of Pangaio I met the Nymphs, not as the eternally young figures imagined by the ancients but as women formed of water, bark and earth. Each guarded a different spring, a different root, a different form of life: one inhabited the springs of the Angitis, another the damp shadows of Moustheni, another the forests above Eikosifoinissa, another the ravines where water disappears into rock.
They told me that people had always asked springs to give them water, though very few had ever thought to ask what water itself needs, because every river has memory, every spring dreams, every drop carries journeys that began before the mountains were born.
And there I understood that Poseidon was not only god of the sea but god of all hidden waters, those that travel beneath the earth without light, as thoughts travel through a person without words.
As darkness fell I returned towards the summits and clouds began to fill the sky. Then Aeolus opened again the stone prisons of the winds and all Pangaio began to whisper: trees spoke with winds, stones with water, people with their dead, gods with their shadows.
And I stood in the midst of this ancient conversation, understanding that perhaps the greatest revelation is not to encounter a god but to realise that there has never been a separation between god, man and matter.
That all had always been different forms of the same ancient force continuing to move through Pangaio, through earth, through time, through us.
And that whenever a person stands alone upon a mountain and truly listens, for a moment the world remembers its first breath.
The deeper I went into Pangaio, the more I understood that beneath the name of every god there was an older force waiting to reveal itself again. Human beings gave faces to the powers of the world so that they could approach them, but the mountain had always known that Zeus was thunder before he became a figure, Demeter the seed before she became a goddess, Apollo the first ray of light before he acquired lyre and oracle, Artemis the gaze of an animal before she became hunter of the woods, Hades the darkness of earth before he became king of the dead.
That night, as mist descended from the summits towards the valleys of Messoropi, Pangaio opened another of its hidden passages, a passage leading not to a place but to a time. I passed between two great rocks and entered an ancient terrain where the centuries had ceased to separate. There were Edonians with animal skins over their shoulders, Satrae with iron weapons, miners with lamps, monks with wooden prayer ropes, shepherds with their flocks, all together without knowing they belonged to the same chain of memory.
At the centre of that place stood Dionysus.
Not the god of celebration and intoxication as men remember him, but the god of dissolved boundaries. His feet were sunk into the soil and his hands were full of vine shoots; wild vines grew around him upon the stones, not to produce wine but to remind us that even the hardest matter may one day become fruit.
He told me that what man fears above all is the loss of his form, yet every form is temporary: water becomes cloud, cloud rain, rain river, river sea, sea cloud again, and only man insists on holding fast to his face as though it were the final truth of the world.
Then he touched the ground and small vine roots rose from the earth and wound themselves around old animal bones, shards of vessels, rusted tools, everything left behind by those who had crossed the mountain, and I understood that Dionysus was not the god of oblivion but of transformation, the one who knew that nothing is truly lost; it only changes form.
A little later I climbed towards the highest summits where Nyx dwelt, the most ancient of all forces, before the Titans and Olympians were born, before sky and earth existed as we know them. Night had no face; it was a vast darkness enclosing Pangaio and allowing every form to return briefly to its original unity.
There I understood why human beings have always feared darkness, because in darkness the illusion of separateness disappears; stone, human being, animal and god return to the same silent source.
Night showed me beneath my feet the whole of Pangaio as a living body: veins of water as vessels, galleries as healed wounds, roots as nerves, summits as bones, wind as breath.
She reminded me that every mountain is a sleeping god and every person who climbs it becomes, for a little while, a dream within its thought.
Then I remembered everything I had seen: Prometheus at the furnaces of Nikisiani, Morpheus beneath the chestnut tree of Moustheni, Hecate at the crossroads, Charon beside the waters of the Angitis, Ares supporting an apple tree with his broken spear, Aphrodite holding all the lost faces within the water, Cronus counting the returns of time.
And I understood that none of them were separate beings but different aspects of the same ancient body.
Pangaio.
A mountain that remembers before memory exists, dreams before there is a dream, holds death and birth within itself as two sides of the same breath.
And then I felt the greatest anguish, not the fear that I would die, but the realisation that one day man might forget how to hear this conversation, might walk upon the stones without feeling the gods asleep within them, might look at the mountain and see only matter.
For the greatest darkness is not death.
It is the moment when the world continues speaking and we have lost the language with which to hear it. After that night I could no longer look at Pangaio simply as a mountain, because mountain was too small a word for what it contained. It was an ancient organism sleeping with open eyes, a body born before human stories, before the names of gods, before even the Titans separated sky from earth, and I walked upon it as a cell within a body it could never comprehend in its entirety.
Then I began to seek the old guardians of the mountain, those who appeared in none of the great stories but inhabited the shadows of things, the narrow fissures where myth meets matter.
Among the summits of Pangaio, where the northern wind meets the damp breathing of the forests, dwelt the Wind-Daimons, children of Aeolus and Nyx, beings without fixed bodies who changed with the seasons. In winter their faces were ice and ash, in spring leaves and water, in summer their bodies were warm air, in autumn their eyes filled with fallen leaves. They spoke without words, through the doors of old huts, the branches of black pines, the bells of flocks moving along the slopes.
They showed me the old summits and told me that each has a guardian, not a god who commands but a presence that remembers.
At Akontisma the guardian was an old man of stone, born when the first lightning touched the gneiss. He had seen Zeus cross the sky in his chariot and had seen Zeus himself grow old when he understood that no power defeats time.
At Avgo dwelt an ancient form of Gaia, not as mother but as body; her hair was roots, her hands underground veins of water, her eyes two dark lakes reflecting everyone who had ever stepped upon the mountain. When she looked at me she did not see me but all those who had existed before me and all who would come after, as though I were only a brief moment within an endless chain of beings.
She told me that man had made one great mistake: he believed that he was born from the earth and then moved away from it, when in truth he had never left; every thought, every fear, every dream continued to return to the roots of the world.
I went on towards the old pools and the waters of the Angitis, where the earth still keeps secret passages, and met Triton, not as a creature of the sea but as guardian of all waters travelling unseen beneath mountains. His body was half man and half river, his hair green with moss, his voice the sound of water passing under stones.
He spoke of how people love only the rivers they can see, while the true world moves chiefly within what remains invisible: underground currents, hidden springs, thoughts never spoken, memories no one recorded.
Then I saw more clearly that Pangaio was filled with underground seas, not only of water but of time.
Beneath the old galleries of Nikisiani, where people had searched for gold, dwelt Plutus, not god of abundance but guardian of everything lost because men wished to possess it. He sat upon a heap of gold that had lost its brilliance, because after thousands of years even gold grows weary of being considered precious.
He told me that man’s greatest error was to confuse value with ownership, believing something becomes his because he holds it, while everything we hold eventually returns to where it came from.
And then I saw all Pangaio before me as a vast process of transformation.
Gods became human beings.
Human beings became memories.
Memories became stones.
Stones became mountain.
And the mountain became dream again within the consciousness of the world.
There I understood that the immortality sought by the gods had been a misunderstanding, because true immortality is not remaining the same forever but continuing to change without losing one’s place within the great movement of the world.
Walking among the summits, ravines, springs and ancient shadows of Pangaio, I felt the anguish of death begin to change form.
It was no longer fear of the end.
It was the deep knowledge that everything passes through us and we pass through everything.
That man is briefly the voice of a mountain that existed before him and will continue after his voice has faded.
And perhaps this is the only true consolation.
That nothing is lost.
It simply returns to the great dark womb from which it once arose.
Then Pangaio began to reveal its oldest story, the one that existed before gods, before human beings, before the earth itself took the shape we know, for beneath its summits still slept the ancient memory of creation, the moment when chaos began to assume form, when Gaia emerged from formless darkness bearing within herself every possibility of the world.
Walking towards the high slopes above Eikosifoinissa, I felt the ground become older with every step. The stones carried a weight greater than matter, the roots descended deeply, seeking the first breath of the earth. There I found an altar of unworked stones covered with moss and wildflowers, forgotten by the ages, yet the air around it still held a peculiar warmth, as though a great presence had passed there.
There I met Rhea.
Mother of the old gods.
She appeared neither as queen nor as a figure of power, but as an elderly woman gathering herbs among the stones. In her hands she held wild mint, thyme and small white flowers growing from the cracks in the rock. When she looked at me I understood that her face bore every season, her eyes the depth of caves, her hands the roughness of trunks, her voice the sound of water moving beneath the earth.
She reminded me that gods were born from the world’s need to know itself, that each god was a thought of the earth given form: Zeus the desire of the sky to speak, Athena the desire of knowledge to be born, Apollo the desire of light to understand itself, Artemis the desire of the forest to protect its silence, Dionysus the desire of life to transform itself continually.
Then she showed me a small stone in her palm.
She said that within it lay the whole history of Pangaio.
She did not open it.
There was no need.
The stone already knew.
Later I descended towards the old forests between Moustheni and Messoropi, where the beeches form a natural sanctuary and light passes through the leaves in fine particles. There dwelt the Dryads, the ancient souls of trees, though on Pangaio they had another form: no eternally youthful beings, but bodies made of bark, eyes filled with rings of time, hair of fine roots and leaves.
One of them approached and touched an old trunk.
She told me that every tree holds within it a person who once passed beneath it.
A shepherd who rested in its shade.
A child who played around its roots.
A hunter who stopped for a while.
A monk who prayed.
A traveller who lost and found his way.
All those faces remain within the rings of the wood, not as recollections but as living presences continuing to grow with the tree.
Then I understood that the forest of Pangaio is a vast book written in trunks and roots, a book read with the hands rather than the eyes.
That evening I descended towards the old pools where mists gather before rising again towards the summits. There I met Hypnos and Thanatos, the twin sons of Nyx, seated side by side beneath an ancient plane tree.
Hypnos held a small vessel filled with water from human dreams.
Thanatos held a vessel filled with soil from the roots of trees.
One showed me the images born when the body rests.
The other showed me the serenity of return.
And there it became clear that between sleep and death lies a narrow passage where man encounters his original form, where his fears become silence and silence becomes union with the world.
When I returned towards the summits, the sky was filled with stars and the wind carried the smells of resin, wet earth and old metals. From far away I heard the Cabeiri working within the galleries, but this time the sound of their hammers resembled a beating heart.
I understood that they were making neither weapons nor gold.
They were making continuity.
Holding together old and new, god and man, life and death, memory and dream.
And then Pangaio revealed itself entire.
Not as a mountain.
But as an ancient god sleeping for thousands of years with open eyes.
A body of stone, water, trees, bones, metals and souls.
A body continuing to dream the world.
And within that dream we too exist for a little while.
Small flames passing through the great fire of creation and returning to the ancient darkness from which everything was born.
As night spread over the summits I felt the mountain begin to remember more deeply still, turning in its sleep towards the first days of creation, before gods had names, before men raised altars and carved signs on stones, when there were only Gaia, Uranus, the darkness of the earliest times and the slow emergence of forms from shapeless matter.
In that depth of time dwelt Phanes, the oldest creator, the first radiance to emerge from the cosmic egg, not as a god with a human body but as a force of light that knew everything that would be born: every sea, mountain, tree, human being and god to come. Phanes had left on Pangaio small sparks of original creation hidden in veins of quartz, metals in the galleries, drops in the springs, wherever matter still retained the memory of the first fire.
I met him in a cave above the old mining districts where the earth opens and reveals its ancient strata. On the cave walls were images made by no human hand, forms of gods, animals, people and stars joined into one vast tree, its roots descending into earth and its branches touching sky.
Phanes showed me a figure carved in the rock.
A human being holding a small light in his hands.
He told me this was the first man of Pangaio, not the first human on earth but the first who stood before the mountain and felt the stone looking back at him, the first who understood that the world possesses a soul and every creature is a small phrase within a poem far greater than its life.
From there I descended towards the valleys where Dionysus had left his traces, where wild vines still grow among stones and people gather fruit from the earth as the old inhabitants of Edonia once did. There I met the Maenads, though on Pangaio they had lost the violence of ecstasy and become guardians of the world’s secret joy.
They wore wreaths of ivy and wildflowers, carried pine branches and moved through the forest listening to a rhythm born beneath the soil. They told me that true ecstasy is not escape from the world but absolute union with it, the moment when a person feels the body sharing the pulse of the earth, the blood following the rhythm of underground waters, the breath becoming another wind over the summits.
A little higher, where clouds touched the slopes, Hera appeared seated on an old throne of stone and roots. She was not queen of heaven but guardian of all bonds, keeping together what time continually tries to separate.
She showed me a tree with two trunks that had grown together.
She reminded me that this is the secret of existence: two different forms finding a common root. Humans, gods, animals, plants, stones—all search for that deep place where solitude becomes relationship.
Then I remembered the people I had met on the mountain: the shepherd with the bell, the beekeeper who touched the stones before placing his hives, the stonemason who carved the troughs, the man who planted memory in the gneiss, all guardians of an invisible harmony, all small forms of divinity without knowing it.
For Pangaio held a secret the gods knew before men.
Immortality is not found in power.
It is found in participation.
In the slow union with all that exists.
In the return of every thing to the great circular movement of creation.
And there, beneath the night sky, with wind crossing the summits and shadows of ancient gods moving among the trees, I understood that Pangaio held within it a cosmogony still unfolding.
The gods dreamed within the stones.
Humans dreamed within the gods.
And the mountain itself dreamed within us all.
After that revelation I began searching for the places where Pangaio kept its oldest breaths, not on the summits where men seek the sky, but in lower places where earth still holds its secret moisture, hollows among roots, small ravines where water makes invisible roads, shadows of rocks where centuries sit in silence.
There, among ferns and old animal tracks, I met Asclepius.
He came as an old healer carrying a staff of wild olive wood carved with signs of snakes, plants and stars. He walked slowly, touching every wound of the mountain: a broken root, a rock opened by frost, a tree that had lost branches in a storm.
He told me that healing begins when man hears again the rhythm of things, because every wound contains a memory of original harmony, every fracture a hidden desire to return.
He led me to a small spring above Messoropi, where iron-coloured water emerged from a rock. Around it grew rare herbs, wild mint, St John’s wort, thyme, small white flowers that opened only when the moon rose high.
Asclepius knelt and placed his hand in the water.
He spoke of how water remembers the bodies it has touched, the faces bent over it, the prayers whispered on its banks, and how every spring is an ancient archive of life written in drops.
I continued towards the high wooded slopes where beeches formed a dark sanctuary. There dwelt Erebus, the ancient power of depth, keeper of the secrets of things born in silence.
Erebus had no human form.
He was a shadow among trunks, a presence changing with the light, at times dense mist, at times black water, at times the shadow of the mountain itself.
He showed me the roots descending deep into the earth and told me that every creation requires a dark depth from which to emerge: soil gives birth to the seed, night to the dream, silence to thought.
There I understood that the darkness of Pangaio was not the absence of light but the womb in which light prepares its return.
A little later, above the old sheepfolds, I met Chiron the Centaur.
He had left the mountains of Thessaly and come to Pangaio to guard the ancient herbs of the slopes. He moved among animals and trees with an unusual calm; his body was half human and half wild creature of the earth, yet his gaze held the wisdom of one who had learned to live between two worlds.
Beneath an old plane tree he taught shepherds’ children the secrets of plants, showing them that every leaf has its history, every root a different power, that nature speaks a thousand languages and a human life is barely long enough to learn one.
He reminded me that the greatest teacher is always before us: the landscape itself, the stone that endures, the tree that waits, the animal that knows the road without a map.
Then in the distance I saw Olympus through the atmosphere, another ancient presence on the horizon, and understood that mountains converse with one another as gods do in old stories: Pangaio and Olympus, two giants of the earth holding different memories, one of metal, gold, Thracian night and underground fires, the other of sky, lightning and the kingdom of the gods.
But Pangaio had another fate.
It had become a refuge for the forgotten.
For gods grown tired of worship.
For people lost in time.
For animals continuing along ancient paths.
For trees writing stories without words.
For waters travelling through earth before appearing in light.
As I walked towards Akontisma in the last light of day I heard a deep vibration beneath my feet, a vast pulse rising from within the earth.
It was Pangaio itself.
Opening its heart for a moment.
Revealing that every stone is at once a grave and a birth, every summit a prayer, every ravine a memory, every wind a message from the first days of the world.
And I continued into the night, knowing the mountain still had countless faces to show me.
Then Pangaio opened another road before me, passing between old forests and descending towards hidden valleys where mist remained after sunrise, where people gave names to places so they could remember them while the places held names older than any human language.
There, near the old streams above Moustheni, I met Pallas, one of the ancient Titans, who had abandoned the war of the gods and hidden himself within the mountain. He no longer looked like a warrior but had become an old guardian of metals and rocks, his hands threaded with small veins of copper, his hair the colour of silver found deep underground.
He sat beside a rock and listened.
He listened to the slow movement of minerals within the body of the earth.
He told me that people look at a mountain and see motionless matter, while beneath the surface everything moves: metals travel, crystals grow, roots make roads, water cuts secret courses, stone has its own age and its own time.
He showed me a vein of quartz within the rock.
He told me it contained the memory of a lightning strike thousands of years old, an instant of light imprisoned in matter and continuing silently to shine.
Then I felt that Pangaio was full of imprisoned moments, small eternities enclosed in stones, trees, waters and bones.
Higher up, in a clearing where black pines formed a circle, I saw the Oread Nymphs of the mountain, beings born from the union of earth and wind. They wore garments of leaves and ash, and in their hair were small flowers that bloomed once in a century.
They held small wooden vessels filled with soil.
Each contained a forgotten place.
An old path.
An abandoned sheepfold.
A house returned to earth.
A tree struck down by lightning.
A shepherd’s song lost in the wind.
They told me places die when no one imagines them any longer, and so they preserve their images in soil as people preserve memories in the heart.
I continued towards the northern slopes where the winter wind descended hard and met Boreas, the ancient north wind, seated on a summit from which all Thracian land could be seen.
His body was made of clouds and frozen air, but his face had the gravity of an old king who had watched many worlds change.
He held small pieces of ice, each containing an image from another winter.
A flock passing centuries ago.
A hunter leaving tracks in snow.
A child making his first snowman.
A monk watching the summits from a cell window.
He told me that winter is the earth’s great memory, the season in which the mountain holds every voice within itself until spring comes and releases them again into water and leaves.
There, within the frozen silence, Athena appeared.
She carried a shield made of beech wood and stone. Upon it were no scenes of battle but images of people at work: a farmer sowing, a shepherd tending his flock, a craftsman building a wall, a woman lighting a fire in a stone hearth.
She reminded me that wisdom is born not from knowledge of great things but from attention to small ones, because the world is sustained by countless small acts performed in silence.
Then I looked around me.
The mountain.
The trees.
The stones.
The animals.
The old paths.
The people who had lived and passed through.
And I felt that all of them formed one immense sanctuary without walls.
A sanctuary where time was the priest, earth the altar, and every creature a small prayer within the endless cosmogony of Pangaio.
As Boreas began to blow over the summits, the voices of gods, humans and elements joined for a moment in a single sound.
A sound as old as the first stone.
As deep as the first darkness.
As slow as creation itself.
Within that ancient sound spreading across the summits, forms began to appear that lived deeper than the familiar gods, beings born from the elements of Pangaio itself, from forest shade, the gleam of metals, cave damp and the secret movement of underground waters.
In a valley among black pines and beeches, Talos appeared, ancient guardian of metal. Here he had abandoned the bronze body of the old myths and become a gigantic craftsman moving slowly through the mountain, his veins streams of copper, his eyes the colour of molten gold, his steps echoing deep in the galleries.
Each morning he descended into the earth and touched the old veins of ore, not to take anything from them but to hear their age. He knew that iron remembered wars, copper remembered tools, gold remembered desires, and every metal carried the history of those who had touched it.
He showed me an old sword buried in stone.
He said it had belonged to an Edonian warrior who climbed Pangaio in search of glory and returned as guardian of a small spring, because the mountain had transformed his desire for power into a desire to protect.
Deeper on, I reached a region of strangely shaped stones that seemed like seated figures watching the centuries pass. There dwelt the Curetes, ancient dancers of Rhea who had once protected the infant Zeus with their dancing and weapons.
On Pangaio they had become guardians of sound.
They held small bronze drums, and whenever the earth trembled from an underground movement they began their dance; the sound travelled through rock, passed through roots, reached springs and awakened the mountain’s old memories.
They told me that every place possesses its own rhythm and man suffers when he forgets to move with it.
There among the Curetes I felt for the first time the pulse of Pangaio as a living heart, a slow rhythm older than every human song.
A little higher, on an open slope of wild roses, Iris appeared, messenger of the gods.
Her clothes carried the colours of the rainbow, yet every colour seemed made from something within the mountain: red from the minerals of the earth, green from moss, blue from the waters of the Angitis, white from the snow of the summits.
She told me that the roads of gods pass through the roads of humans, that a message may travel within a drop of water, a falling leaf, a bird changing direction in the air.
She showed me the sky above Pangaio and I saw thousands of invisible routes, threads of light connecting summits to rivers, trees to stars, people to their ancestors.
It became clear that the world is full of bridges waiting for a gaze to reveal them.
As night fell I descended towards the old shepherds’ huts, where bells still hang above wooden doors and the smell of smoke remains in the stones. In one hut I found an old shepherd speaking with a white wolf.
The wolf had the eyes of an ancient sage.
The shepherd told me it was Lycaeus, an old guardian of the mountains, a figure passed from generation to generation through human myths.
The wolf looked towards the summits and then towards the forest.
At that moment I understood that the human world and the animal world meet in a region where words lose their power and only recognition remains.
The old shepherd gave me a small wooden bell.
He reminded me that every bell holds the sound of a place.
And that when a person hears it with a clear heart, he may also hear every footstep that has passed there.
I carried it as I climbed again towards the summits.
The wind had strengthened, black pines moved, shadows of gods passed among trunks, old galleries sang with a deep metallic note, springs continued their slow journey beneath the ground.
And then Pangaio appeared to me as an immense archive of life.
Every stone a page.
Every tree a manuscript.
Every river an ancient line.
Every creature a word within a cosmic narrative continuing from the first moment of creation.
And I moved within this narrative as a temporary reader, holding a small wooden bell, hearing within it the sound of all who had passed and all who continue to come.
The bell gradually began to change, as though absorbing the sound of the mountain. Each time I touched it I heard something different: the step of an ancient shepherd climbing to summer pastures, the song of a woman gathering herbs, the strike of a hammer in underground furnaces where the Cabeiri still laboured beneath the roots of Pangaio.
I understood that the bell held not one sound but a whole time compressed into a small piece of wood and metal, as lightning remains enclosed in quartz, as the scent of the forest remains in the bark of an old tree.
With it in my hands I climbed towards the summits above Avgo, where the terrain grows wilder and stones take strange forms, and there I met Daedalus.
The old craftsman of the gods had abandoned his wings and become an elderly maker of small objects from wood and stone. He lived in a cave filled with tools, small statues, strange mechanisms and designs incised on sheets of metal.
Yet everything he made shared one unusual quality.
Nothing served power.
Nothing served possession.
Everything was made to remind man of his place within the world.
He made small copper birds moved by the wind, wooden animals that walked when they heard spring water, small vessels holding sounds from different ages.
He showed me one of his works.
A small stone sphere covered in fine lines.
He told me that he had carved into it every road of Pangaio.
Not the roads of men.
The roads of memory.
The routes animals follow to water.
The routes of winds between summits.
The routes of roots through earth.
The routes of souls returning to the places where they once felt they belonged.
Then I saw more clearly that Daedalus had discovered something people often forget.
That the greatest labyrinth lies within existence itself and its exit lies in accepting our relationship with everything that exists.
Leaving his cave I descended towards the lower valleys where afternoon light fell upon the villages of Pangaio—Nikisiani, Messoropi, Moustheni, Palaiochori—and every house seemed a small chamber of memory, every courtyard an ancient altar of daily life.
There Hestia appeared again, this time among people.
She sat beside a fire burning outside an old stone house, surrounded by old people, children, animals, people eating, talking, laughing, falling silent.
She told me that this is the oldest ritual in the world.
Gathering around a fire.
Before temples there was the hearth.
Before laws there was hospitality.
Before great stories there was human presence beside a small flame.
I looked into the fire and saw images.
The first people to set foot on Pangaio.
The miners who descended into the galleries.
The shepherds who slept beneath the stars.
Monks who walked through the forests.
Children who played in village courtyards.
People who departed and left behind only a name, a memory, a small movement that continued to live.
Hestia told me that man always searches for great mysteries while the greatest mystery is before him: the warmth of a fire, a table where bread is shared, one hand touching another.
For there the world itself dwells.
There the infinite takes a small human form.
There the gods come closest to man.
There Pangaio remembers that from stone, metal, water and wind something fragile and wondrous was once born.
Life.
And when night fell over villages and summits, the bell in my hand began again to move by itself.
Within its sound now existed all Pangaio.
The gods.
The people.
The animals.
The trees.
The stones.
The dead.
The living.
All joined in one great breath rising from the depths of earth towards the stars.
That night, as Hestia’s fire slowly died and the last sparks rose into the sky, Pangaio opened another hidden gate, leading to a time older than human memory, an age when gods still walked upon earth and stones held the first words of creation.
I followed a narrow road between old chestnut trees and came to a valley where moonlight lay over the grass. There dwelt the Dream-Guardians, ancient forms born where Hypnos meets Memory, keepers of all images passing through a person when the eyes close.
Their faces changed continually, now children, now old people, now people lost centuries ago, because within them lived every face that had passed through Pangaio and left behind a dream.
They held small glass vessels filled with light.
Within each vessel was a moment.
A summer morning in a stone courtyard.
A woman gathering herbs on the slopes.
A shepherd hearing his flock through mist.
A child seeing snow on the summits for the first time.
A miner lighting his lamp before descending underground.
The Dream-Guardians told me that these moments are the hidden stars of human existence, small radiances that continue to illuminate the mountain even after the faces that created them have returned to the earth.
Then I moved towards the eastern slopes, where the sun first rises over the summits and forests fill with golden light. There I met Eos, ancient goddess of dawn.
She stood on a rock and opened the sky with her hands.
Every morning she gathered drops of the first light and left them on leaves, stones, spring water, human faces.
She reminded me that dawn is the moment when the world remembers its form again, when all things return briefly to the clarity of beginning.
She showed me a small flower opened in a crack in the rock.
She told me that this flower had seen more centuries than many kings, because life is measured by the depth of presence rather than the length of time.
From there I descended towards the old routes of the flocks, where shepherds drove animals towards high pastures, and found Hermes again, this time protector of travellers and lost roads.
His sandals were covered in dust from many countries.
He had passed through cities become ruins, roads renamed, borders shifted through centuries.
He told me that every road holds the footsteps of everyone who walked it and that a traveller always carries more places than he can imagine.
He showed me the old path towards Akontisma.
There were traces of animals, people, wheels, wooden staffs, old shoes, small carved stones.
He said this is the true book of the world.
Roads written with footsteps.
Shortly before nightfall I reached a summit where an unknown god stood, a god absent from the old books, born only from Pangaio itself.
They called him Petraios.
He was guardian of the silence of mountains.
His body was made of different rocks—marble, gneiss, quartz, iron—as though he contained the geological history of the earth.
He reminded me that every mountain eventually creates its own god, a form gathering everything within it.
Water.
Fire.
Wind.
Memory.
Life.
Death.
Dream.
And that Pangaio created Petraios so it could remember itself through the centuries.
Then from the summit I looked over the whole mountain.
The summits.
The ravines.
The villages.
The forests.
The old galleries.
The springs.
And saw them all joined into one immense body.
A god asleep.
A thought continuing to dream.
And I understood that Pangaio contains an endless cosmogony, a story in which every person, animal, tree and stone forms a small phrase within the great poem of the earth.
And that poem is still being written.
From that summit, where Petraios stood as an ancient guardian in the night, I began to see Pangaio beyond ordinary human sight. Beneath the darkness the mountain’s forms joined together; summits became a body, ravines deep lines, rivers veins carrying memory, human roads brief movements upon the surface of an ancient being sleeping through the centuries.
Then Oceanus appeared.
Not as sea but as the first great flow surrounding all things, an ancient force that had reached Pangaio before coasts and present waters existed. He stood in a deep ravine where stones were smooth from immeasurable water, holding a stone basin in which every age of the mountain was reflected.
I saw the first hunters crossing the slopes.
Ancient peoples lighting fires beneath the summits.
People searching underground for gold.
Monks walking towards monasteries in mist.
Shepherds leaving traces on paths.
Children running through villages and filling the air with voices.
Everything existed within a single drop.
Oceanus told me that every place is a small sea of time, that people live on the surface of things while deeper movements continue below, slow, unseen, ceaseless.
I went towards the northern passes where the air smelled of damp soil and wild herbs. There I met Apollo again, this time carrying an old wooden bow and walking among forest animals.
He had left his lyre beside a spring.
He spoke of a sound that exists before all music: the sound of an animal moving through silence, a leaf falling, stone warming in the sun, the heart encountering something it recognises.
In a small clearing a deer approached without fear and stood before the god; for a while human and animal looked at one another as two ancient beings remembering an old agreement.
Apollo told me that Pangaio still preserves the age when man spoke with animals, not through words but through presence, gaze and silence.
Later I descended to where old roads meet springs, where Demeter had left her signs in the earth, for Pangaio was also a place of seed, fruit and return.
Demeter walked through the fields with a basket full of seeds, each carrying a different memory.
One held a summer.
One a rain.
One the hand that planted it.
One a song spoken beside the field.
She reminded me that earth remembers every act of care, every small gesture made towards it with love, because life grows through the fine relationships formed between beings.
Then I looked at the slopes and saw old fields as pages of a book, dry-stone walls as lines of writing, trees as guardians of chapters, paths as sentences continuing through time.
And there, above the land of men, Zeus appeared.
He was alone.
Without lightning.
Without a throne.
Without the grandeur given him by the centuries.
He sat on a rock looking at the mountain.
I asked what he was looking at.
He told me he was looking at everything created beyond the power of gods.
People who learned to survive.
Trees that grew without commands.
Waters that found their own way.
Stones that endured before every divine form.
He told me that once the gods believed they held the world in their hands, but Pangaio taught them that gods too are children of the greater creation.
And that true wisdom lies in the moment when every being recognises its place within the whole.
At that moment wind passed over the summits and every tree moved together.
Flock bells sounded far away.
Springs sang within stones.
Old galleries answered with a deep metallic sound.
And all Pangaio seemed to whisper the same ancient name.
A name older than human beings.
Older than gods.
Older than time.
The name of creation itself.
And that name travelled through ravines, crossed the summits, descended into springs, entered tree roots and returned again to the sky, an ancient prayer written by no human being yet known by every creature.
Then the mountain revealed another place, hidden among slopes where stones had the colour of old copper and trees grew around ancient circles of earth. There dwelt the Fates.
Clotho, Lachesis and Atropos.
But on Pangaio the three sisters held not merely the thread of human life but the thread of the entire mountain.
Clotho sat beneath an old beech and wove from bark fibres, golden animal hairs, fine roots and pieces of wind a vast fabric extending through the forest.
Upon it was inscribed everything that had happened.
The first rain on the summits.
The first fire lit by a human being.
The first animal track in snow.
The first tree growing among stones.
The first prayer heard in a cave.
Lachesis measured the thread not with numbers but with memories, because every life had its own weight and every creature left a different trace upon the world, a movement, a gaze, a breath, a small act continuing through time.
Atropos held a knife of black obsidian, but used it to cut old forms and open space for new ones; every severed thread became seed, every return to earth the beginning of another movement.
Then I understood that the Fates of Pangaio did not guard the ending.
They guarded transformation.
I entered a deep ravine where water had shaped immense forms in the rock. There appeared Nereus, old man of the truth of waters, a god older than many generations of gods, who knew every secret of rivers and springs.
He sat beside a small underground pool, surrounded by silver-scaled fish, flowers growing in water and tiny creatures made of drops.
He told me that water is the great traveller of the world, passing through mountains, clouds, roots and bodies, each drop knowing more places than a person who walks an entire lifetime.
He showed me a drop upon a leaf.
Within it I saw the sea that existed before Pangaio was born, ancient creatures swimming above the land that would later become mountain, the great changes of the earth, movements of rock, the slow forces that created the world we know.
Then I felt Pangaio was a book written before writing existed.
A book of strata.
Of water.
Of fire.
Of time.
I climbed again towards the high summits, where clouds seemed to touch trees, and there met Lightning, not Zeus himself but the force of the thunderbolt dwelling within the mountain.
It was a form of light and darkness together, a presence appearing for an instant over the summits and then becoming air again.
It reminded me that lightning does not come to destroy.
It comes to remind.
It reminds earth of the ancient fire from which it was born.
Trees of the force hidden in their sap.
Man that even the deepest silence may be illuminated.
At that moment lightning split the sky over Pangaio and for one breath the entire mountain was illuminated.
I saw the summits.
The villages.
The springs.
The forests.
The galleries.
The old paths.
All as one enormous body holding thousands of years of existence within it.
And I saw more clearly that Pangaio had become the place where all beginnings meet.
The beginning of fire.
The beginning of water.
The beginning of the tree.
The beginning of man.
The beginning of myth.
The beginning of memory.
And every time a person climbs its slopes, he walks through an ancient cosmogony still being created.
For the mountain does not recount a story that once happened.
It continuously gives birth to its story.
Through every leaf that opens.
Every spring that rises.
Every animal that passes.
Every person who stands for a while within its silence and listens.
After that moment of lightning, when Pangaio shone entire as though an ancient body had briefly opened its eyes, I descended towards the deeper valleys, where summits give way to dense forests and the shadows of trees create a second sky beneath the first, where people walk more slowly because the earth seems to hold their footsteps and make them part of its own memory.
In a region among old chestnut trees and streams descending from the slopes, I met Achelous, not as the river crossing other lands but as the ancient force of all waters born from mountains. He had the form of a giant made of water and stone, his hair roots sinking into the earth, his hands holding a great hollow stone filled with water from many springs.
Within that stone were the waters of Pangaio.
The waters that cooled shepherds.
The waters that fed the fields.
The waters flowing beneath monasteries and old villages.
The waters travelling through the mountain’s dark veins.
He revealed that every river has two journeys.
One seen by the eyes.
And one known only by the earth.
The first passes through valleys and stones.
The second through memories, dreams and centuries.
Then he touched the water and on its surface appeared an older Pangaio, before it bore that name, when it was a wild mass of earth emerging from ancient seas, when the first forms of life searched for space in the world and gods had yet to assume human form.
I went to a large cave above the northern slopes, where stalactites hung from the roof and water formed small pools in darkness. There dwelt Tiresias the Seer.
He had come to Pangaio to hear the voices beneath voices, the unseen movements passing between events. He carried a juniper staff carved with symbols from many peoples who had crossed the mountain.
He told me that prophecy is not knowledge of the future.
It is the ability to hear the present so deeply that the future appears within it.
He showed me a small fissure in the rock.
From it came a sound like distant song.
He said it was the voice of everyone who had walked on Pangaio and left within it a thought, a desire, a fear, a love.
All had become part of the mountain.
And the mountain whispered them to those able to hear.
From the cave I climbed to a bare summit where wind had shaped stones into strange forms. There stood the Fear of the ancient earth, a presence existing before human fear, before people gave anguish a name.
It was a shadow with eyes like deep wells.
It reminded me that every creature born carries within it the memory of the first night, the moment when life appeared within the unknown and began its great journey.
But it told me something else.
That fear contains the first form of reverence.
For man fears what he senses to be greater than himself.
And Pangaio had always been greater than every man, every king, every god who passed over it.
Then Themis appeared, goddess of ancient order.
She stood beside a circle of stones made by no human being of my age, stones dating from the time when the first communities gathered around fire and watched the stars.
She held scales made of wood and silver.
On one side lay a seed.
On the other a piece of gold.
And the seed weighed more.
She told me that the world is sustained by small things carrying the future within them.
A tree begins as seed.
A forest as root.
A story as whisper.
A memory as a small moment someone chooses to keep.
That night I slept beneath the stars of Pangaio and dreamed.
I saw all the gods I had met standing around the mountain.
Zeus on the summits.
Demeter in the fields.
Apollo in the forests.
Artemis among the animals.
Poseidon in the underground waters.
Dionysus among wild vines.
Hecate at the crossroads.
The Cabeiri in the galleries.
The Nymphs at the springs.
The Fates within the roots.
And at the centre of them all stood Pangaio itself.
Without a face.
Without a form.
Only an immense presence containing every existence.
Then I felt that the gods did not dwell upon the mountain.
They dwelt within the relationship between all things.
In water meeting stone.
In root touching soil.
In an animal following a path.
In a person raising his eyes towards the sky.
And so Pangaio continued its great cosmogony.
With every sunrise.
Every rain.
Every footstep.
Every soul passing over it and leaving for a while its trace within the mountain’s enduring memory.
When I woke beneath the summits, the world had a different density, as though every thing possessed a second body invisible to the eyes. Stones held the silence of ancient sanctuaries, trees stood as guardians, spring waters moved as fine lines of light through the veins of earth.
I descended by an old path into a forgotten valley where shepherds had once rested their flocks and their fires had shone in the night. There I met Phorcys.
The ancient guardian of hidden places.
He did not resemble the monster of old stories but an aged seafarer who had travelled from far away and settled on the mountain, knowing that all waters, even those deep underground, remember the sea from which they came.
He sat beside a small pool formed in rock.
Within it swam strange creatures made of water and light.
He told me every mountain has its creatures of memory, forms born from stories gathered over centuries, and that Pangaio had created many because so many lives had passed over it.
He showed me an old stone on the bank.
Upon it was the imprint of a hand.
He did not know who had left it.
He did not know the age.
But he said every touch leaves a mark deeper than the surface, because matter remembers contact as the soul remembers an encounter.
I moved towards the high meadows where flocks passed among wildflowers and low shrubs. There appeared Bendis, Thracian goddess of Pangaio, mistress of forests and night.
She emerged from pines carrying a bow of black wood and wearing a wreath of laurel leaves and wildflowers. Her face held the gravity of forest and the calm of moonlight.
She reminded me that people remember the great gods of cities and forget the smaller deities of places, though every mountain has its own powers, protections and ancient names.
She showed me the shadows among the trees.
There lived the old beings of the forest.
The spirits of animals.
Guardians of springs.
Souls of trees.
Forms born whenever a creature loves a place deeply.
As we walked, a herd of deer crossed silently. Bendis told me that animals know roads people have lost, roads between visible and invisible worlds, travelled through scent, hearing, instinct and silence.
Later we reached an old stone bridge over a stream. There stood Hephaestus.
God of fire and creation.
But on Pangaio he had become something more.
He was craftsman of memory.
In a small workshop cut into rock he made objects from metal and stone, each containing a story.
A small knife carrying the memory of a shepherd.
A ring remembering an ancient rite.
A bell holding the sound of thousands of flocks.
A piece of iron carrying the sound of old furnaces.
He told me that man creates objects to defeat time, yet time is what ultimately gives objects value.
For an ordinary thing passed through many hands may become more precious than any treasure.
Then he showed me a small figure carved from Pangaio stone.
It was a man carrying a mountain on his shoulders.
I asked who he was.
He said he was the man of Pangaio.
The one who carries within him the weight and beauty of his place.
The one who knows the surrounding earth forms part of his own existence.
The one who always returns to the same mountain, even after travelling far away.
Then Hephaestus struck his hammer once upon the anvil.
The sound travelled through earth.
Through the galleries.
Up to the summits.
Out to the springs.
And for a moment every creature of Pangaio stopped.
The birds.
The animals.
The people.
The gods.
The winds.
As though listening to the heart of the mountain itself.
At that moment I understood that Pangaio had created its own living mythology, one in which every age adds new forms, every person leaves behind a small god, every act of care becomes a new story.
And perhaps the greatest mystery of the mountain is this slow transformation.
Everything returns to earth.
Everything is born again from earth.
And between those two movements lies the whole cosmogony of Pangaio.
After the sound of Hephaestus’s hammer had crossed every layer of the mountain, Pangaio sank into a strange silence filled with presence.
Within that silence Mnemosyne appeared.
Mother of the Muses.
Guardian of ancient memory.
She came from where clouds touched the summits carrying a great book made of leaves, stone and fine veins of gold, yet its pages bore no words.
They bore images.
Images appearing and vanishing like dreams.
The first fire lit by a human being on Pangaio.
The first prayer at a spring.
The first child to look at the night sky and feel the infinite.
The first shepherd to hear an animal bell disappear in the mist.
Mnemosyne reminded me that places die in oblivion before they disappear in time, and that every mountain’s work is to hold the voices of those who passed across it.
She showed me a page.
There was a village returned to earth.
House stones had become part of the slope, trees had grown through old courtyards, paths were covered with grass.
Yet within the book the village was still alive.
People sat around fires.
Doors opened.
Songs sounded.
Animals moved along the roads.
And I understood that memory is a second world in which everything continues in another form.
We moved into a region of enormous trees whose trunks resembled human figures. There dwelt the Men of the Grove, old beings born from the union of human and tree.
Their bodies were wood and earth, their eyes deep hollows reflecting stars, their voices the sound of wind in leaves.
One approached and placed his hand on an ancient trunk.
He told me every tree is a stationary traveller.
Its feet lie within earth.
Its gaze in the sky.
Its life moves slowly between the two.
He said man travels through space, while trees travel through time.
And an old tree knows more stories than an entire city.
Leaving the forest I climbed to a bare summit where wind blew hard and stones formed a natural circle. Orpheus was waiting there.
The singer who could move gods and the dead.
He held a lyre made from Pangaio wood and strings of fine plant fibre.
When he began to play, the entire mountain answered.
Stones vibrated.
Waters changed rhythm.
Animals drew near.
Birds descended from branches.
Even wind paused to listen.
Orpheus told me music is the oldest language of the world, existing before words, names and separation between things.
Every place, he reminded me, has its music.
The sea has waves.
The desert wind.
The forest leaves.
And Pangaio the deep sound of stone remembering.
Then he played one final melody.
Within it I heard every voice I had encountered.
Gaia.
Zeus.
The Nymphs.
The Cabeiri.
The shepherds.
The trees.
The waters.
All became one song rising from roots towards summits.
At that moment Pangaio appeared as a vast lyre.
The ravines were its strings.
The summits its keys to the sky.
The waters its rhythm.
Human beings the notes passing briefly through the great song of existence.
Orpheus told me that anyone who truly listens to a place becomes part of its music.
A small voice within the greater harmony.
A small breath within the ancient breathing of the world.
I descended from the summit as dawn lit the eastern slopes, but Pangaio had changed forever within me.
Every stone now had a whisper.
Every tree a face.
Every path a story.
Every spring a memory.
And I understood that the mountain’s great cosmogony continued within every moment.
For Pangaio was still creating.
With water.
With fire.
With silence.
With dreams.
With people who walk upon it and leave a small trace within the earth’s enduring script.
After the song of Orpheus I continued towards the most isolated parts of Pangaio, where paths become fine lines between grass and stone and a person walks with the sense of entering a space older than his own existence.
There I met Pan.
Ancient god of mountains, flocks and wild places.
But on Pangaio Pan had become more than a god of nature; he was the mountain’s breathing itself, a presence moving among trees, meadows and slopes where shepherds drove their animals generation after generation.
His legs were roots, his horns branches of an old oak, his body smelled of earth, rain and wild herbs, and in his eyes lived the joy and melancholy of all creatures born briefly within the great cycle of life.
He sat beside a stone trough used by the flocks and played a pipe made from mountain reeds.
His music was unlike human music.
It was the sound of spring opening its first flowers.
The sound of an animal moving through forest.
Rain on the roofs of old huts.
The solitude of a person looking at a great summit and feeling the depth of the world.
Pan told me that people have always searched for the gods high above, in the sky, on summits, among the stars, though many gods live lower down, where life touches earth, where an animal seeks water, where a tree grows slowly, where a human hand touches soil.
He showed me an old path climbing towards the meadows.
He said this path contained more history than many kings.
For people had walked upon it who left neither statues nor inscriptions.
They left only traces.
And those traces became part of the mountain.
From there I moved towards a place where stones formed a natural circle, an ancient sanctuary made by the forces of the earth itself.
There Selene was waiting.
The ancient goddess of night and hidden roads.
She stood on a white rock and her light fell upon the summits in silver.
She held a bow of juniper wood, and around her moved the forest animals in silence.
Deer.
Wolves.
Nocturnal birds.
Creatures belonging more to silence than to the human world.
She reminded me that night has its own life, that when the sun withdraws Pangaio changes face, shadows acquire memory, trees speak to one another, animals follow ancient roads, and people encounter that part of themselves hidden during the day.
She showed me the summits beneath her light.
Each summit carried a different colour.
One the colour of iron.
One the colour of snow.
One the colour of old wood.
One the colour of ash.
She told me the mountain has many souls, because every season leaves a different face upon it.
Then I descended towards the old stone bridges and met Time.
Cronus of the old myths, though here he was no devourer of his children.
He was the great gardener of duration.
He held a sickle of black stone and whenever he passed it through the air small pieces of time fell like autumn leaves.
He gathered them and planted them again in the earth.
He told me that time is never lost.
It is transformed.
A child’s voice becomes memory.
A house becomes ruin.
A tree becomes soil.
A life becomes story.
And story becomes part of the earth’s great dream.
He showed me an old moss-covered stone.
Someone had once sat there for a few minutes.
No one remembered his name.
No one had written his story.
Yet the stone had kept the warmth of his body for centuries.
And that small moment had become eternal within Pangaio.
There it became clear that the greatness of the world often lies in what passes unnoticed.
A breath.
A step.
A shadow.
A hand upon a stone.
A gaze towards a summit.
And Pangaio had always known this secret.
That was why it held so many gods within it.
Not to rule the world.
But to remind the world of the beauty of its existence.
As night spread across the slopes I heard distant flock bells, wind in the pines, water passing among stones, the deep sound of old galleries.
All became one voice.
The voice of Pangaio.
The voice of an ancient god continuing to dream within eternity.
It became clear that my road across Pangaio was approaching its end, not as a road finishes but as a circle returns to its beginning, because every great journey through an ancient mountain ultimately leads to the first image encountered by the soul at birth: a stone, a tree, a sky filled with stars.
I began slowly descending from the summits towards the lower slopes, passing again through places that held the marks of all the encounters: Akontisma, the ravines, beech forests, the springs of the Angitis, old sheepfolds, villages sleeping beneath the mountain’s shadow.
But now every place had another form.
The stone of Prometheus.
The spring of Asclepius.
The forest of the Dryads.
The fire of Hestia.
The cave of Phanes.
The summit of Petraios.
All had joined into one great image.
In a final valley where the low sun turned the grass gold, I met Charon for the second time.
His boat still lay beside the water.
But now it was different.
Upon it were carved all the names that had passed through Pangaio.
Names of kings and unknown people.
Names of gods and shepherds.
Names carved in marble and names preserved only within a family’s memory.
Charon reminded me that the great course of every existence is a return to the great sea of memory, where all rivers meet and every form finds its place within the ancient current of the world.
He showed me the water.
Within it I saw every face I had met.
The gods.
The people.
The creatures of the mountain.
All existed as reflections upon a lake holding the sky.
Then Persephone appeared for the last time.
She rose from the earth holding a pomegranate.
This time its seeds contained small images of Pangaio.
A forest at dawn.
A flock in mist.
A fire in a stone hut.
A child looking at the summits.
A person standing alone before the mountain and feeling the depth of existence.
She told me every place has an underworld and an upper world.
One holds the roots.
The other holds the flowers.
And life lies between them, where earth and sky meet.
I took one seed from her pomegranate and placed it in the soil of Pangaio.
Where tree roots descend and meet the ancient veins of the mountain.
Then I climbed to the summit for the last time.
The road was silent.
Trees moved slowly in the wind.
Birds flew low.
Stones held the day’s warmth.
And somewhere far away a single flock bell sounded.
A sound so simple.
And so ancient.
As though it came from the first day man encountered the mountain.
When I reached the summit, all the gods were there.
Zeus.
Hera.
Athena.
Apollo.
Artemis.
Dionysus.
Demeter.
Poseidon.
Hecate.
The Fates.
The Cabeiri.
The Nymphs.
The old powers of earth.
All stood around Pangaio as guardians of a secret older than themselves.
Then Gaia appeared.
The first mother.
The body of the earth itself.
She had no human form.
She was the mountain.
The forest.
The water.
The stone.
The wind.
All together.
And from her immense presence came a voice.
A voice resembling everything I had heard until then.
Wind.
Water.
Fire.
Trees.
Human footsteps.
The breathing of animals.
The voice told me that man comes to earth briefly and leaves behind small forms of eternity.
A word.
An act.
A gaze.
An image.
A memory.
And these small eternities join the eternal movement of the world.
I looked around me.
Pangaio spread beneath my feet.
An immense body of stone and light.
An ancient poem written before writing.
A book still being written through the centuries.
And I left the shepherd’s bell on the summit.
I let it belong again to the mountain.
Its sound entered the wind.
Descended into valleys.
Entered roots.
Travelled through springs.
Reached the old galleries.
And joined every sound that had ever existed on Pangaio.
Then I saw more clearly that the mountain holds neither people, gods nor stories.
It holds the movement of existence itself.
The endless transformation of matter into memory.
Memory into dream.
Dream into myth.
And myth again into life.
Pangaio continued standing in the night.
Its summits beneath the stars.
Its gods within stones.
Its people within memory.
An ancient guardian of the first and final moment of the world.
And when the last night descended upon Pangaio, I understood that my journey had reached the point where a traveller ceases to search for roads and begins to become part of the road itself, because every step upon this mountain had led to the same recognition: that the world is one body breathing through innumerable forms.
I remained alone on the summit.
Around me was the whole ancient silence.
The sky opened above me.
The stars were small fires of the first gods.
Wind passed among stones carrying every age of Pangaio.
The voice of the Edonians.
The song of the Satrae.
The footsteps of shepherds.
The strike of tools in the galleries.
The prayers of monks.
The laughter of village children.
The silences of those who left for other places.
Everything still existed.
Everything continued to move within the mountain’s great dream.
Then Hermes appeared for the last time.
Messenger of the gods.
This time he carried no caduceus.
Only a wooden staff cut from a wild olive of Pangaio.
He told me every journey contains a moment when the traveller must leave behind even the revelations he has received, because true knowledge becomes blood and breath, becomes a way of being.
He gave me the staff and told me to return it to the earth when the time came.
For everything passing through our hands is only a temporary visit of matter.
I descended to the final valley.
Where a small stream ran among moss and stones.
There I left Hermes’s staff.
Within moments small plants began to grow around it, as though earth recognised something once belonging to it.
I sat beside the water and listened.
For the first time expecting nothing.
Asking for no signs.
Searching for no gods.
And then I heard Pangaio as it truly was.
Not as myth.
Not as history.
Not as place.
But as one great living breath.
A breath containing everything that had existed.
And everything yet to come.
There I understood that gods do not inhabit summits.
Gods inhabit the moment when man looks at the world and feels kinship with it.
The moment stone becomes memory.
Tree becomes time.
Water becomes journey.
Man becomes more than body and enters the greater story of the earth.
Pangaio had completed its revelation.
But its cosmogony continued.
Every morning the sun would rise again above the summits.
Every winter snow would cover the paths.
Every spring roots would make roads through the soil.
Every summer shepherds would climb with their flocks.
Every autumn leaves would return to earth.
And within this slow ritual the old gods would continue to exist.
Zeus in lightning.
Demeter in the seed.
Apollo in light.
Artemis in the animal.
Dionysus in transformation.
Hecate in passages.
Hades in deep earth.
Gaia in everything.
And Pangaio itself.
The oldest guardian of all.
Would continue standing between sky and earth.
Holding within it the secret of creation.
That the world is continually born.
That every ending opens another beginning.
That every form returns to the great womb of existence.
And that man, however small before eternity, carries a spark of the first fire within him.
The fire once lit in darkness.
And still illuminating Pangaio.
When I left Pangaio I did not truly leave it, because such a mountain cannot be abandoned. It becomes part of whoever has walked it, enters blood, memory and the way one looks at the world, as water passes through tree roots and continues its journey without end.
I descended towards human roads, houses, courtyards and villages beneath its shadow, yet within me remained the ancient silence of the summits, the moment when all things had revealed their hidden face.
Pangaio had spoken.
And its voice was the voice of all ages together.
The gods who grew old within eternity.
People who passed as brief fires over the earth.
Animals following ancient roads.
Trees growing in silence.
Waters travelling from the first days of creation.
Then I understood that the myth of Pangaio does not speak of a lost world.
It speaks of a world continuing to breathe within every moment.
The gods sleep in stones.
People continue in memory.
Trees write with roots.
Rivers write with water.
Wind writes with movement.
And earth keeps the great book in which every being leaves its small mark.
Perhaps this was the last secret Pangaio revealed to me.
That eternity is not found in stillness.
It is found in ceaseless transformation.
God becomes stone.
Stone becomes soil.
Soil becomes tree.
Tree becomes shadow.
Shadow becomes memory.
Memory becomes dream.
And dream returns to the great dark womb of creation.
Where everything began.
Where everything continues.
Once people climbed Pangaio searching for gold.
They found something deeper.
The memory of earth.
The weight of time.
The anguish and beauty of existence.
Themselves within a world greater than themselves.
Perhaps this is the mountain’s true treasure.
A gold beyond metal.
A gold shining within silence.
A gold preserving the moment when man looks at earth and recognises that he belongs to it.
On the final night before I left, I looked once more at the summits.
The sky was full of stars.
Wind passed among the trees.
A distant bell sounded from the slopes.
And for a moment I felt every creature of Pangaio standing together.
The gods.
The people.
The animals.
The trees.
The stones.
The dead.
The unborn.
All within the same great breath.
Then the mountain returned to silence.
Not an empty silence.
A silence full of worlds.
Containing the first song and the last.
Containing birth and return.
Containing the mystery of existence itself.
And so the story of Pangaio ends.
Not with a death.
But with a return.
For the ancient mountain continues standing between earth and sky.
Guardian of gods.
Guardian of people.
Guardian of memory.
Guardian of the first fire.
And whenever someone climbs its slopes and truly listens.
Pangaio opens its eyes again.
And remembers.
That the world is still being created.























